Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαίμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαίμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

περιτυχών τη αθανάτω πηγή και κατελθών εις αυτήν αθανασίας έτυχεν ...



Εκτος από την τέχνη του Γλαύκου, το θέμα της αθανασίας ή της αφθαρσίας του Γλαύκου – ως ενός εκ των ιερών ιχθύων που εξετάζουμε- είναι αυτό που αναφέρετε συχνότερα στα περισσότερα κείμενα. Είδαμε κατά τον Αλέξανδρο τον Αιτωλό στο ποίημα του που ονομάζεται  «Αλιείς»  ότι γευόμενος ένα βοτάνι έπεσε στην θάλασσα, ενώ την μαντική τέχνη του την μετέδωσε και τη δίδαξε ο ίδιος στον Απόλλωνα. Κυνηγώντας πάνω στο Όρος της Ορειας το οποίο είναι ένα ψηλό βουνό στην Αιτωλία, όταν έπιασε ένα λαγό  δεδομένου ότι είχε λιποθυμήσει από το κυνήγι και την καταδίωξη πήρε  ένα παρακείμενο στην βρύση βότανο, ακριβώς όπως ανέπνεε την τελευταία πνοή του. Ο λαγός αναβίωσε πλήρως με τη βοήθεια του βοτάνου και ο Γλαύκος, αναγνωρίζοντας τις αρετές του βοτάνου,  δοκίμασε αυτό και κατελήφθη με μια θεϊκή τρέλα έγινε θεόληπτος ή προικίσθηκε με το πνεύμα του θεού, και όταν μια θύελλα ξέσπασε με την θέληση  του Δία, ο ίδιος έπεσε στη θάλασσα.
Οι μυθοι μιλούν αλλοτε για  την αθάνατη πηγή ή για το αθάνατο βοτάνι ή το αθάνατο νερό…

Η αθανασία νοείται όμως χωρίς την αιώνια νεότητα ;
 Στις παλαιότερες παραδόσεις ο πρώτος άνθρωπος στην γραπτή ιστορία που αναζητά το μυστικό της αθανασίας φαινεται ότι είναι ο Γκιλγκαμές.  Ο Γκιλγκαμές μετα από πολλές περιπέτειες αναζήτησε τον Ουπτναπιστιμ με την ελπίδα να παρει απ΄αυτόν το μυστικό της Αθανασίας. Μετα από τις πολλές και με εκπληκτικές λεπτομέρειες διηγησεις του ο  Ουπτναπιστίμ συμφωνεί και μοιράζεται στο τέλος το μυστικό του με τον Γκιλγκαμές.
«Γκιλγκαμές  θα σου αποκαλύψω ένα μυστικό, είναι ένα μυστικό των θεών αυτό που σου λέω. Υπάρχει ένα φυτό που μεγαλώνει κάτω από το νερό, έχει μια βελόνα σαν αγκάθι και μοιάζει με τριαντάφυλλο. Θα σου πληγώσει τα χέρια αλλα αν τα καταφέρεις να το πιάσεις τότε τα χέρια σου θα κρατάνε εκείνο που ξαναδίνει στον άνθρωπο τη νεότητα του ( το έπος του Γκιλγκαμές)
Ο Γκιλγκαμές βρίσκει το φυτό αλλα το κλέβει το φίδι το οποίο το τρώει και αλλάζει το δέρμα του ξανανιώνοντας. Φαινεται ότι ο Ουπτναπιστίμ δεν ειπε τα πράγματα και τοσο ξεκαθαρα. Ο Γκιλγκαμές ειχε ξεγελαστεί γιατι του δόθηκε το μυστικό του ξανανιώματος κι όχι της αθανασίας.

 Είναι όμως η μετενσάρκωση – ή αλλαγή δέρματος/σαρκίου/σώματος/οχήματος αν θέλετε, μορφή ανανέωσης ή ξανανιώματος που χαρίζει συγχρόνως και την νεότητα και την αθανασία ;;;
Στην περίπτωση του Γλαύκου είναι ο ίδιος που κλεβει το βοτάνι ή από ψάρι ή από λαγό η βρισκει την πηγή της αθανασίας και γίνεται αθάνατος, ενώ στην περίπτωση του υιού του Μίνωα του δίδεται το βοτάνι από τον ιατρό - Δράκοντα…

Στα σχόλια  που γράφονται για την Πολιτεία  του Πλάτωνος δίνεται το παρακάτω κείμενο σχόλιο :

Scholia In Platonem, Scholia in Platonem (scholia vetera) (5035: 001)
Scholia Platonica”, Ed.
Greene, W.C.
Haverford, Pennsylvania: American Philological Association, 1938.
Dialogue R, Stephanus page 611d, line 4

tÕn GlaàkÒn fasi SisÚfou kaˆ MerÒphj enai uƒÒn, genšsqai d
qal£ttion da…mona. oátoj g¦r peritucën tÍ ¢qan£tJ phgÍ kaˆ
katelqën e„j aÙt¾n ¢qanas…aj œtucen, m¾ dunhqeˆj d taÚthn tisˆn
™pide‹xai e„j q£lassan ™rr…fh. kaˆ perihsi (sic: l. per…eisi) toÝj
a„gialoÝj p£ntaj kaˆ t¦j n»souj ¤pax toà ™niautoà ¤ma to‹j k»tesi.
manteÚetai d p£nta faàla· kaˆ g¦r ™pithroàsin oƒ ¡lie‹j nÚkta, kaq'
¿n aÙto‹j cr´ sÝn pat£gJ pollù, kaˆ katadàntej e„j tÕ ko‹lon tÁj
neëj ™strammšnhj aÙtÁj, ¢Òratoj g¦r Ð da…mwn aÙto‹j, qumiîsin,
™peucÒmenoi ¢pallag¾n ïn proagoreÚei. Ð d prosnhx£menoj tÍ
pštrv ÑlofÚretai t¾n ¢qanas…an `Ell£di fwnÍ a„olizoÚsV kaˆ pro-
lšgei zówn kaˆ karpîn fqor£n. oƒ d' ¢peÚcontai ¢pÒsitoi kaˆ ¥potoi
diateloàntej.

 Για τον Γλαύκον ισχυρίζονται ότι είναι γιος  του Σισύφου και της Μερόπης. Αυτός  βρέθηκε ή βρήκε την αθάνατη πηγή και  κατεβαίνοντας σ’ αυτήν της αθανασίας έτυχε. Αλλά επειδή δεν μπόρεσε να δείξει την πηγή αυτή και σε άλλους, ρίχτηκε στη θάλασσα. Και η μοίρα του είναι να περιτρέχει τους αιγιαλούς όλους και τα νησιά, μια φορά το χρόνο(;) σε μέρη όπου ψαρεύουν και μαντεύει πάντοτε άσχημα και κακά. Πάντα επιτηρούν οι ψαράδες την νύχτα καθώς αυτοί πρέπει με πολύ θόρυβο και παφλασμό πολύ να καταδύονται στο κοίλο του πλοίου και να το στρέφουν, (καθώς ο δαίμων-Γλαύκος είναι αόρατος). Απεύχονται ν΄ απαλλαγούν απ΄ όσα κακά, ονομάζει-μαντεύει, ο δε Γλαύκος χτυπώντας τα κύματα πάνω σ’ έναν βράχο, κλαίει και θρηνεί για την αθανασία που κατέχει ή του ‘χει δοθεί. Με Ελληνική φωνή μιλώντας την αιολική διάλεκτο προλέγει και προειδοποιεί για  των ζώων και των καρπών τον αφανισμό και τη φθορά, ενώ οι ψαράδες απεύχονται προσευχόμενοι καθώς βρίσκονται νηστικοί και διψασμένοι.

Ο Γλαύκος εν κατακλείδι είναι αυτός που ανά-κάλυψε  ή γνώρισε την ματαιότητα και φθορά του σώματος και της ύλης, ζώων, καρπών κλπ καθώς και της εναλλαγής των καταστάσεων. Ότι γεννιέται είναι καταδικασμένο να πεθάνει, όμως ταυτόχρονα γνωρίζει και την ουσία της ψυχής, την αιωνιότητά της και συνειδητοποιώντας την αλήθεια της και μη μπορώντας  να φανερώσει την ουσία της και σ’ άλλους, κλαίει και οδύρεται, κι έτσι θαλάσσιος δαίμων θεός που έχει επίγνωση για τον επερχόμενο θάνατο όλων των υλικών,  γίνεται προάγγελος κακών…
Στην Πολιτεία του Πλάτωνος όμως ο Γλαύκος αποτελεί είδος «άρρωστης» ψυχής όπου έχει προσκολληθεί στα γήινα υλικά αγαθά και έχει χάσει την αρχαία της – καθαρή και φωτεινή, θεία φύση καθώς Γλαυκός= ακτινοβόλος-  μοιάζοντας περισσότερο σε θηρίο ή αγρίμι
Plato Phil., Respublica
Stephanus page 611, section c, line 1
τι μν τοίνυν θάνατον ψυχή, κα ρτι λόγος κα ο
λλοι ναγκάσειαν ν· οον δ' στν τ ληθεί, ο λελω-
βημένον δε ατ θεάσασθαι πό τε τς το σώματος κοινω-
νίας κα λλων κακν, σπερ νν μες θεώμεθα, λλ' οόν
στιν καθαρν γιγνόμενον, τοιοτον κανς λογισμ δια-
θεατέον, κα πολύ γε κάλλιον ατ ερήσει κα ναργέστερον
δικαιοσύνας τε κα δικίας διόψεται κα πάντα νν διήλθομεν.
νν δ επομεν μν ληθ περ ατο, οον ν τ παρόντι
φαίνεται· τεθεάμεθα μέντοι διακείμενον ατό, σπερ ο τν
θαλάττιον Γλακον ρντες οκ ν τι ῥᾳδίως ατο δοιεν
τν ρχαίαν φύσιν, π το τά τε παλαι το σώματος
μέρη τ μν κκεκλάσθαι, τ δ συντετρφθαι κα πάντως
λελωβσθαι π τν κυμάτων, λλα δ προσπεφυκέναι,
στρεά τε κα φυκία κα πέτρας, στε παντ μλλον θηρί
οικέναι οος ν φύσει, οτω κα τν ψυχν μες θεώμεθα
διακειμένην π μυρίων κακν. λλ δε, Γλαύκων, κεσε
βλέπειν.
 Πο; δ' ς.
 Ες τν φιλοσοφίαν ατς, κα ννοεν ν πτεται κα
οων φίεται μιλιν, ς συγγενς οσα τ τε θεί κα
θανάτ κα τ ε ντι, κα οα ν γένοιτο τ τοιούτ
πσα πισπομένη κα π ταύτης τς ρμς κκομισθεσα
κ το πόντου ν νν στίν, κα περικρουσθεσα πέτρας
τε κα στρεα νν ατ, τε γν στιωμέν, γεηρ κα
πετρώδη πολλ κα γρια περιπέφυκεν π τν εδαιμόνων
λεγομένων στιάσεων. κα τότ' ν τις δοι ατς τν ληθ  
φύσιν, ετε πολυειδς ετε μονοειδής, ετε π χει κα
πως· νν δ τ ν τ νθρωπίν βί πάθη τε κα εδη,
ς γμαι, πιεικς ατς διεληλύθαμεν.

Είπα: Λοιπόν για το ότι η ψυχή είναι αθάνατη, αυτό θα μας ανάγκαζαν να το παραδεχτούμε και το -πρόσφα­το επιχείρημα και άλλα επιχειρήματα. Για το τι είναι όμως -πραγματικά, αυτό πρέπει να το δει όχι κακοποιη­μένο από το συσχετισμό του με το σώμα και με τα άλλα κακά, όπως τη βλέπουμε εμείς τώρα, αλλά πρέπει να τη διερευνήσει προσεχτικά με το λογισμό του, πώς είναι η ψυχή, όταν καθαρθεί από τους συσχετισμούς της, και τότε θα διαπιστώσει ότι είναι βέβαια πολύ πιο όμορφη και θα διακρίνει με μεγαλύτερη καθαρότητα τα στοιχεία δικαιοσύνης και αδικίας που έχει και όλα όσα τώρα αναφέραμε. Τώρα αναφέραμε αλήθειες γι' αυτήν, πώς παρουσιάζεται τη στιγμή αυτή- ωστόσο την έχουμε δει σε μια κατάσταση σαν εκείνη του θαλασσινού θεού Γλαύκου, που όσοι τον βλέπουν δεν μπορούν να ανα­γνωρίσουν εύκολα την παλιά φύση του, καθώς τα παλιά μέρη του σώματος του άλλα έχουν κοπεί, άλλα έχουν συντριβεί και έχουν εντελώς παραμορφωθεί από τα κύματα, ενώ σε άλλα έχουν φυτρώσει πάνω τους όστρεα, φύκια και χαλίκια, έτσι που να μοιάζει πιο πολύ με κάθε είδους αγρίμι παρά με ό,τι ήταν στην αρχική φύση του· έτσι κι εμείς βλέπουμε σε τέτοια κατάσταση την ψυχή εξαιτίας αναρίθμητων κακών. Όμως, Γλαύκωνα, πρέπει να κοιτάξουμε προς τα εκεί.
«Προς τα πού;» ρώτησε.
Του απάντησα: Στην αγάπη της για τη σοφία και να σκεφτούμε ποια πράγματα αγγίζει και ποιες συνανα­στροφές επιθυμεί να έχει, καθώς έχει συγγενική σχέση με ό,τι είναι θεϊκό, αθάνατο και αιώνιο- επίσης να σκε­φτούμε πώς θα γινόταν, αν ακολουθούσε εντελώς το θεϊκό, το αθάνατο και το αιώνιο και με την ώθηση αυτή έβγαινε από τη θάλασσα στην οποία τώρα βρίσκεται και τίναζε από πάνω της τις πέτρες και τα όστρεα που τώρα έχει πάνω της, καθώς τρέφεται με χώμα, και έχουν κατακαθίσει πάνω της πυκνά και άγρια στρώματα από χώματα και -πέτρες από τα λεγόμενα ευτυχισμένα φαγοπότια. Τότε θα μπορούσε να δει κάποιος την αληθινή όψη της, αν έχει πολλές όψεις ή μια μόνο ή πώς αλλιώς είναι πλασμένη- για την ώρα πάντως έχουμε εξετάσει ικανοποιητικά, κατά τη γνώμη μου, τα παθήματα και τις μορφές που έχει στην ανθρώπινη ζωή της.


 Η πλατωνική αναφο­ρά  έχει το συμβολισμό της: όπως και στην περίπτωση του μυθολογικού Γλαύκου, η ψυχή είναι φορ­τωμένη από προσκολλημένη φερτή ύλη, που δίνει εικόνα της αντίθετη με την καθαρή υπόσταση της. Η αντίθεση αυτή θα ξαναγυρίσει στον καταληκτικό μύθο του Ηρός και εξής με κάποια πάντως διαφοροποίηση: εκεί άλλες ψυχές θα γυρί­σουν καθαρές από το ουράνιο ταξίδι τους και άλλες λασπωμέ­νες και σκονισμένες από τη γη.
Στην τελευταία παράγραφο του κεφαλαίου βεβαι­ώνεται ρητά ότι η καθαρή και αθάνατη ψυχή ταυτίζεται μόνο με το φιλοσοφικό στοιχείο της· αυτό επιθυμεί έντονα την ένωση του με το θεϊκό και με το αθάνατο «είναι», είναι έρω­τας στραμμένος στην αναζήτηση της αλήθειας  Οι φυσικές επιθυμίες και οι γήινες επιδιώξεις διαμορφώνονται από την ένωση της ψυχής με το σώμα· αυτές μένουν και διαρ­κούν και πέρα από την επίγεια ζωή.
      Στο Φαίδρο τελικά γίνεται πραγματικά η αποκατάσταση της ψυχής, εδώ αναδύεται ο Γλαύκος από τη θάλασσα και εορτάζει την ανάστασή του, ξαναβρίσκει την «αρχαία φύσιν» του δηλαδή την παλαιά του ενότητα και πληρότητα.
Καταλαβαίνούμε πολύ καλά λοιπόν γιατί   ΓΛΑΥΚΟΣ = 724 = ΔΥΝΟΣ = ΕΝ ΚΛΗΜΑΤΟΣ (δεμένος και παγιδευμένος με κλήματα-κρίματα) = ΜΕΘΥΟΣ = ΠΑΛΕΥΣΗ =  ΘΕΙΟΝ ΠΥΡ (θείον πύρ), = ΘΕΙΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ (θείος αριθμός), =  ΘΕΙΟΣ ΝΟΜΟΣ (θείος νόμος), ΠΑΝΕΠΟΠΤΗΝ (πανεπόπτης, ο παρακολουθών τα πάντα )= ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΛΛΗΝ (το όνομα Έλλην) κλπ κλπ

  Όμοια και οι ονομασίες του Γλαύκου/Παλαιμωνα/Μελικέρτη δεν είναι παρά στάδια ωρίμανσης ή διαδοχικές φάσης της ψυχής καθώς αυτή προσπαθεί για την επιστροφή της στην πρώτη καθαρή και αρχαία της φύση  ή μήπως τα τρία μέρη της ψυχής ;   

Όμοια βλέπουμε ότι  ΓΛΑΥΚΟΝ (ακτινοβόλον) = 574 = ΔΥΝΟΝ = ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑΙ (αίγλη, ακτίς, απαύγασμα, αστραποβόλημα, εκπομπή ακτίνων, λαμπηδών, λάμψις, λαμπύρισμα, σέλας, σελάγισμα, φεγγοβολή, φωτοβολή, αμάρυγμα, αμάρυγξ, αντίλαμψις, αυγή, έκλαμψις, επιφωτισμός, μαρμαρυγή, περιαύγεια, φωταύγεια), = ΔΕΛΦΙΚΕ = ΕΛΑΤΗΡΙΟΝ (ελατήριον, μέσον απομάκρυνσης, προώθησης ή απώθησης )= ΣΕΙΡΗΝΑΣ = ΤΡΙΠΟΔΙ = ΦΙΔΙΝ
Ο Παλαίμων όπου Παλαίμων : κ το πάλη ( σημαίνει τν παλαίστραν) γίνεται κα το αμων, τουτέστιν μπειρος τς παλαιστικς(Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 647, line 19
)- σημείωση Παλαίμων καλειται και ο Ηρακλής (
Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΠΩ) Alphabetic letter pi, entry 131, line 1)
 
Ο Παλαίμων, λοιπόν, ταυτίζεται με τον Βαίτυλο = μετεωρόλιθο, μετεωρίτη ή θραύσμα στερεού υλικού αστρικής προέλευσης. Προσπαθεί να βρει την Εφύρα- Γέφυρα και δίδεται και η ισοψηφία με τον Παλινδίνητο δηλ. του περιστρεφόμενου, επιστρεφόμενου κυκλικώς και συνεχώς ως επίθετο του Ωκεανού αλλά και της συνεχώς στροβιλιζομενη φύσης της ψυχής, καθώς ζωή και κίνηση είναι τα δυο κύρια γνωρίσματα της ψυχής.

Ο ΠΑΛΑΙΜΩΝΑ = 1013 = ΒΑΙΤΥΛΟΣ = ΕΦΥΡΗ = ΜΕΓΑΡΙΔΩΝ = ΜΕΛΙΚΗΡΩ =ΑΚΡΑΙΦΝΗΣ ΕΛΛΗΝ = ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ (αρχάγγελος), ΕΥΧΗ (ευχή),  = ΚΟΜΗΤΗΣ ΛΑΜΠΑΔΙΑΣ (κομήτης Λαμπαδίας), = ΠΑΛΙΝΔΙΝΗΤΟΥ (παλινδίνητος, συνεχώς στροβιλιζόμενος, περιστρεφόμενος, επ. Ωκεανού // Mag.) .

συνεχίζεται…

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

ὅτι Γλαῦκός τις Σάμιος πρῶτος σιδήρου κόλλησιν ἐξεῦρε.



Κάποιες άλλες εκδοχές μιλούν για την μοναδική τέχνη του Γλαύκου του Χίου ή του Σάμιου καθώς είναι  αυτός που βρήκε την κόλληση του σιδήρου, ένα τεχνίτης Γλαύκος που γνωρίζει το σίδηρο την επεξεργασία του και την κατεργασία του. Η αρχαιότατη ανακάλυψη της κατεργασίας του σιδήρου ανήκει στους Έλληνες.


Michael Apostolius Paroemiogr., Collectio paroemiarum
Centuria 5, section 49, line 1

 <Γλαύκου τέχνη:> π τν μ ῥᾳδίως κατεργαζομένων.
π τν πάνυ πιμελς κα ντέχνως εργασμένων· πειδ
οτος ερε σιδήρου κόλλησιν, Χος ν

Pausanias Perieg., Graeciae descriptio
Book 10, chapter 16, section 1, line 4

                                      τοτο <Γλαύκου>
μέν στιν ργον το Χίου, σιδήρου κόλλησιν νδρς ερόντος·

 
Suda, Lexicon
Alphabetic letter sigma, entry 376, line 2

τι Γλακός τις Σάμιος πρτος σιδήρου κόλλησιν ξερε.
«Γλαύκος γαρ Χίος σιδήρου κόλλησιν εύρεν, στον Φαίδωνα του Πλάτωνος .

Ο Γλαύκος ο Χίος ή ο Σάμιος κατά το λεξικό του Σουίδα είναι ο πρώτος που ανακάλυψε την κόλληση του Σιδήρου Ο πρωταρχικός ρόλος του σιδήρου και των μετάλλων γενικότερα στην εξέλιξη της ιστορίας της ανθρωπότητας. Κόλληση σιδήρου αλλά και η μετατροπή του σε σκληρό χάλυβα. Σκλήρυνση μέσω της ενανθράκωσης, θερμαίνοντας δηλαδή στον σίδηρο μέσα σε διάπυρη χόβολη από ξυλοκάρβουνα και κατόπιν μέσω  θερμικής κατεργασίας –βαφής – και την επαναθέρμανσής του σε χαμηλή πλέον θερμοκρασία.


Michael Apostolius Paroemiogr., Collectio paroemiarum
Centuria 5, section 49, line 1

 <Γλακος πιν μέλι, νέστη:> π τν κηρυχθέν-
των, τι πέθανον, ετα φανερουμένων⁝ <Γλαύκου πο-
θανόντος,> ο το Σισύφου, π τ μέλιτι, Μίνως ν
τ τύμβ κατώρυξε τν το Κοιράνου Πολύειδον, ς ν
κ το ργους. ς δν δράκοντι πόαν πιθέντα τεθνετι
κα ναστήσαντα ατν, κα οτος τ ατ ποιήσας ες
τν Γλακον νέστησε. Τοτο δ δύνατον. γένετο δ  
τοιόνδε τί· Γλακος πιν μέλι, ταράχθη· χολς δ πλείο-
νος ατ κινηθείσης λυποθύμησεν Γλακος. φίκοντο
ον ο τε λλοι ατροί, τε δ χρήματα ληψόμενοι, λλ
δ κα Πολύειδος. ς δν τν πόαν ν μαθε παρά τινος
ατρο, νομα ν Δράκων, κα ταύτ τ βοτάν χρη-
σάμενος, γι ποίησε τν Γλακον. λεγον ον τινες, τι
Πολύειδος τν Γλακον π μέλιτος θανόντα νέστησεν·
φ' ν τν μθον πλάσσαντο. 
 
Οι Παροιμιογράφοι, Μυθολόγοι, νθολόγοι όπως ο Μιχαλ ποστόλιος δίνουν τις δικές τους εκδοχές, κατά τον 15ο αιώνα, για τις μυθικές θεότητες όπως ο Γλαύκος.

Οτι ο Γλαύκος τρώγοντας/πίνωντας μέλι  αναστήθηκε και ότι ο Δράκων ήταν ο γιατρός που τον εφερε στη ζωή μετα από την λυποθυμία που είχε…και κάπως έτσι πλασθηκε ο μύθος για την επαναφορά του στη ζωή- ενώ στην ουσία ειχε λυποθυμήσει  και ότι  ανεστήθει, ενώ θεωρούσαν ότι ήταν νεκρός, και επανήλθε στη ζωή.

Δεν στεκομαι στις θεραπευτικές και μοναδικές ιδιότητες του μελιού, αυτά μπορειτε να τα βρείτε σε διάφορα site : http://www.meli-kalavrita.gr/properties.html

Ούτε στην σύνδεση του μελιού και των Εσσήνων- ιερέων  ή της Μέλισσοθεάς στην Κρήτη, αυτα θα αναφερθούν σε κάποιο μελλοντικό κείμενο
 


 <Γλακος φαγν πόαν οκε ν θαλάττ:> μοία
τ προτέρ⁝ <Αδεται> τι Γλακος θαλάττιος φαγν
πόαν, θάνατος γένετο κα νν ν θαλάττ οκε. τ δ
τ πό ταύτ μόνον Γλακον ντυχεν, κα λίαν νι γε
εηθές, τό τε νθρωπον ν θαλάσσ λλο τι τν χερ-
σαίων ζν. χει δ τ ληθς οτως· Γλακος ν νρ
λιες νθηδόνιος· ν δ κολυμβητής, ν τούτ περ-
φέρων πάντων κολυμβητν. κολυμβντα δ ν τ λιμένι
ρώντων ατν τν πολιτν, ατς διακολυμβήσας ες
τινα τόπον, κα μ φθες τος οκείοις μέρας κανάς,
διακολυμβήσας πάλιν, φθη ατος. πυνθανομένων δ τν
οκείων, πο διέτριβεν, ατς ψευδόμενος φη, ν τ θα-
λάττ· κα συγκλείων ες ατν χθύας, πότε χειμν γέ-
νοιτο κα μηδες τν λλων λιέων χθς δύναιτο λαμ-
βάνειν, λέγετο τος πολίταις, τίνας βούλοιντο τν χθύων
ποκομισθναι ατος· κα κομίζων ος ν θελον, Γλα-
κος θαλάσσης κλήθη. κα περιτυχν θηρί θαλαττί πώ-
λετο· μ λθόντος δ ατο κ τς θαλάττης μύθευσαν
ο νθρωποι, ς ν θαλάττ οκε κκε μένει.

Και ανάμεσα στις τόσες αναφορές, των βυζαντινών ανθολόγων, διαβάζουμε και το ότι ο Γλαύκος ήταν δεινός κολυμβητής και έλεγε ψέματα στους άλλους κολυμβητές ότι διαμένε στην θαλασσα. Κι όταν κάποια στιγμή  συνάντησε κάποιο θαλάσσιο θηριο χάθηκε και  μην επιστρέφοντας από τη θάλασσα οι άνθρωποι θεώρησαν ότι– μεταμορφώθηκε  σε θαλάσσια θεότητα.

Ενώ κατά τον κατά τον Νικόλαο Γ. Πολίτη …

Η τροφή ή το ποτό που δίνει υπερφυσικές δυνάμεις είναι μυθολογικό στοιχείο. Κατά τον Ψευδοκαλλισθένη, έτσι μετα­μορφώθηκαν σε γοργόνες οι αδελφές του Αλέξανδρου (βλ. ππ.552, 651), αλλά και στον βοιωτικό μύθο ο Γλαύκος που βρήκε κατά τον Αισχύλο την «αείζων άφθιτον πόαν» (απόσπ. 28) ή την αθάνατη πηγή —το αθάνατο βοτάνι ή το αθάνατο νερό των νεότερων λαϊκών παραδόσεων— και ρίχτηκε στη θά­λασσα. Γλαύκου πήδημα, όπως μαρτυρεί ο Παυσανίας (9.22.7), έδειχναν ακόμη την εποχή του σ' ένα σημείο της ακτής στην Ανθηδόνα. Στενά συγγενικός είναι όμως και ο μύθος της Ινώ., που ρίχτηκε στο πέλαγος μαζί με τον γιο της, τον Μελικέρτη: η Ινώ έγινε η Νηρηίδα Λευκοθέα, και ο Μελικέρτης ο ήρωας Παλαίμων. Η λατρεία των θεοτήτων αυτών, όπως και του Γλαύ­κου, ήταν διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα, γι' αυτό σε ορισμέ­νες παραλλαγές οι δύο μύθοι συγχωνεύονται: άλλοτε ο Μελικέρτης μετονομάζεται Γλαύκος, άλλοτε αναφέρεται ότι ο Γλαύκος και ο Μελικέρτης ήταν εραστές, και άλλοτε ότι ο Γλαύκος καθιέρωσε πρώτος τα Ίσθμια προς τιμήν του Μελικέρτη. (Άλλος τύπος της Ινώς-Λευκοθέας ήταν επίσης η θεά Αλία-Λευκοθέα της Ρόδου.) Κατά τον ίδιο τρόπο ο Τέννης της Τενέδου ταυτί­στηκε με τον Παλαίμονα, και η αδελφή του η Λευκοθέα ή Ημιθέα με τη Λευκοθέα — αλλά στον τενέδιο μύθο ο πατέρας τους παρασύρθηκε από τις συκοφαντίες της μητριάς τους και «ένέβαλε τούς αδελφούς εις λάρνακα καί άφηκε φέρεσθαι εν τη Θαλάσση» (Σχολιαστής Λυκόφρονος, 232).

Στην ίδια κατηγορία ανήκει ίσως και ο μύθος για τους Τυρρηνούς, που η οργή του Διονύσου τούς έκανε να πέσουν μαινό­μενοι στη θάλασσα και να μεταμορφωθούν σε δελφίνια. Τον σύνδεσμο με τους υπόλοιπους μύθους μαρτυρούν δύο άλλες εκδοχές: ότι ο Γλαύκος στη Νάξο τιμωρήθηκε από τον Διόνυσο «ένδεθείς δι' άμπελίνου δεσμού», αλλά έπειτα αφέθηκε ελεύθερος γιατί ο θεός τον συχώρεσε, καθώς και το ότι ο Γλαύκος κυβερνούσε την Αργώ όταν ο Ιάσονας πολεμούσε με τους Τυρρηνούς (Αθηναίου Δειπνοσοφισταί, 7).
Ο αρχικός μύθος για τη μεταμόρφωση των Τυρρηνών σε δελφίνια πρέπει, κατά τον Ν.Γ.Π., να έχει αλλοιωθεί από τις πολλές ποιητικές διασκευές του, «διότι ή μεταμόρφωσις εις τό φιλάνθρωπον καί θαυμάσιον ένάλιον θηρίον έχει χαρακτήρα αμοιβής μάλλον ή τιμωρίας». Ο μύθος ανήκει στον κύκλο τον διηγήσεων για τους ανθρώπους που έπεσαν στη θάλασσα αλλά σώθηκαν από δελφίνια, γι' αυτό απεικονίζονται συνήθως πάνω στη ράχη ενός δελφινιού: ας σημειωθεί ότι και ο ήρωας Παλαίμων παρουσιάζεται καβάλα σε δελφίνι, και σε καλλιτεχνικά μνημεία και σε νόμισμα της Κορίνθου. Σε παραλλαγή τού μύ­θου τού Παλαίμονα, ο Διόνυσος τον έσωσε μαζί με τη μητέρα του, και αυτός τούς έδωσε τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμων.

Έτσι, και ο μύθος των Τυρρηνών είναι, εντέλει, παραλλαγή (του μύθου του Παλαίμονα.
Άλμα στη θάλασσα και αποθέωση αναφέρουν και οι Κρητικοί και οι αιγινητικοί μύθοι για τη Βριτόμαρτη (Παυσανίας, ' 30.3). Σημαντική μοιάζει μια λεπτομέρεια από τον Καλλίμαχο (Αίτια, 3.200-203): στις γιορτές που τελούσαν προς τιμήν της, τα στεφάνια ήταν πλεγμένα από πεύκο ή σκίνο, και Ποτέ από μυρτιά —κάτι που γεννά το ερώτημα αν κάποιο από / φυτά αυτά έπαιξε στον μύθο ρόλο ανάλογο με την περίφημη πόα του Γλαύκου. Το άλμα επίσης μοιάζει να είναι χαρακτηριστικό της μετάβασης από τον κόσμο των θνητών στον κόσμο των ηρώων, όπως φαίνεται από τους μύθους για τον Σάρωνα και τον Αιγέα


Στην παράδοση αυτή, η καρδιά του στοιχειού είναι κάτι ανάλογο με την πόα του Γλαύκου· πρόκειται, κατά τον Ν.Γ.Π., για απόρροια «της παλαιότατης καί παγκοίνου δοξασίας, καθ' ην αί ιδιότητες τας οποίας είχε πάν σώμα προτού μεταβληθη εις τροφήν, μεταδίδονται εις τον γευόμενον, διότι φαντάζονται ότι διά της γεύσεως απορροφάται καί ή ενοικούσα έως τότε  εις τό έσθιόμενον ψυχή αυτού». Στη δοξασία αυτή αναφέρεται και η παροιμία «Όφις αν μή φάγη οφιν, δρά­κων ού γενήσεται», που καταγράφεται από τον Μιχαήλ Αποστόλη τον 15ο αιώνα· δεν είναι όμως αρχαία, αλλά παράφραση της δημώδους. Η παροιμία σχετίζεται ωστόσο με την παμπάλαιη δοξασία για τον βασιλίσκο, που έλεγαν πως γεννιέται από το  φίδι που θα επικρατήσει στο αλληλοφάγωμα πολλών πεινασμένων φιδιών. Παραλλαγές της παροιμίας αυτής μνημονεύουν θεριό αντί για δράκοντα — «Όποιος δε φάει θεριό, δε θεριεύει» — και άλλες λιοντάρι ή στοιχειό — «Αν δε φας από στοιχειό, δε στοιχειώνεις» ή «Αν δε φας από στοιχειό, ποτέ δε μεγαλώνεις». Ας προστεθεί ότι η δοξασία αυτή πέρασε και στις προλήψεις και στα παραμύθια και τα δημοτικά τραγούδια: εκεί, όποιος φάει γλώσσα προβάτου γίνεται φλύαρος, όποιος φάει μυαλό πετεινού γίνεται πετεινόμυαλος, ένας σκύλος «ήτανε σα θεριό μεγάλος, γιατί ήφαε εκείνο το θεριό και θέριεψε», και τα όρνια που τρώνε τις σάρκες του αντρειωμέ­νου βγάζουνε «πήχη το φτερό και πιθαμή το νύχι»…

Συνεχίζεται…