Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νινόη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νινόη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

τὴν δὲ βοτάνην, ἣν φαγὼν ἄτρωτος ἢ καὶ ἀθάνατος



Όμως ο ‘Ανθιος ή ο Άνθη/ας  θεωρείται παιδί- απόγονος του Ποσειδώνος και  της Αλκυόνης κόρης του Ατλαντος κατά μια εκδοχή…μάλιστα ταυτίζεται σε πολλές περιπτώσεις με τον Γλαύκο.

Είναι αυτος που εχει δώσει το όνομά του στην πόλη Ανθηδών. Ενώ η δεύτερη εκδοχή μιλά για την νύμφη Ανθηδόνα. Η Άνθηδών είναι Βοιωτική πόλη,  βρισκόταν  επί του Ευβοϊκού κόλπου στους πρόποδες τοΰ Μεσσαπίου, είχε καλό λιμάνι, οι δέ κάτοικοι της ήσαν σπογγαλιείς, πορφυραλιεις και γενικότερα ναυτικοί. Με τις ανασκαφές που έχουν πραγματοποιηθεί έχουν βρεθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων ναοί των Καβείρων, της θεάς Δήμητρας και της Περσεφόνης.

Ανθηδών δε είναι και ο όνος και ο καλλαρίας που είδαμε στα προηγούμενα κείμενα

Athenaeus Soph., Deipnosophistae
Book 7, Kaibel paragraph 99, line 17

             
Ἀρχέστρατος δέ φησι (fr. 35 R)·
  τ
ὸν δ' ὄνον Ἀνθηδών, τὸν καλλαρίαν καλέουσιν…

Hippiatrica, Hippiatrica Cantabrigiensia
Chapter 65, section 4, line 6

ἔστιν δὲ ἡ ἀνθηδὼν ὁμοία τῷ πλήγματι τῶν ἀγρίων μελισσῶν.  

Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon
Alphabetic letter alpha, page 184, line 27

<Ἀνθηδών>. ἡ μέλισσα, παρὰ τὸ τὰ ἄνθη ἔδειν.

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter alpha, entry 5130, line 1

<ἀνθηδών>· ἡ μέλισσα (iamb. ad. 24) καὶ πόλις Βοιωτίας (B



Ανθηδών όμως είναι και η Μέλισσα καθώς και κάποιο είδος μουσμουλιάς.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι η Σαμοθράκη όπου πρωτολατρεύθηκαν οι Κάβειροι ονομαζεται και Μελίτη, όταν μέλιττα είναι η μέλισσα., και Μύλιττα η Αφροδίτη των Ασσυρίων.
Ενώ υπάρχει και ο μυθος του Κρητικού Γλαύκου που αναφέρει τον θανατό του τρίτου υιού του Μίνωα μέσα σ’ έναν πυθάρι από μέλι και την ανασταση του από τον μάντη Πολύιδο ή απο τον Ασκληπιό κατα κάποιους άλλους συγγραφείς.

  Ας επανέρθουμε όμως στα της πόλεως  της Ανθηδόνος όπου υπάρχει ιερό των Καβείρων. Να θυμήσω εδώ και την σύνδεση των Καβείρων με τον Νεβρώδ- όπου κατά την εβραική γραφή το Gheber δηλώνει τον πανίσχυρο και μέγα κυνηγός αλλα και τον Πρίγκηπα-κυβερνήτη που εναντιώθηκε ή ξεσηκώθηκε - βλέπε παλαιότερα κείμενα.- στα κείμενα εξάλλου έχουν δωθεί και τα ονόματα των Καβείρων καθώς ταυτίζονταιμε τον Δια, τον Διόνυσο αλλα και την Δήμητρα και τον Αδη.

Το ιερό λοιπόν των Καβείρων λοιπόν στην μέση της πόλης καθώς και άλσος όπως επίσης ναός της Δήμητρος αλλά και της κόρης αλλα και του Διονύσου καθώς και αντίστοιχα αγάλματα. Κοντά στην παραθαλάσσια περιοχή της πόλης  υπάρχει και το σημείο που ονομάζεται του  «Γλαύκου πήδημα»
Ο Γλαύκος ήταν ψαράς και λόγω του φυτού που έφαγε έγινε δαίμονας – θεός, θεότητα - της θάλασσας και αθάνατος, απέκτησε δε και μαντικές ικανότητες και προέλεγε ή προέβλεπε τα μελλούμενα στους ανθρώπους.

Pausanias Perieg., Graeciae descriptio
Book 9, chapter 22, section 5, line 4

… τ
ῆς δὲ Βοι-
ωτίας τ
ὰ ἐν ἀριστερᾷ τοῦ Εὐρίπου Μεσσάπιον ὄρος
καλούμενον κα
ὶ ὑπ' αὐτῷ Βοιωτῶν ἐπὶ θαλάσσης πόλις
ἐστὶν Ἀνθηδών· γενέσθαι δὲ τῇ πόλει τὸ ὄνομα οἱ
μ
ὲν ἀπὸ Ἀνθηδόνος νύμφης, οἱ δὲ Ἄνθαν δυναστεῦσαι
λέγουσιν
ἐνταῦθα, Ποσειδῶνός τε παῖδα καὶ Ἀλκυόνης
τ
ῆς Ἄτλαντος. . Ἀνθηδονίοις δὲ μάλιστά που κατὰ μέσον
τῆς πόλεως Καβείρων ἱερὸν καὶ ἄλσος περὶ αὐτό ἐστι,
πλησίον <δὲ> Δήμητρος καὶ τῆς παιδὸς ναὸς καὶ ἀγάλ-
ματα λίθου λευκοῦ· Διονύσου τε ἱερὸν πεποίηται καὶ
ἄγαλμα πρὸ τῆς πόλεως κατὰ τὸ ἐς τὴν ἤπειρον.
ἐνταῦθά εἰσι μὲν τάφοι τῶν Ἰφιμεδείας καὶ Ἀλωέως
παίδων· γενέσθαι δέ σφισι τοῦ βίου τὴν τελευτὴν
ὑπὸ Ἀπόλλωνος κατὰ τὰ αὐτὰ Ὅμηρος πεποιήκασι καὶ
Πίνδαρος, <προστίθησι δὲ Πίνδαρος,> ὡς ἐπιλάβοι
τὸ χρεὼν αὐτοὺς ἐν Νάξῳ τῇ ὑπὲρ Πάρου κειμένῃ.
τούτων τε δή ἐστι τῇ Ἀνθηδόνι μνήματα καὶ ἐπὶ τῇ  
θαλάσσῃ καλούμενον Γλαύκου πήδημα· εἶναι δὲ αὐτὸν
ἁλιέα, καὶ ἐπεὶ τῆς πόας ἔφαγε, δαίμονα ἐν θαλάσσῃ
γενέσθαι καὶ ἀνθρώποις τὰ ἐσόμενα ἐς τόδε προλέγειν
οἵ τε ἄλλοι πιστὰ ἥγηνται καὶ οἱ τὴν θάλασσαν πλέ-
οντες πλεῖστα ἀνθρώπων ἐς τὴν Γλαύκου μαντικὴν
κατὰ ἔτος ἕκαστον λέγουσι. Πινδάρῳ δὲ καὶ Αἰσχύλῳ
πυνθανομένοις παρὰ Ἀνθηδονίων, τῷ μὲν οὐκ ἐπὶ
πολὺ ἐπῆλθεν ᾆσαι τὰ ἐς Γλαῦκον, Αἰσχύλῳ δὲ καὶ
ἐς ποίησιν δράματος ἐξήρκεσε.

Εις την Βοιωτίαν, αριστερά του Ευρίπου, είναι το ονομαζόμενον Μεσσάπιον όρος και κάτωθεν αυτού είναι εις τα παράλια η Βοιωτική πόλις Άνθηδών. Μερικοί λέγουν ότι το όνομα εδόθη εις την πόλιν από την νύμφην 'Ανθηδόνα, άλλοι δε λέγουν ότι εις αυτό το μέρος εβασίλευσεν ο Άνθας, ο υιός του Ποσειδώνος και της Αλκυόνης, της κόρης του Άτλαντος. Εις το μέσον περίπου της πόλεως των Άνθηδονίων είναι ναός των Καβείρων  και γύρω του δάσος ιερόν, πλησίον δε υπάρχει και ναός της Δήμητρος και της κόρης της και αγάλματα μαρμάρινα. Επίσης είναι κατεσκευασμένος ναός τού Διονύσου και άγαλμα έμπροσθεν της πόλεως κατά το μέρος πού βλέπει προς την στερεάν. Εις αυτό το μέρος είναι οι τάφοι των παιδιών της Ίφιμεδείας και του Άλωέως' ότι δε ούτος έφονεύθη από τον Απόλλωνα, ομοίως έχουν γράψει εις τα ποιήματα των ό "Ομηρος και ό Πίνδαρος,...ότι τούς εύρεν ο θάνατος εις την Νάξον, ή οποία ευρίσκεται παρά πέρα από τήν Πάρον. Και τούτων λοιπόν υπάρχουν μνήματα εις την 'Ανθηδόνα Και πλησίον της θαλάσσης τό ονομαζόμενον πήδημα του Γλαύκου. Αυτός ήτο ψαράς και αφού έφαγεν από τα εκεί χόρτα, έγινε θεός θαλάσσιος και προλέγει τα μέλλοντα εις τούς ανθρώπους, και όσοι ταξιδεύουν εις την θάλασσαν λέγουν κάθε χρόνον σχετικά με την μαντικήν του Γλαύκου περισσότερα από όλους τούς ανθρώπους. "Οτε δέ ο Πίνδαρος και ο Αισχύλος εζήτησαν να μάθουν από τούς Άνθηδονίους τα κατ' αυτόν, ο μεν πρώτος δεν εσκέφθη να ύμνηση πολύ τα σχετικά με τον Γλαύκον, εις τον Αισχύλον όμως ήρκεσαν να σύνταξη τό δράμα.

Μιλά βέβαια ο Παυσανίας για τη χαμένη τραγωδία του Αισχύλου Γλαύκος Ποτνιεύς μέρος τετραλογίας με τις Φινεύς, Πέρσες και Προμηθεύς Πυροφόρος, που κέρδισε την πρώτη νίκη στα Διονύσια του 472 πΧ, Σ΄ αυτήν  ο ήρωας διέμενε στη Βοιωτία κι έτρεφε «άγριες» φοράδες. Μάλιστα για να τις κάνει ακόμα πιο πολεμικές, τις ταΐζε με κρέας ανθρώπων. Όταν ο γιος του Σίσυφου και της Μερόπης πήγε κάποτε να πάρει μέρος στα επιτάφια άθλα που οργάνωσε στην Ιωλκό ο Άκαστος για τον πατέρα του Πελία, οι φοράδες κατασπάραξαν το Γλαύκο μέσα στη μανία τους. Τούτο γιατί τα άμοιρα ζώα δεν έβρισκαν στη Θεσσαλική Ιωλκό την τροφή που είχαν συνηθίσει να τρώνε...



 Όμως ο Γλαύκος Ποτνιεύς θεωρείτε και λατρεύεται ως ο τοπικός ήρωας της περιοχής των αρχαίων Ποτνιών στην Θήβα.. Νοτιοδυτικά της Ακροπολης της Καδμείας, αποκαλύφθηκε από τους Α. Ανδρειωμένου και Β. Αραβαντινό (1993-1997) νεκροταφείο υστερογεωμετρικών χρόνων με σημαντικότατα ευρήματα.  Η περιοχή ταυτίστηκε με βεβαιότητα με τις αρχαίες Ποτνιές, δορυφορικό οικισμό των Θηβών, που αναφέρονται από τον περιηγητή Παυσανία και στις οποίες λατρεύονταν οι Πότνιες θεές Δήμητρα και Κόρη, ο Διόνυσοςκαι ο τοπικός ήρωας Γλαύκος Ποτνιεύς. 


 Η Ανθηδών αναφέρεται και στην Ιλιάδα στον κατάλογο των πλοίων  και θεωρείται ως η πιο απομακρυσμένη από γεωγραφικής απόψεως πόλη των Βοιωτών προς τον βόρειο Ευβοϊκό κόλπο, τα κάτωθι κατά τον ‘Ομηρον.

ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Β΄(στίχοι  : 494-590) [Μετάφραση : Ιάκωβου Πολυλά]


Νῖσάν τε ζαθέην 'Ανθηδόνα τ᾽ ἐσχατόωσαν·
τῶν μὲν πεντήκοντα νέες κίον, ἐν δὲ ἑκάστῃ
κοῦροι Βοιωτῶν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι βαῖνον.                510
η θεία Νίσα, η Μίδεια, η Άρνη αμπελοφόρα,

…και όσοι από την έσχατην έφθασαν Ανθηδόνα.
Πενήντα ήσαν τα πλοία των κι επάνω στο καθένα
ήσαν εκατόν είκοσι των Βοιωτών αγόρια.

‘Ομοια και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος αντιγράφοντας σχόλια άλλων συγγραφέων για την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στο έργο του «Παρεκβολαὶ εις την Ομήρου Ιλιάδα καὶ Οδύσσειαν" δίδει την ίδια προέλευση για την ονομασία της Ανθηδώνος από τον Ανθίο ή ο Άνθη/α 


Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 1, page 415, line 14

 Ἡ δὲ Ἀνθηδὼν
καλεῖται μὲν οὕτω διὰ τὸ αὐτῆς ἀνθηρὸν ἢ ἀπὸ Ἀνθηδόνος ἢ Ἀνθίου, ἀπογόνου
Ποσειδῶνος. συνῴκισαν δὲ αὐτὴν Θρᾷκες· διὸ καὶ Λυκόφρων Θρηϊκίην
Ἀνθηδόνα φησίν. ἐκ ταύτης Γλαῦκος, θαλάσσιος δαίμων κατὰ τὸν μῦθον, ὃς
ἰχθὺν εἰς γῆν ἔκθετον ἰδὼν λειπόμενον τοῦ ζῆν καί τινος βοτάνης ψαύσαντα καὶ
ἀναζωπυρηθέντα εἰς ὅπερ ἦν καὶ τῆς θαλάσσης αὖθις γενόμενον μιμεῖται καὶ
τῆς αὐτῆς πόας ἐμφαγὼν καθάλλεται εἰς θάλασσαν καὶ εἰς κῆτος μεταβαλὼν
ἀπαθανατίζεταί, φασίν. ἁλιέων δὲ ἦν ἄριστος καὶ νήξασθαι δεινότατος καὶ
ἐμβραδῦναι τῷ βυθῷ καθὰ καί τινι χέρσῳ εὔπνους. καὶ ταῦτα τὸν περὶ αὐτοῦ
μῦθον πλασθῆναι πιθανῶς ἐχορήγησαν· [Παρὰ δὲ τοῖς παλαιοῖς γένος τοῦ
Γλαύκου τούτου ποιεῖται τοιόνδε· «Ἀνθηδών νύ τίς ἐστιν ἐπὶ πλευροῖο θαλάσσης
ἀντίον Εὐβοίης. ἔνθεν ἐγὼ γένος εἰμί· πατὴρ δέ με γείνατο Κωπεύς». ναυτικὸς
δέ, φασί, καὶ κολυμβητὴς ἀγαθὸς γενόμενος πόντιος ἐκαλεῖτο, Σύμης ἐραστής,
ᾗ ὁμώνυμος ἡ ἐν Καρίᾳ νῆσος Σύμη. ᾄδεται δὲ καὶ τῆς Ἀργοῦς δημιουργὸς
γενέσθαι καὶ κυβερνῶν αὐτήν, ὅτε Ἰάσων Τυρρηνοῖς ἐμάχετο, μόνος αὐτὸς ἄτρωτος ἐν τῇ ναυμαχίᾳ μεῖναι. τὴν δὲ βοτάνην, ἣν φαγὼν ἄτρωτος ἢ καὶ ἀθάνατος ἐλέχθη γενέσθαι, ἄγρωστιν εἶπεν ὁ γράψας τὸ «καὶ θεῶν ἄγρωστιν εὗρες, ἣν   Κρόνος κατέσπειρε». μαθεῖν δὲ αὐτὴν λέγεται κατὰ μέν τινας ὑπὸ ἰχθύος, κατὰ δὲ ἄλλους ὑπὸ λαγὼ τεθηραμένου, ὃν λειποθυμοῦντα ἐκ διώξεως ἀπαχθῆναι ὑπό τινι κρήνῃ καὶ πόᾳ παρακειμένῃ ἀπομάσσειν τὸ ζῷον ἤδη ψυχόμενον· ὡς δὲ ἀνεζωπύρησεν ὁ λαγὼς τῇ βοτάνῃ, ἐπιγνούς, φασίν, ὁ Γλαῦκος αὐτῆς τὴν δύναμιν ἐνέφαγε καὶ οὕτως ἔνθεος γενόμενος εἰς θάλασσαν ἑαυτὸν ἐξέρριψε καὶ τὸ ἐντεῦθεν λαβὰς ἐνδέδωκε τῷ μύθῳ ἀοίδιμον θέσθαι αὐτόν. καὶ τοιαῦτα μὲν καὶ ταῦτα περὶ τοῦ Ἀνθηδονίου Γλαύκου.] Ἀνηγορεύθη δέ, φασί, Νίκων παγκρατιαστὴς Ἀνθηδόνιος. καὶ Λεωνίδας δὲ ζωγράφος Ἀνθηδόνιος ἦν,μαθητὴς Εὐφράνορος. κεῖται δὲ παρὰ τὸν Εὔριπον ἡ Ἀνθηδών, περὶ ἧς καὶ
οὕτω γράφεται· «Ἀνθηδὼν πόλις, λιμένα ἔχουσα, ἐσχάτη τῆς Βοιωτικῆς
παραλίας τῆς πρὸς Εὐβοίᾳ». (v. 512 – 6) Ὅτι τριάκοντα νῆες ἦσαν «Ἀσκαλάφῳ
καὶ Ἰαλμένῳ, οὓς τέκεν Ἀστυόχη δόμῳ Ἄκτορος Ἀζείδαο», ἤγουν υἱοῦ
Ἀζέως, ἀνδρὸς οὕτω καλουμένου, «παρθένος αἰδοίη ὑπερώϊον εἰσαναβᾶσα,
Ἄρηϊ κρατερῷ· ὃ δέ οἱ παρελέξατο λάθρῃ». καὶ σημείωσαι, ὅτι παρθένιο...



Η εκδοχή του Ευστάθιου μιλά και για διαφορετικές εκδοχές αθανασίας του Γλαύκου καθώς τον θέλει να είναι ένας από τους δημιουργούς και κυβερνήτες της Αργούς και κολυμβητής αγαθός. Άτρωτος  ή και αθάνατος στην ναυμαχία καθώς έχει φάει από το βότανο που κατέσπειρε ο Κρόνος και έμαθε γι αυτό από έναν ιχθύν ή από έναν λαγό που ενώ το ζώο είχε ξεψυχήσει, τρώγοντας το βοτάνι ξαναζωντάνεψε….



 συνεχίζεται ...
‎

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

ἐκ τοῦ πρωτογόνου πεφηνέναι λέγουσιν ὠοῦ...


Είδαμε στο προηγούμενο κείμενο τον ιστορικό Βηρρωσσό και τις αναφορές του περί του όντος που  εμφανίστηκε έξω από το Ερυθραίας ή Περσικό Κόλπο, ένα ον προικισμένο με ανθρώπινο λόγο, που ονομάζεται  Ωάννης ή Oννη. Ας περάσουμε όμως στην αναφορά περί του ‘Ωην κατά τον Πατριάρχη Φώτιο


Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Bibliotheca
Codex 279, Bekker page 535a, line 35

    Ὅτι μυθολογεῖ
ἄνδρα τινὰ ὠνομασμένον Ὤην τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης
ἀνελθεῖν, τἆλλα μὲν τῶν μελῶν ἰχθύος ἔχοντα, κε-
φαλὴν δὲ καὶ πόδας καὶ χεῖρας ἀνδρός, καὶ καταδεῖξαι
τήν τε ἀστρονομίαν καὶ τὰ γράμματα. Οἱ δὲ αὐτὸν ἐκ
τοῦ πρωτογόνου πεφηνέναι λέγουσιν ὠοῦ, καὶ μαρτυρεῖν
τοὔνομα· ἄνθρωπον δὲ ὄντα τὰ πάντα ἰχθῦν δόξαι,
διότι περ ἠμφίεστο κητώδη δοράν.  
  

Διότι διηγούνται μύθους για κάποιον άντρα, με το όνομα ‘Ωην ο οποίος εκ της Ερυθράς θαλάσσης ανήλθε, και τα υπόλοιπα μέλη ψαριού ήταν σ΄αυτόν αλλά είχε κεφαλή, πόδια και χέρια ανδρός. Και έκανε γνωστά, επινόησε ή εισήγαγε την αστρονομία και τα γράμματα. Γι’ αυτόν λέγουν ότι εκ του πρωτογόνου – πρωτογενούς, αρχέγονου ωού φανερώθηκε, ήρθε στο φως, αποκαλύφθηκε, εμφανίσθηκε, έφεξε, έλαμψε, καθώς το μαρτυρεί και το όνομα του. Άνθρωπος όμως ήταν σε όλα παρότι έμοιαζε ή φαινόταν ότι είναι ψάρι καθότι ήταν ενδεδυμένος ή περιβαλλόταν από κητώδη – τερατώδη, δέρμα, τομάρι,

πρωτό-γονον, τό,= ἀείζωον, Ps.-Dsc. 4.88.

αείζωος  και αιώνιος # αέναος # παντοτινός

πρωτό-γονος, ον, also η, ον Paus.1.31.4:—
first-born, firstling, ἄρνες, ἔριφοι, Il.4.102, Hes.Op.543; φοῖνιξ π. first-born, first-created, E.Hec.458 (lyr.); τὰ π. LXXMi.7.1; of the tissues,= ὁμοιομερῆ, Pl. ap.Gal.4.773; of a child, π. θάλος E.IT209 (lyr.); π. τῶν τέκνων IGRom.4.539 (Cotiaeum); π. λόγος, υἱός, Ph.1.427,308; ὄρχησις Luc. Salt.7; of the τριάς (= 1+2), Adam.Vent.46.
of rank, π. οἶκοι high-born houses (εὐγενεῖς, Sch.), S.Ph.180 (lyr.).
epith. of gods, Dam.Pr.123 bis; so Πρωτογόνη, ἡ, name of Persephone, Paus. l.c. parox. πρωτογόνος, ἡ, bringing forth first, implied by Poll.4.208.




 
Η γέννηση εκ του Ωού. Ωόν ή ώεον, ώιον και ο Χρόνος εγέννησεν ωόν κατά τους Ορφικούς. Και εκ του Ωού εγεννήθη ο Φάνης – Ερως.


ᾠόν (egg): neut gen sg

ᾠόν 1

ᾠόν, τό, old poet. forms ὤεον, ὤιον, v. sub fin.:—
egg, τίκτει ᾠὰ ἐν γῇ καὶ ἐκλέπει [ὁ κροκόδειλος] Hdt.2.68; ᾠὰ χήνεια Eriph. 7; of all birds, Arist.HA559a15; but mostly of hens' eggs, Ar. Lys.856, Fr.185, etc.; [ᾠοῦ] τὸ λευκόν, τὸ ὠχρόν, Arist.HA559a18; τὸ πυρρόν, τὸ χρυσοῦν, Hp.Mul.2.171, Ath.9.376d; ᾠὰ ἡμιπαγέα half-boiled eggs, Hp.Acut.(Sp.)53; ἑφθά, ὠμά, Thphr.Vert. 2; ᾠὸν ῥοφεῖν Nicom.Com.3; καταπίνειν Antiph.140.5; ᾠὰ κολάπτειν Anaxil.18.4(anap.); ᾠὰ γόνιμα fertile eggs, opp. ὑπηνέμια, ἄγονα, Arist.GA730a6,20; also ᾠὰ πλήρη Id.Mete.359a14; ᾠὸν τέλειον, opp. ἀτελές, Id.GA718b23,24; ᾠὸν ἀνεμιαῖον, ζεφύριον, wind-egg, Arar.6, Arist.HA560a6; σμύρνης ᾠ. lump, Hdt.2.73; ὁ Χρόνος ἐγέννησεν ᾠόν Orph.Fr.54, al., cf. Epimenid.5: metaph., ᾠὸν ἅπας γέγονεν he has become bald as an egg, AP11.398 (Nicias).
of the eggs or spawn of fish, Hdt.2.93; τὰ ᾠὰ ἀφιᾶσι Arist.HA567b22, cf. 525a7; of serpents, ib.558a26; of tortoises, ib.558a4.
of plants, seed, Id.GA731a6; cf. ᾠοτοκέω 2.
cupping-glass, τὰ ἰατρικὰ ᾠὰ ὑέλινα ὄντακαὶ σύστομα Hero Spir.1Prooem.: egg-shaped cup, Dinon 14. The word has the foll. forms: Att. ᾠόν (-  ̆), confirmed by Inscrr. ὠιῶν IG11(2).224 A11,12 (Delos, iii B. C.), Papyri (ὠιὰ χήνεα PCair.Zen. 130.26 (iii B. C.)), and later Mss.; Aeol. ὤιον, gen. ὠίω ( ̄  ̆  ̆ ̄), Sapph.56, 112; ὤεον lbyc.16, Semon.11, Call.Epigr.6.10, Nic.Th.192, Arat.956; ὤβεον is Argive acc. to Hsch. (i.e. ὤϝεον); ᾠόν oxyt. acc. to Theognost.Can.130; ὤεον proparox., ib.121. The form ὠόν, which Lat. ovum would lead us to expect, is found only in late texts (LXX De.22.6, Ev.Luc.11.12, etc.) and is due to loss of the ι in ii B. C.; cogn. with Lat. ovum, OHGei, ONorse egg (prim. Germanic ai<*>i<*>a-), whence Engl. egg.

 Ο  Φάνης η  θεότητα των Ορφικών μυστηρίων ο Έρως - αρχαιότερη του Κρόνου - λέγεται "πρωτόγονος" και "αυτόγονος"


Πρωτόγονος σημαίνει και πρωτογενής # πρωτότοκος # πρωτογέννητος # αρχέγονος # παλιός # ευγενής.

 Αρχέγονος σημαίνει και παλιός # πρωτόγονος # πρωτουργός # πρωταίτιος # γενάρχης

Στον ύμνο του Πρωτογόνου στα ορφικά διαβάζουμε:

Πρωτόγονον καλέω διφυή μέγαν αιθερόπλαγκτον
ωιογενή χρυσέαισιν αγαλλόμενον πτερύγεσσι
ταυροβόαν γένεσιν μακάρων θνητών τ' ανθρώπων
σπέρμα πολύμνηστον πολυόργιον Ηρικεπαίον
άρρητον κρύφιον ροιζήτορα παμφαές έρνος
όσσων ος σκοτόεσσαν απημαύρωσας ομίχλην
πάντη δινηθείς πτερύγων ριπαίς κατά κόσμον
λαμπρόν άγων φάος αγνόν αφ' ού σε Φάνητα κικλήσκω
ηδέ Πρίηπον άνακτα και Ανταύγην ελίκωπον
αλλά μάκαρ πολύμητι πολύσπορε βαίνε γεγηθώς
ες τελετήν αγίαν πολυποίκιλον οργιοφάνταις

ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΥ

Τον δισυπόστατο Πρωτόγονο επικαλούμαι, τον μέγα, τον αιθεροπλάνητο,
τον ωογέννητο,
με τα χρυσά φτερά που αγαλλιά,
τον ταυρόφωνο, τη γένεση των μακαρίων και των θνητών ανθρώπων,
το πολυενθύμητο σπέρμα, τον πολυόργιο, τον Ηρικεπαίο,
τον ανείπωτο, την κρύφια ορμή, τον πάμφωτο βλαστό,
συ που διέλυσες τη σκοτεινή ομίχλη των ματιών
κυκλοστρεφόμενος με τις κινήσεις των φτερών παντού στον κόσμο
φέρνοντας το ιερό λαμπρό φως, γι’ αυτό Φάνητα σε ονομάζω
κι άνακτα Πρίαπο κι Ανταύγη ζωηροφθαλμο.
Αλλά μακάριε, στοχαστικέ, γόνιμε, πήγαινε χαρούμενος
στην άγια τελετή την πολυσύνθετη των οργιοφαντών.

 

 Ο Πρόκλος παρουσιάζει την επί ίσοις όροις την συμμετοχή του Αιθέρα αλλά και του Χάους, στην γένεση αυτή εκ του Ωού

 ἦν δὲ τὸ ὠὸν ἐκεῖνο τοῦ τε Αἰθέρος ἔγγονον καὶ τοῦ Χάους,
ὧν ὃ μὲν κατὰ τὸ πέρας ἵδρυται τῶν νοητῶν, τὸ δὲ κατὰ
τὸ ἄπειρον· ὃ μὲν γάρ ἐστι ῥίζωμα τῶν πάντων, τῷ δὲ
<οὐδὲν πεῖραρ ὑπῆν>

 Δηλ.  είναι εκείνο το αυγόν απόγονος του Αιθέρα και του Χάους και απ΄ αυτά (από τον Αιθέρα και το Χάος) ο Αιθέρας τοποθετήθηκε σύμφωνα με το όριο των νοητών πραγμάτων, ενώ το Χάος σύμφωνα με το Απειρο. Διότι ο Αιθέρας ήταν η ΡΙΖΑ/ ΤΟ ΓΕΝΟΣ των ΠΑΝΤΩΝ, ενώ στο Χάος δεν υπήρχε κανένα όριον.

Επιπλέον στο παραπάνω κείμενο ο Πρόκλος ορίζει τον Αιθέρα ως το ρίζωμα, την αρχική πηγή (Αιτία) προέλευσης των πάντων, ενώ στα έργα στον Πλατωνικό διάλογο του Παρμενίδη  και στο  έργο του σχόλια «Εις Κρατύλον» αποδίδει τον ίδιο ρόλο στον ΧΡΟΝΟ όπως και ο Ορφεύς, δηλαδή παρουσιάζουν ως την πρώτην πάντων αιτίαν και την καλούν ως ΧΡΟΝΟΝ.

Proclus Phil., In Platonis Parmenidem
Page 1224, line 33
  
αὶ Ὀρφεὺς <χρόνον> ἀποκαλεῖ τὸ πρώτιστον. Μὴ
χρόνος μὲν οὖν ἐστιν ἵνα μὴ μέχρι ψυχῶν καὶ
ὅλως τῶν κινουμένων ἡ ἀπ' αὐτοῦ καθήκῃ τε-
λειότης τὰ γὰρ αἰώνια κρείττω τῶν κατὰ χρό-
νον ἐνεργούντων ἐστὶ, καὶ οὐ τῶν μὲν χειρόνων
ἐστὶν ὑποστατικὸν, τῶν δὲ κρειττόνων ἀναί-
τιον. ...
<Χρόνος> δὲ ὑπὸ Ὀρφέως ὀνομάζεται
κατὰ δή τινα θαυμαστὴν ἀναλογίαν· <γενέσεις>
γὰρ ὁ θεολόγος τῶν ἀγεννήτων μυστικὰς πα-
ραδοὺς, καὶ τὸ αἴτιον τῆς ἐκφάνσεως τῶν
θείων <χρόνον> συμβολικῶς ὠνόμασεν· ὅπου
γὰρ γένεσις, ἐκεῖ καὶ χρόνος·
 




Συνεχίζετε …