Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

καλοῦντες αὐτὸν ἱερὸν ἰχθύν



Ο Ησύχιος στο λεξικό του ταυτίζει  τον Βάκχο ή τον βούκερω 'Ιακχο (κατα τον  Στράβων στα Γεωγραφικά του) με τον Ιχθύ. Όχι μόνο τον ίδιο τον Διόνυσο-Βάκχο αλλά και  τον ιερέα του Διονύσου αλλά και  τον Κλάδο του –γνωστό στις τελετές,  τον θύρσο -το Κωνάριο, κουκουνάρι στην κορυφή. O Διόνυσος ως Ιακχος αλλα και ως <βάκχος>· ερες το Διονύσου. κα κλάδος ν τας τελετας,ο δ φανν λέγουσιν· ο δ χθύν>  


 
Και δεν ονομάζεται μόνο Ιχθύς αλλα συνάμα και Φανός

<βακχν>· στεφανσθαι κισσ
<Βακχέβακχος>· Διόνυσος οτως καλετο ν τας θυσίαις (Ar.  Eq. 408)
<Βακχεία>· ορτ Διονύσου [βακχεύτρια]
*<βακχεύει>· μαίνεται P τραγδε
*<βακχευθεσα>· ξηχευομένη, ξεστηκυα vgAS  
*<βακχεύοντες>· μαινόμενοι, vgAS σειόμενοι
<βακχεον>· τελεστήριον. νάρθηξ
<Βάκχη>· γένος πίου. μία τν Βακχν, το Διονύσου
 <βακχεύτρια>
<Βακχιάδαι>· ο μόνον ο Μιλήσιοι, λλ κα Κορίνθιοι, π  Βάκχιδος
<βακχία>· μανία (S)
<βακχόαν>· βόθρον. Αολες
<βάκχος>· ερες το Διονύσου. κα κλάδος ν τας τελετας,
 ο δ φανν λέγουσιν· ο δ χθύν q
<Βάκχου Διώνης>· ο μν βακχευτρίας Σεμέλης· ο δ Βάκχου το
 Διονύσου κα φροδίτης q τς Διώνης. παρόσον διωνυμία
 περ τν θεάν (trag. ad. fr. 204). Πράξιλλα δ Σικυωνία (fr. 8)
 φροδίτης παδα τν θεν στορε
<βάκχυλον>· σποδίτην ρτον. λεοι
<βάκχον>· κλαυθμόν. Φοίνικες

Οι Φοίνικες δε ονομάζουν τον Βάκχον κλαυθμόν δηλαδή γόο, θρήνο, κλαυθμονή, κλαύμα, κώκυμα, οδυρμός, οιμωγμα κλπ.

Ενώ σε προηγούμενο κείμενο είδαμε την ερμηνεία του Ιχθύος ως Ικ-θύς εκ του

  ϊκω =φθάνω + θύω =όρμώ· ό κινούμενος ορμητικά

Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε και την ερμηνεία της λέξεως Θύω :

Θύω  (. ΘΥ-)' φυσ δυνατ, συρζω (π νμου)' π ποταμν κα κυμτων, φουσκνω' π νθρπων, μανομαι, λυσσ, τρελλανομαι, αλλα και την ερμηνεία του ως Θύω : καω, καπνζω, θυμιατζω, θυσιζω' μετ δοτ. προσ., προσφρω θυσα.

Έτσι ο ιχθύς μπορεί να πάρει και την έννοια του  κινούμενου προς θυσία, ή αυτού που φτάνει μαινόμενος, φουσκωμένος, ή αυτός που φθάνει συρίζοντας, ή φυσώντας δυνατά, ή κλαίγοντας με οδυρμό, θρήνο και γοώντας κλπ

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum (άλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari
Alphabetic entry beta, page 258, line 18

{ρίωνος} <Βάκχος· πλεονασμ το <κ>, βάζω, βάξω, βάχος> <κα> βάκχος, ς παρ τν αχν αχος κα ακχος.

Μια άλλη ονομασία του Βάκχου είναι αυτή που τον ταυτίζει με το’Ονο ή τον ονίσκο, το ψάρι που είναι γνωστό ως γάδος ή  βακαλάος ή Gadus. Ο όνος διαφέρει από τον ονίσκο και η διαφορά τους δίνεται παρακάτω από τον Αθήναιο στο εβδομο βιβλίο του στους Δειπνοσοφιστές.


Athenaeus Soph., Deipnosophistae
Book 7, Kaibel paragraph 99, line 1

διαφέρει δ' νος νίσκου, ς φησι Δωρίων ν τ
περ χθύων γράφων οτως· νος, ν καλοσί τινες  
γάδον. γαλλερίας, ν καλοσί τινες νίσκον τε κα
μάξεινον.’ Εθύδημος δ' ν τ περ ταρίχων ‘ο
μν βάκχον, φησί, καλοσιν, ο δ χελλαρίην, ο δ
νίσκον.ρχέστρατος δέ φησι (fr. 35 R)·
  τν δ' νον νθηδών, τν καλλαρίαν καλέουσιν,
  κτρέφει εμεγέθη, σομφν δ τρέφει τιν σάρκα
  κλλως οχ δεαν μοιγ', λλοι δ' .......
  ανοσιν· χαίρει γρ μν τούτοις, δ' κείνοις.

Ο Εύθύδημος αναφέρει ως Bάκχο τον ονίσκο ή τον χελλαριην, άλλες ονομασίες του γαλλερίας η καλλαρίας και μάξεινος.


Οι ονομασίες τόσο του ‘Ονου, γάδου όπως και του ονίσκου διαφέρουν ως προς τα μεγέθη του ψαριού, αλλα και από τον τόπο διαβίωσης τους Ο μπακαλιάρος των βορείων θαλασσών, λέγεται "καλλαρίας" ή γάδος (gadus morrhua) ή  μουρούνα,  αυτή είναι η κοινή ονομασία του ψαριού γάδου (Cadus callarias) ή ονίσκου. Από το σηκώτι του  γάδου βγαίνει το μουρουνέλαιο, το έλαιο του βακαλάου, που αποτελεί σημαντική πηγή για τις βιταμίνες A, D, K και τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα (EPA and DHA)..Αυτο το είδος γάδου ανήκει στο είδος των μπακαλιάρων και ζει στα βαθιά νερά της βαλτικής και στις θάλασσες του Βόρειου Παγωμένου Ωκεανού. Ενώ υπάρχει και ο βακαλάος που ζει στην περιοχή της μεσογείου και έχει μικρότερο μήκος και λιγότερο βάρος.



Όμως τα κείμενα μας δίνουν πληροφορίες εκτός από τον Βάκχο ως Ιχθύ αλλά στα κείμενα συναντάμε και μερικούς ακόμα ιερούς  ιχθύες.
Ποιος όμως θεωρείται ως ιερός ιχθύς και τι πιστεύουν οι προγονοί μας γι αυτούς ;

Περισσότερες πληροφορίες στο έβδομο βιβλίο των Δειπνοσοφιστών όπου υπάρχει και αλφαβητικός κατάλογος ιχθύων όπου δίδονται σχεδόν  αναφορές σ΄ όλα τα κείμενα, οι ονομασίες τους, τα χαρακτηριστικά τους, αλλά ακόμα και οι ιστορίες για κάθε είδος ιχθύ.


Όμως τι σημαίνει ιερός και πως ερμηνεύεται ;
Δίδεται η έννοια που δίνουμε εμείς για το ιερό ; δηλαδή όπου ιερός-όν Α κ. -ός-ά-όν ΑΝ -ή-ό Δ 1ων. κ. πονητ. ίρός-ή-όν, δωρ. Ιαρός, αίολ. Ιρος κ. ίαρος Α 6 έχων θείαν, υπερφυσικήν δύναμιν Α. 2 Α ό μετέχων θεότητος ή άπό θεού προερχόμενος. 3 ό εις θεόν αφιερωμένος, καθηγιασμένος. 4 ό τελών υπό την προστασίαν θεού τίνος ή του Θεού των Χριστιανών. 5 Ν 6 υπέρ του Θεού, υπέρ πί­στεως γινόμενος. 6 Ν θεάρεστος ή θεόθεν επι­βαλλόμενος. 7 απαραβίαστος, όθ. κατ' έπέκτ., σεπτός, σεβαστός. 8 Α μτφ. θείος, λαμπρός, έξοχος. 9 ούσ., Ιερόν τό βλ.λ. β) Ιερό τά Α τά πρός θυσίαν σφάγια, γ) Α θρησκευτ. τελεταί. (Νέον ορθογραφικό ερμηνευτικό λεξικόν του Δ. Δημητράκου)

Στο λεξικό όμως του Ησύχιου διαβάζουμε :

Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)
Alphabetic letter iota, entry 310, line 1

*<ερομύσταςερ μυομένους ASm
<ερόννυγρον. γαθόν. μέγα. θεον. κα ναός
<ερν συμβουλή 'στινπαροιμία, π τ δεν καθαρς συμβουλεύειν (Aristoph. fr. 33)
<ερν χθύντν μέγαν κα νετον n λέγει· ερν γρ τ μέγα (Π 407)
<ερν στοντ ν τ σώματι μν μετ τος σπονδύλους

Ο πρώτος από τους ιερούς ιχθύες λοιπόν θεωρείται ο Ανθίας ή καλλίχθυς κατά τον Αριστοτέλη που θεωρεί ότι φέρει δόντια καρχαρία είναι σαρκοφάγος και ζει ομαδικά σε αγέλη.

 Athen. VII, 282d: νθίας, κάλλιχθυς ... <ριστοτέλης>
δ κα καρχαρόδοντα εναι (φησ) τν <κάλλιχθυν> σαρκοφάγον τε κα συναγελαζόμενον.

Athenaeus Soph., Deipnosophistae
Book 7, Kaibel paragraph 16, line 1

ΑΝΘΙΑΣ κάλλιχθυς· τούτου μέμνηται πί-
χαρμος ν βας γάμ (p. 232 L)·
  κα σκιφίας χρόμις θ', <ς> ν τ ρι καττν νάνιον
  χθύων πάντων ριστος, νθίας δ χείματι.
λέγει δ νάνιος οτως (II 502 B49)·
  αρι μν χρόμιος ριστος, νθίας δ χειμνι,
  τν καλν δ' ψων ριστον καρς κ συκέης φύλλου.
  δ δ' σθίειν χιμαίρης φθινοπωρισμ κρέας·
  δέλφακος δ', ταν τραπέωσι κα πατέωσιν, σθίειν·
  κα κυνν ατη τόθ' ρη κα λαγν κλωπέκων·
  ιος ατ' ταν θέρος τ' κχέται βαβράζωσιν.
  ετα δ' στν κ θαλάσσης θύννος ο κακν βρμα,
  λλ πσιν χθύεσσιν μπρεπς ν μυττωτ.
  βος δ πιανθείς, δοκέω μέν, κα μεσέων νυκτν
  δς
  κμέρης.
τν το νανίου πλεόνων μνημόνευσα νομίζων κα
τοτον ποθήκας τος λάγνοις τοιαύτας κτεθσθαι.
 ριστοτέλης δ' ν τ περ ζων θν (620
b 33) ‘που ν νθίας , φησίν, οκ στν θηρίον·
σημεί χρώμενοι ο σπογγιες κατακολυμβσι κα-
λοντες ατν ερν χθύν.’ μνημονεύει δ' ατο κα
Δωρίων ν τ περ χθύων· ‘τν δ' νθίαν τινς
κα κάλλιχθυν καλοσιν, τι δ καλλιώνυμον κα λοπα.
κέσιος δ' ν τος περ λης π μέν τινων λύκον,  
π δ' λλων καλλιώνυμον· εναι δ' ατν χονδρώδη
κα εχυλον κα εέκκριτον, οκ εστόμαχον δέ. ρι-
στοτέλης (p. 307 R) δ κα καρχαρόδοντα εναι τν
κάλλιχθυν σαρκοφάγον τε κα συναγελαζόμενον. πί-
χαρμος δ' ν Μούσαις τν μν λοπα καταριθμεται,
τν δ κάλλιχθυν καλλιώνυμον ς τν ατν ντα
σεσίγηκεν· λέγει δ περ το λοπος οτως (p. 238 L)·
  τόν τε πολυτίματον λοπ', δ' ατς χαλκς νιος,
  να μόνον, κα κνον Ζες λαβε κκελήσατο
  κατθέμειν ατ τέ ο κα τ δάμαρτι θωτέρω.
Δωρίων δ' ν τ περ χθύων διαφέρειν φησν
νθίαν κα κάλλιχθυν, τι τε κα καλλιώνυμον κα
λοπα.
  
Δεν θεωρείται θηρίο δηλαδή – ζώο/ψάρι  άγριο αλλά βοηθά πολλές φορές τους σπογγαλειείς όταν κολυμπούν στα βαθιά, που τον χρησιμοποιούν και τον καλούν για να τους παρέχει ασφάλεια.
Κάποιοι τον ονομάζουν καλλίχθυν και μερικοί τον αποκαλούν καλλιώνυμον και έλοπα, ενώ κάποιοι άλλοι λύκο.
Η σάρκα του είναι μυώδης, και ζουμερή, και ευκολοχώνευτη, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα υγιεινό και κατά τον  Αριστοτέλη  έχει ακανόνιστα δόντια σαν τους καρχαρίες είναι σαρκοφάγος και κοινωνικός καθώς ζεί σε αγέλη.

συνεχίζεται
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου