Η τέχνη της ανάγνωσης, πρόκειται για μια "σχεδόν" λησμονημένη τέχνη. Χιλιάδες βιβλία γράφονται και διαβάζονται κάθε χρόνο, ελάχιστοι όμως οι άνθρωποι που τα αναγιγνώσκουν: εκείνοι δηλαδή που αναγνωρίζουν σ΄ ένα βιβλίο μιά άγνωστη πλευρά του εαυτού τους, μιά ξεχασμένη αίσθηση ή μιά συγκίνηση που έρχεται στην επιφάνεια με τη διακριτική μεσολάβηση του συγγραφέα. Αυτοί είναι οι αληθινοί αναγνώστες...
Για την ένθεον μαντική, η ευαίσθητη γυναικεία ψυχή φαινόταν πιο επιδεκτική θείας επιρροής. Άλλωστε η αληθινή μαντική επιτυγχάνεται με τον "ενθουσιασμό" όπως είπαμε σε προηγούμενο κείμενο, από την παρουσία δηλαδή του Θεού μέσα στην ψυχή της προφήτιδος- ιέρειας που δέχεται κάποια θεότητα της αποκάλυψης. Ας μην ξεχνούμε ότι γύρω από την θεά Μεγάλη Μητέρα -Παμμήτειρα Γαία περιστρέφονται όλοι οι μύθοι για ιερά Μαντεία, όμοια με αυτά των παλαιότερων Σπηλαίων.
Η μαντική, δηλαδή η προαίσθηση και η γνώση της βουλήσεως των Θεών. Η μαντική υιοθετεί συχνά την μέθοδο των εξιλασμών και των καθαρμών, των εξορκισμών, που οι Έλληνες ονόμασαν "Κάθαρσιν" και που λειτουργούσε πρωτίστως στα αρχαία Μυστήρια.
Ο Ιάμβλιχος στο κείμενο του «Περί Αιγυπτίων μυστηρίων» γράφει για την μαντική τέχνη:
Iσχυρίζεσαι πως υπάρχουν πολλοί που αντιλαμβάνονται το μέλλον μέσω της έκστασης και της θεϊκής κατοχής και πως είναι ξύπνιοι, όσον αφορά την ικανότητά τους να ενεργούν σύμφωνα με τις αισθήσεις τους, από την άλλη όμως, χάνουν τη συνείδηση του εαυτού τους ή δεν την έχουν όσο και πριν. Θέλω και σ’ αυτήν την περίπτωση να εκθέσω τα χαρακτηριστικά όσων κατέχονται πραγματικά από το θεό- γιατί εάν θέτουν όλη τη ζωή τους εν είδει οχήματος ή οργάνου στη διάθεση των θεών που τους εμπνέουν, εάν αλλάζουν την ανθρώπινη ζωή τους για τη θεϊκή ή ακόμη διαμορφώνουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις του θεού, τότε ούτε ενεργούν σύμφωνα με τις αισθήσεις τους, ούτε γρηγορούν στον ίδιο βαθμό με όσους έχουν τις αισθήσεις τους σε διέγερση, ούτε προσλαμβάνουν οι ίδιοι το μέλλον, ούτε κινούνται όπως εκείνοι που ενεργούν εξαιτίας μιας ορισμένης ορμής• αλλά δεν έχουν πια συνείδηση του εαυτού τους, ούτε όπως πριν, ούτε με κανέναν άλλο τρόπο, ούτε στρέφουν καθόλου τη φυσική τους διάνοια προς τον εαυτό τους, ούτε και προβάλλουν κάποια ιδιαίτερη γνώση.
Η μεγαλύτερη απόδειξη γι’ αυτά είναι το εξής: πολλοί [οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση καταληψίας], ακόμη και όταν τους πλησιάζει φωτιά, δεν καίγονται, γιατί η φωτιά δεν τους αγγίζει εξαιτίας της έμπνευσης του θεού- και πολλοί, μολονότι καίγονται, δεν αντιδρούν, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ζουν τη ζωή ενός [φυσιολογικού] έμψυχου όντος. Ορισμένοι που τρυπιούνται με σουβλιά, δεν νιώθουν τον πόνο- άλλοι χτυπιούνται με τσεκούρια στην πλάτη, άλλοι κατακόβουν τα χέρια τους με μαχαίρια, κι όμως δεν αισθάνονται τίποτα. Οι ενέργειες τους δεν είναι με κανένα τρόπο ανθρώπινες• Τα απρόσιτα γίνονται προσιτά γι’ αυτούς που τους έχει εμπνεύσει ο θεός• και στη φωτιά ρίχνονται και μέσα από τη φωτιά διαβαίνουν και ποταμούς διασχίζουν, όπως η ιέρεια στα Καστάβαλλα. Απ’ όλα αυτά γίνεται φανερό πως δεν αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, όταν κατέχονται από το θεό, και πως δεν ζουν ζωή ανθρώπινη ή γενικά έμψυχου όντος, σύμφωνα με τις αισθήσεις ή τις ορμές, αλλά παίρνουν για αντάλλαγμα μια άλλη, πιο θεϊκή υπόσταση, απ’ την οποία εμπνέονται και κατέχονται ολοκληρωτικά.
Υπάρχουν διάφορα είδη θεϊκής κατοχής και η θεϊκή έμπνευση τίθεται σε κίνηση με πολλούς τρόπους, με αποτέλεσμα τα σημάδια της να είναι πολλά και διαφορετικά. Αφ’ ενός οι διαφορετικοί θεοί, απ’ τους οποίους εμπνεόμαστε, προκαλούν διαφορετικά είδη έμπνευσης,αφ’ ετέρου, και ο τρόπος της ένθεης κατάστασης με τις διάφορες παραλλαγές του μορφοποιεί και την ανάλογη θεοφορία. Γιατί ή ο θεός αναλαμβάνει την κατοχή μας ή γινόμαστε εξ ολοκλήρου μέρος του θεού ή προσαρμόζουμε τις ενέργειές μας με τη δική του• ενίοτε συμμετέχουμε στην κατώτερη δύναμη του θεού, κάποτε στη μέση δύναμή του, κάποτε στην ανώτερη• ορισμένες φορές πρόκειται για απλή συμμετοχή, άλλοτε για ένα είδος κοινωνίας, άλλοτε συνδυασμός αυτών των δύο τύπων ένθεης κατάστασης• άλλοτε πάλι το απολαμβάνει ή μόνη η ψυχή ή συμμετέχει μαζί με το σώμα ή το απολαμβάνει και όλη η προσωπικότητα. Κατά συνέπεια, τα χαρακτηριστικά αυτών που βιώνουν την έμπνευση είναι ποικίλα: κίνηση του σώματος ή κάποιων μερών του, ολική ηρεμία του σώματος, αρμονικοί τόνοι, χοροί, μελωδικές φωνές ή τα αντίθετα. Και το σώμα φαίνεται να υψώνεται ή να διογκώνεται ή να αιωρείται στον αέρα• παρατηρούνται, όμως, και φαινόμενα αντίθετα από τα προηγούμενα. Η φωνή [του κατεχόμενου] είναι πολλές φορές ομοιόμορφη ως προς την ένταση ή τα διαστήματα που διασπούν τη σιωπή, άλλοτε όμως είναι ανομοιόμορφη: ορισμένες φορές οι ήχοι αυξάνονται και ελαττώνονται με τρόπο μουσικό, ενίοτε όμως με κάποιον άλλο τρόπο. Το πλέον σημαντικό: ο θεουργός βλέπει το πνεύμα που κατεβαίνει και εισέρχεται στο μέντιουμ, πόσο μεγάλο είναι και με τι μοιάζει- με κάποιο μυστηριώδη τρόπο μπορεί να το πείθει και να το εξουσιάζει. Το μέντιουμ επίσης βλέπει το πνεύμα, πριν το δεχτεί, με τη μορφή φωτιάς- ορισμένες φορές η φωτιά γίνεται ορατή σε όλους όσους παρακολουθούν, είτε την ώρα που ο θεός κατεβαίνει είτε την ώρα που αναχωρεί. Συνεπώς, αυτοί που γνωρίζουν, κατορθώνουν να κατανοήσουν τη βαθύτερη αλήθεια, την αληθινή δύναμη, την αληθινή τάξη, την οποία αντιπροσωπεύει [ο θεός] και καταλαβαίνουν αναφορικά με ποια πράγματα λέει εκ φύσεως την αλήθεια και ποια δύναμη παρέχει ή ασκεί. Όσοι, όμως, έλκουν κάτω τα πνεύματα δίχως αυτές τις εξαίσιες εμπειρίες, στα κρυφά, ψηλαφούν στο σκοτάδι και δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν, εκτός από ορισμένα εντελώς ασήμαντα σημάδια στο σώμα του κατεχόμενου προσώπου και κάποιες άλλες εκδηλώσεις ορατές με ευκολία- την πλήρη ουσία, όμως, της θεϊκής έμπνευσης, που παραμένει στα σκοτάδια γι’ αυτούς, την αγνοούν. Ένα άλλο είδος θείας κατοχής, πολύμορφο και ένθεο, η μαντεία, είναι φημισμένο και εξαιρετικά εναργές• γι’ αυτό μπορείς να εκφραστείς ως εξής: «υπάρχουν κάποιοι που πίνουν νερό, όπως ο ιερέας του Κλαριού Απόλλωνα στην Κολοφώνα- άλλοι κάθονται κοντά στο στόμιο μιας σπηλιάς, όπως η ιέρεια που χρησμοδοτεί στους Δελφούς• άλλοι εισπνέουν ατμούς υδάτων, όπως οι προφήτισσες στους Βραγχίδες». Ανάφερες αυτά τα τρία διάσημα μαντεία, όχι γιατί ήταν τα μόνα (γιατί πολύ περισσότερα είναι όσα παρέλειψες), αλλά επειδή ήταν πιο σημαντικά από τα άλλα και συνάμα επειδή μπόρεσες να αναδείξεις το πρόβλημα -εννοώ τον τρόπο με τον οποίο οι θεοί στέλνουν τη μαντεία στους ανθρώπους- με αρκετή σαφήνεια- γι’ αυτό αρκέστηκες σ’ αυτά τα παραδείγματα. Έτσι κι εγώ θα κάνω λόγο μόνον γι’ αυτά τα τρία, παραλείποντας το μεγαλύτερο αριθμό των μαντείων. Το μαντείο στην Κολοφώνα, κατ’ αρχήν όλοι συμφωνούν πως δίνει χρησμούς χρησιμοποιώντας νερό. Λένε πως υπάρχει μια πηγή σε ένα υπόγειο κτίσμα και πως απ’ αυτήν πίνει ο προφήτης σε καθορισμένες μέρες, αφού πρώτα λάβουν χώρα πολλές προκαταρτικές τελετουργίες• αφού πιει, αρχίζει να χρησμοδοτεί, χωρίς πια να τον βλέπουν οι θεατές που είναι παρόντες. Ότι εκείνο το νερό είναι μαντικό, καθίσταται πρόδηλο απ’ αυτό το γεγονός (δηλαδή ότι ο προφήτης χρησμοδοτεί, αφού το πιει). Με ποιο τρόπο, όμως, είναι μαντικό, δεν μπορεί, όπως λέει η παροιμία, «να το μάθει ο καθένας». Γιατί φαίνεται σαν κάποιο μαντικό πνεύμα να διέρχεται μέσα από αυτό. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι αλήθεια. Γιατί το θείο δεν μεταφέρεται, σε όσους μετέχουν σ’ αυτό, με ένα μέσο που διαιρείται και μερίζεται τόσο εύκολα, αλλά με την παρουσία του εκεί, φωτίζει την πηγή και τη γεμίζει με τη δική του μαντική δύναμη. Ωστόσο, δεν προέρχεται από το νερό το σύνολο της έμπνευσης που παρέχει ο θεός• [το νερό] δημιουργεί μονάχα μια κατάλληλη διάθεση και επιφέρει την κάθαρση του φωτεινού πνεύματος που υπάρχει εντός μας, διαμέσου της οποίας [κάθαρσης] γινόμαστε ικανοί να δεχτούμε το θεό. Υπάρχει μια άλλη παρουσία του θεού, προγενέστερη, που λάμπει από •ψηλά. Αυτή δεν μένει μακριά από κανέναν, ο οποίος, λόγω της οικειότητάς του μ’ αυτήν, είναι σε επαφή μαζί της. Έρχεται ξαφνικά και χρησιμοποιεί τον προφήτη ως όργανο. Δεν είναι πια ο εαυτός του, ούτε καταλαβαίνει όσα λέει ή σε ποιο μέρος βρίσκεται. Σαν αποτέλεσμα, ακόμη και αφού έχει πια δώσει το χρησμό, μόλις που καταφέρνει να ξαναβρεί τον εαυτό του. Πριν πιει από το νερό, μένει νηστικός για μια ολόκληρη μέρα και νύχτα και, αρχίζοντας να εκστασιάζεται, αποτραβιέται μοναχός του σε ένα μέρος του ιερού απρόσιτο στο πλήθος. Απομακρυσμένος και απαλλαγμένος από τις ανθρώπινες έγνοιες, παρέχει τον εαυτό του καθαρό και έτοιμο να δεχτεί το θεό. Έτσι, η έμπνευση του θεού λάμπει στο καθαρό ιερό της ψυχής του- η θεϊκή έμπνευση τον κυριεύει δίχως καθυστέρηση και η τέλεια παρουσία [του θεού] δεν βρίσκει εμπόδια.
Η προφήτισσα των Δελφών χρησμοδοτεί χάρη σε μια λεπτή και πυρώδη πνοή που ανεβαίνει από ένα στόμιο ή όταν κάθεται στο άδυτο, πάνω σε ένα χάλκινο τρίποδα ή πάνω σε ένα κάθισμα με τέσσερα πόδια, το οποίο είναι αφιερωμένο στο θεό.
Σε κάθε περίπτωση, αφήνει τον εαυτό της στο πνεύμα του θεού και καταυγάζεται με την ακτίνα του θεϊκού πυρός. Και όταν η φωτιά, που ανεβαίνει από το στόμιο πυκνή και μεγάλη, την κυκλώνει από κάθε μεριά, γεμίζει από θεϊκή λάμψη, ενώ όταν κάθεται στην έδρα του θεού προσαρμόζεται στη σταθερή μαντική δύναμή του. Συνεπεία και των δύο αυτών προπαρασκευών, γίνεται εξ ολοκλήρου κτήμα του θεού. Και τότε της παρουσιάζεται ο θεός λάμποντας, ως μια οντότητα ξεχωριστή, καθώς είναι διαφορετικός απ’ τη φωτιά και την πνοή, την έδρα του, και απ’ όλο το φυσικό και ιερό περίγυρο. Η προφήτισσα στους Βραγχίδες επίσης δέχεται μέσα της το θεό, είτε γεμίζοντας από τη θεϊκή ακτινοβολία καθώς κρατά τη ράβδο που αρχικά την παρέδωσε κάποιος θεός, είτε προλέγοντας το μέλλον καθώς κάθεται πάνω σε έναν άξονα, είτε βυθίζοντας τα πόδια της ή την άκρη του φορέματος της στο νερό, είτε εισπνέοντας ατμούς που βγαίνουν από το νερό- με όλες αυτές τις προπαρασκευές ετοιμάζεται να δεχτεί απ’ έξω το θεό και να γίνει μέρος του.
Αυτό το φανερώνει και το μεγάλο πλήθος θυσιών και το τυπικό της όλης ιεροτελεστίας και όλες οι άλλες πράξεις που εκτελούνται ευλαβικά πριν δοθεί η μαντεία: το λουτρό της προφήτισσας, η νηστεία για τρεις ολόκληρες μέρες, η διαμονή της στο άδυτο του ιερού και το γεγονός πως ήδη συμμετέχει στο φως και το απολαμβάνει για πολύ καιρό. Όλα αυτά αποσκοπούν στο να δείξουν πως ο θεός καλείται να παρουσιαστεί με προσευχή και πως έρχεται απ’ έξω και πως μια θαυμάσια έμπνευση λαμβάνει χώρα, προτού ακόμη αυτή [η προφήτισσα] πάρει τη συνηθισμένη της θέση. Ακόμη, πως ο θεός που βρίσκεται μέσα στην πνοή, η οποία ανεβαίνει από την πηγή, είναι ξεχωριστός από το μέρος και παλαιότερος, και πως είναι η αιτία της χρήσης του τόπου και της πηγής και της μαντικής διαδικασίας στο σύνολό της.
Διασώζονται σε αρχαία συγγράμματα, σε Επιτύμβια και ανάγλυφαονόματα γυναικών που άσκησαν την μαντική υπηρετώντας κάποιο Θεό, αποκαλύπτοντας στους μυημένους την Θεϊκή Γνώση. Φημισμένες, ταγμένες μέσα στην καταχνιά των αρχαιοτάτων χρόνων είναι και οι Σίβυλλες.
Στους Δελφούς ο βράχος της "Σίβυλλας" στο Ιερόν της Γής διατηρούσε την ανάμνηση της Ερωφίλης, πσυ προφήτευε εκεί πριν από τις πρώτες Πυθίες. Άλλη η Ηροφίλη: η αγαπητή της Ήρας, παλαιότατη Σίβυλλα, ιέρεια τσυ Σμινθέως Απόλλωνος (Σμίνθη: πόλη της Τρωάδας) αφού εγκατέλειψε κατά προτροπήν του Θεού την Κύμη της Ευβοίας. Η Οιδιπόχθη, η Οινώπη, νύμφες, ιέρειες, μάντισσες, ποιος ξέρει,ακόλουθοι του θεού Διονύσου, όπως δηλώνει και το όνομά της. Το πρωτότυπο των Σιβυλλών υπάρχει ήδη μέσα στο Έπος και βεβαίως στο Δράμα. Είναι η παράδοξη μορφή της Τρωαδίτισσας Κασσάνδρας, η μάγισσα Κίρκη αλλά και η Καλυψώ, η Λευκοθέα που με τις μαντείες της βοηθάει τον Οδυσσέα, ως ευεργετική σώτειρα θεά θαλασσία, των Καβείρων.
Mάντισσες-ιέρειες υπήρχαν σ' όλους τους ιερούς μυσταγωγικούς χώρους. Γιατί κάθε κοιλότητα στο έδαφος ήταν στα μάτια των Ελλήνων μία πύλη επικοινωνίας με το υπερπέραν όπως στο Τροφώνιον μαντείον - Περί Τροφωνίου μαντείου σε κάποιο επόμενο κείμενο - .
Μάντισσες, αγαθοδαίμονες ήσαν και οι κόρες του Μάντεως Πρωτέως, όπως η Ειδοθέα, που έσωσε τον Μενέλαο. Γνωστή είναι και η ιστορία της νεαρής Πυθίας Φενιμόης, που πλήρωσε με πρόωρο θάνατο την φοβερή θεϊκή κατοχή. Αυτά τα μισοποιητικά-μισοϊστορικά επεισόδια της δράσης και της ζωής των εμπνευσμένων αυτών γυναικών, οδήγησαν τον Πλάτωνα στην διαμόρφωση της γνωστής προσωπικότητας της Διοτίμας, ιέρειας της Μαντινείας, προφήτιδος αλλά και διδασκάλισσας του Σωκράτη στην μύησή του προς τον Θεϊκό έρωτα, όπως σκιαγραφείται στο Πλατωνικό "Συμπόσιον". Η ευσεβής ανάγκη για μύηση, θεραπεία, χρησμούς, θεουργία, συνένωση με το θείον, οδηγούσε τους Έλληνες σε πανελλήνια ιερά όπου ικέτευαν τους θεούς να ικανοποιήσουν κάποια συγκεκριμένη ανάγκη, κυρίως την ανάγκη της ψυχής για επιβεβαίωση της μεταθανάτιας ζωής, καθώς και την επιβεβαίωση της πίστης των ότι οι θεοί δρούσαν και επενέβαιναν στην ζωή των ατόμων και στις υποθέσεις των πόλεων. Για τις Σίβυλλες και τους χρησμούς τους δεν μπορούμε παρά ν΄ αναφέρουμε ότι διασώθηκαν δύο συλλογές χρησμών που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ: οι «Σιβυλλικοί χρησμοί» και οι «Χαλδαϊκοί χρησμοί».
Οι Σίβυλλες ήταν γυναίκες οι οποίες, όπως η Κασσάνδρα ή η Δελφική Πυθία, προφήτευαν σε κατάσταση καταληψίας. Δέκα τοποθεσίες στο χώρο της Μεσογείου είναι γνωστές ως κατοικίες των Σιβυλλών, αν και αρχικά φαίνεται ότι ήταν μόνο μία.
Το
μαντείο των Δελφών ήταν το πιο γνωστό ίδρυμα αυτού του είδους στην αρχαία
Ελλάδα, και θα ήταν χρήσιμο να ασχοληθούμε αρχικά μ’ αυτό σε ότι αφορά την
μαντεία και τις Πυθίες του ως μάντεις. Φαινόμενα, όπως η προφητεία, η έκσταση,
ο ενθουσιασμός, η κρυπταισθησία, η υπνωτική καταληψία και η γλωσσολαλία (το να μιλάς άγνωστες
γλώσσες) μπορούν ίσως να διευκρινιστούν με τον καλύτερο τρόπο από τις γνώσεις
μας -όσο κι αν είναι ανεπαρκείς- για τα όσα συνέβαιναν στους Δελφούς, γιατί
τουλάχιστον ένα μέρος της συλλογικής εμπειρίας χιλιάδων επισκεπτών έχει
καταγραφεί.
Τα
μαντεία είναι κατεξοχήν τα μέρη όπου ασκούνταν η προφητεία ως είδος και μορφή
μαντείας. Η πρόβλεψη γεγονότων ως αποτέλεσμα οράματος ή ακούσματος της φωνής
μιας θεότητας ή εισαγωγής σε μια κατάσταση έμπνευσης είναι καλά τεκμηριωμένη
στην αρχαία Εγγύς Ανατολή. Ακόμα έχουμε την εμφάνιση προφητών και σε άλλες
θρησκείες όπως τον Ησαΐα και Ιερεμία, για παράδειγμα. Η φύση της προφητείας
στην Παλαιά Διαθήκη έχει μελετηθεί και αναφερθεί πολλές φορές.
Στα Ευαγγέλια της Καινής
Διαθήκης ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και ο Ιησούς ονομάζονταν «προφήτες»-
ο Ιησούς μάλιστα θεωρήθηκε ότι ήταν ένας από τους αρχαίους προφήτες που ήρθε
πάλι στη ζωή βλέπε και Κατά Μάρκον 8:28
Και ανεχώρησεν ο Ιησούς με
τους μαθητάς του από την περιοχήν εκείνην, και ήλθε εις τα χωριά της
Καισαρείας, την οποίαν είχε μεγαλώσει και εξωραΐσει ο Ηρώδης Φιλιππος. Εις τον
δρόμον δε ερωτούσε τους μαθητάς του· “τι λέγουν οι άνθρωποι περί εμού· ποίος,
νομίζουν ότι είμαι;”
Μαρκ. 8,29Και αυτός τους είπε· “σεις δε ποιός λέγετε, ότι
είμαι;” 'Αποκριθεις δε ο Πετρος λέγει εις αυτόν· “συ είσαι ο Χριστός, τον
οποίον προείπαν οι προφήται”
Στην
πρώιμη Εκκλησία, άνθρωποι που είχαν το ιδιαίτερο χάρισμα να προφέρουν κάποιες
λέξεις σε κατάσταση υπνωτικής καταληψίας ονομάζονταν «προφήτες» (ο όρος κάποτε
μεταφράζεται ως «χαρισματικοί»), για παράδειγμα στην Ιερουσαλήμ (Πράξεις11:27-
Πραξ. 11,28Ενας δε από αυτούς, ονόματι Αγαβος, εσηκώθηκε
και, φωτισμένος από το Πνεύμα το Αγιον, προανήγγειλε ότι έμελλε να γίνη μεγάλη
πείνα εις όλην την οικουμένην. Αυτή δε η πείνα έγινε πράγματι επί της
αυτοκρατορίας του Κλαυδίου Καίσαρος.
Πραξ. 15,32Και ο Ιούδας και ο Σίλας, οι οποίοι
ήσαν προφήται και αυτοί, με πολλούς λόγους παρηγόρησαν, καθησύχασαν και
εστήριξαν εις την ορθήν πίστιν τους αδελφούς
Πραξ. 13,1Ήσαν δε εις την Αντιόχειαν, μέλη της εκεί
Εκκλησίας, μερικοί προφήται και διδάσκαλοι και ο Βαρνάβας και ο Συμεών, που
ελέγετο και Νιγερ, και ο Λούκιος ο Κυρηναίος και ο Μαναήν, ο οποίος είχε
ανατραφή μαζή με τον τετράρχην Ηρώδην και ο Σαύλος.
Πραξ. 13,2Ενώ δε αυτοί προσέφεραν την λατρείαν των προς
τον Κυριον και ενήστευαν, είπε το Πνεύμα το Αγιον· “ξεχωρίστε μου αμέσως τον
Βαρνάβαν και τον Σαύλον δια το έργον, δια το οποίον εγώ τους έχω προσκαλέσει”.
Σ’
ένα παλαιό χριστιανικό κείμενο, τη Διδασκαλία των Δώδεκα Αποστόλων --Διδαχή,
που χρονολογείται πιθανόν περί το 150 μ.Χ., αλλά κάποια τμήματά της είναι παλαιότερα),
βρίσκουμε αναφορές σ’ αυτούς τους «χαρισματικούς». Διακρίνονται από τους
«αποστόλους» (ή «ιεραποστόλους») και από τους «διδασκάλους» (βλ.A' Προς Κορινθίους επιστολή 12:28).
Διαιρέσεις
δὲ χαρισμάτων εἰσί, τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα·
Α Κορ. 12,4Το Πνεύμα δίδει χαρίσματα και δωρεάς·
υπάρχουν βέβαια καταμερισμοί διαφόρων χαρισμάτων,·αλλά το Πνεύμα, που μοιράζει
τα χαρίσματα, είναι ένα.
Α Κορ. 12,5Και καταμερισμοί υπηρεσιών υπάρχουν εις
διαφόρους πιστούς εν τη Εκκλησίᾳ· αλλ' ένας και ο αυτός είναι ο Κύριος, που
μοιράζει αυτάς τας εκκλησιαστικάς υπηρεσίας.
Α Κορ. 12,6Υπάρχουν και διανομαί δυνάμεων, δια των
οποίων ενεργούνται υπερφυσικαί και θαυμασταί πράξεις· ο ίδιος όμως Θεός είναι
εκείνος που ενεργεί και μοιράζει όλα αυτά εις όλους.
Α Κορ. 12,7Εις τον καθένα δίδεται το χάρισμα, με
το οποίον φανερώνεται η ενέργεια και η δωρεά του Αγίου Πνεύματος δια το
πνευματικόν συμφέρον και την εξυπηρέτησιν των πιστών.
Α Κορ. 12,8Διότι εις άλλον μεν δίδεται από το
Αγιον Πνεύμα ικανότης λόγου να κατανοή βαθέως και να διδάσκη με σαφήνειαν και
πειστικότητα τας υψηλάς αληθείας της πίστεως. Εις άλλον δίδεται ικανότης λόγου
να εξηγή και μεταδίδη στους πιστούς την σωτηριώδη γνώσιν· δίδεται δε σύμφωνα με
το μέτρον και την δωρεάν του αυτού Αγίου Πνεύματος.
Α Κορ. 12,9Εις άλλον δε δίδεται από το αυτό Αγιον
Πνεύμα θερμή και ζωντανή πίστις, ώστε να κάμνη θαύματα. Εις άλλον δε χαρίσματα
θεραπείας διαφόρων ασθενειών, αι οποίαι θεραπείαι γίνονται με το ίδιον Αγιον
Πνεύμα.
Α Κορ. 12,10Εις άλλον δε δίδονται ενέργειαι δυνάμεων
δι' υπερφυσικά έργα. Εις άλλον δίδεται χάρισμα προφητείας· εις άλλον το χάρισμα
να διακρίνη τους πνευματικούς ανθρώπους από τους μη πνευματικούς, τους
αληθινούς προφήτας και διδασκάλους από τους ψευδείς. Εις άλλον δίδεται το
χάρισμα να ομιλή διαφόρους γλώσσας, εις άλλον δε το χάρισμα να ερμηνεύη αυτά
που λέγονται εις ξένας γλώσσας.
Α Κορ. 12,11Όλα δε αυτά τα ενεργεί το ένα και το αυτό
Αγιον Πνεύμα, το οποίον σύμφωνα με την αγαθήν και πάνσοφον αυτού θέλησιν
μοιράζει ιδιαιτέρως στον καθένα τα χαρίσματα, (ώστε να υπάρχη εις την Εκκλησίαν
του Χριστού ποικιλία μικρών και μεγάλων χαρισμάτων).
Α Κορ. 12,28Και άλλους μεν έθεσεν ο Θεός εις την
Εκκλησίαν του πρώτον μεν αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους·
έπειτα άλλους τους έθεσε εις αναλόγους θέσεις και τους έδωσε την δύναμιν να
κάνουν θαύματα, άλλους ώρισε να έχουν χαρίσματα εις θεραπείαν ασθενειών, εις
άλλους έδωσε χαρίσματα φροντίδος και επιμελείας δια τους πτωχούς και πάσχοντας,
χαρίσματα διοικητικά εις την Εκκλησίαν, χαρίσματα διαφόρων γλωσσών. (Ο καθένας
κατά την ικανότητα του έχει λάβει από τον Θεόν το χάρισμά του και την θέσιν
του).
Α Κορ. 12,30Μήπως όλοι έχουν χαρίσματα θεραπείας
ασθενειών; Μήπως όλοι ομιλούν γλώσσας; Μήπως όλοι έχουν το χάρισμα να εννοούν
και να ερμηνεύουν ξένας γλώσσας;
Α Κορ. 12,31Όλα βέβαια αυτά τα θεόσδοτα χαρίσματα
έχουν την αξίαν των. Να επιθυμήτε όμως σεις με ζήλον και να προσπαθήτε να
αποκτήσετε τα χαρίσματα τα ακόμη καλύτερα. Και σας δείχνω ακόμη ένα εξαίρετον
δρόμον, ένα υπέροχον μέσον, δια να αποκτήσετε τα μεγάλα χαρίσματα. Και αυτό
είναι η αγάπη.
Αντίθετα με τους διδασκάλους οι «χαρισματικοί»
εμπνέονταν, και αντίθετα με όσους «ομιλούσαν άγνωστες γλώσσες», το μήνυμά τους
ήταν κατανοητό, παρ’ όλο που μπορεί να ξεχνούσαν αμέσως μετά τι είχαν πει. Οι
γνήσιοι «προφήτες» έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στην κοινότητα, αλλά προφανώς
υπήρχαν επίσης απατεώνες που μιμούνταν το χάρισμά τους, χρησιμοποιώντας το ως
έναν εύκολο τρόπο βιοπορισμού.
Ηγλωσσολαλία, ένα είδος εμπνευσμένης
εκστατικής ομιλίας, δεν είναι αποκλειστικά χριστιανικό φαινόμενο-
εμφανίστηκε σε ποικίλα θρησκευτικά συμφραζόμενα της ελληνιστικής περιόδου, και
περιγράφεται σε μια παλιά μαρτυρία σχετικά με τη δελφική Πυθία (Ηράκλειτος, που
παρατίθεται από τον Πλούταρχο στο δοκίμιό του "Περί τον μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν". Στο ίδιο κείμενο δίνονται μια
σειρά πληροφορίες για τους έν-θεους προφήτες και τις Πυθίες όπως αναφέρετε στο
κείμενο : "Αιτία είναι η κράση του σώματος, όπως ακριβώς, από την
άλλη, η κράση των μελαγχολικών τούς κάνει να βλέπουν πολλά όνειρα και οράματα,
εξ ου και θεωρείται ότι βλέπουν όνειρα που βγαίνουν, διότι, καθώς η φαντασία
τούς στρέφει κάθε φορά αλλού, όπως ακριβώς εκείνοι που ρίχνουν επανειλημμένες
βολές,πολλές είναι οι φορές που πετυχαίνουν
τον στόχο.Όταν λοιπόν η παραστατική και
μαντική δύναμη ταιριάζει τέλεια με την κράση του πνεύματος, σαν να ήταν το
πνεύμα φάρμακο, κατ’ ανάγκην εμφανίζεται μέσα στους προφήτες ο ιερός ενθουσιασμός. (προφητευουσιν
ανάγκη γίγνεσθαι τον ενθουσιασμόν ..)
Όταν
πάλι αυτό δεν συμβαίνει, δεν εμφανίζεται ή εμφανίζεται και είναι παράφορος,
λειψός και δημιουργεί σύγχυση, όπως γνωρίζουμε ότι συνέβη με την Πυθία που
πέθανε πριν λίγο καιρό. Απεσταλμένοι από τα ξένα είχαν έρθει να ζητήσουν
χρησμό, και λέγεται πως με τα πρώτα ραντίσματα το ιερό σφάγιο έμεινε ακίνητο
και απαθές, καθώς όμως οι ιερείς έδειχναν υπερβάλλοντα ζήλο και επέμεναν, στο
τέλος, αφού καταβράχηκε και μούσκεψε, αντέδρασε.
κατέβη
μέν εις τό μαντείον ώς φασιν άκουσα και απρόθυμος, ευθύς δέ περί τάς πρώτας
αποκρίσεις ήν καταφανής τη τραχύτητι της φωνής ουκ άναφέρουσα δίκην νεώς
έπειγομένης αλάλου και κακού πνεύματος ούσα πλήρης- τέλος δέ παντάπασιν
εκταραχθεΐσα και μετά κραυγής άσημου και φοβέρας φερομένη προς την έξοδον
έρριψεν εαυτην, ώστε φυγείν μη μόνον τους θεοπρόπους αλλά και τον προφήτην
Νίκανδρον και τους παρόντας των όσιων, άνείλοντο μέντοι μετά μικρόν αυτήν εισελθόντες
έμφρονα και διεβίωσεν όλίγας ημέρας, τούτων ένεκα και συνουσίας αγνόν τό σώμα
και τον βίον όλως άνεπίμικτον άλλοδαπαΐς και άθικτον όμιλίαις φυλάττουσι τής
Πυθίας και προ του χρηστηρίου τά σημεία λαμβάνουσιν, οίόμενοι τω θεω κατάδηλον
είναι, πότε την πρόσφορον έχουσα κρασιν και διάθεσιν άβλαβώς υπομένει τον
ενθουσιασμόν, ούτε γάρ πάντας ούτε τούς αυτούς αεί διατίθησιν ωσαύτως ή του
πνεύματος δύναμις, άλλ' υπέκκαυμα παρέχει καί αρχήν ώσπερ εΐρηται τοΐς προς τό
παθεΐν καί μεταβαλεϊν οίκείως έχουσιν. έ'στι δέ θεία μέν όντως καί δαιμόνιος,
ον μήν άνέκλειπτος ούδ' άφθαρτος ούδ’ άγήρως καί διαρκής εις τον άπειρον
χρόνον ΰφ ’ ον πάντα κάμνει τά μεταξύ γης καί σελήνης κατά τον ήμέτερον λόγον,
είσί δ’ οί καί τά επάνω
Τι
συνέβη, λοιπόν, με την Πυθία; Κατέβηκε στο μαντείο, όπως λένε, απρόθυμη και
παρά τη θέλησή της, ενώ ήδη με τις πρώτες αποκρίσεις ήταν καταφανές από την τραχύτητα της φωνής πως δεν
συνερχόταν, πλημμυρισμένη, σαν πλοίο που το σπρώχνει ο άνεμος, από πνοή άλαλη
και βλαβερή.
Στο τέλος, τελείως έξαλλη, κινήθηκε με κραυγές
άναρθρες και φοβερές προς την έξοδο και έπεσε κάτω, με αποτέλεσμα να
τραπούν σε φυγή όχι μόνον οι απεσταλμένοι αλλά και ο προφήτης Νίκανδρος καθώς
και όσοι από τους όσιους ήταν παρόντες. Τη σήκωσαν μετά από λίγο που μπήκαν
μέσα, ενώ είχε ακόμη τις αισθήσεις της, και έζησε για λίγες μέρες. Αυτός είναι ο λόγος που προσπαθούν να
κρατήσουν το σώμα της Πυθίας αγνό από κάθε ερωτική επαφή και τη ζωή της γενικά
μοναχική και ανόθευτη από σχέσεις με ξένους πριν από τη χρησμοδότηση επίσης
παρατηρούν τα σημάδια, θεωρώντας πως για τον θεό είναι ολοφάνερο πότε είναι
στην κατάλληλη κατάσταση και διάθεση ώστε να αντέξει χωρίς προβλήματα τη θεϊκή
έμπνευση. Πράγματι, ούτε όλους ούτε πάντα τους ίδιους φέρνει στην κατάσταση
αυτή η δύναμη του πνεύματος, αλλά παρέχει την καύσιμη ύλη και το έναυσμα, όπως
λέχθηκε, σε όσους έχουν την προδιάθεση να δεχτούν την επίδραση και να υποστούν
τη μεταβολή. Είναι βέβαια θεϊκή, πράγματι,
και δαιμόνια, όχι όμως ακατάπαυστη, άφθαρτη, αγέραστη και διαρκής στον άπειρο
χρόνο, που κάνει όλα όσα βρίσκονται μεταξύ γης και σελήνης να εξαντλούνται,
σύμφωνα με την άποψή μας.
Η
Πυθία σε έκσταση και ιερά μανία – ενθουσιασμό (καταληψία) -εκ του ενθουσιάζω< ἔνθους
< ἔνθεος
< ἐν + θεός, κατειλημμένος από τον
θεό- , δεν χαμογελά, μιλά με άναρθρους, τραχείς ήχους, αλλά είναι σε
επαφή με το θεό. Πλήρης θείου πνεύματος θα λέγαμε, αλλά η επαφή με το θείο
γίνεται παρά την θέληση της και της προκαλεί μια κατάσταση που δεν μπορεί να
ελέγξει.. άναρθρες κραυγές πλημμυρίζουν το στόμα της, εκτός εαυτού με
σπασμωδικές κινήσεις προσπαθεί να απομακρυνθεί και ν΄απομακρύνει τον δαίμονα-
θεό που την κατέλαβε.. πέφτει άλαλη και ακίνητη .. θα ζήσει λίγες μέρες και
μετά θα ξεψυχήσει…Γι’αυτό επέλεγαν ένα παρθένο οργανισμό μακριά απ΄οποιαδήποτε
ερωτική επαφή αλλά και οποιαδήποτε επαφή ακόμα καιμε ξένους επισκέπτες…
Μια
μεταγενέστερη μαρτυρία είναι αυτή του Λουκιανού (Αλέξανδρος, §23), ο
οποίος γράφει ότι η ομιλία της Σίβυλλας μοιάζει με τα εβραϊκά ή τα φοινικικά
και ότι εκείνοι που δεν την καταλαβαίνουν, τη θαυμάζουν. Το νόημα βέβαια είναι
ότι δεν είναι ούτε εβραϊκά ούτε φοινικικά ούτε άλλη γλώσσα γνωστή στους
ανθρώπους (η χρήση σημιτικών λέξεων σε μαγικούς αρχαιοελληνικούς λογοτύπους
είναι κάτι διαφορετικό), αλλά μόνον ένα διακεκομμένο, ανακόλουθο ξεχείλισμα
ήχων.
22. Έδιδε λοιπόν χρησμούς και γνώμας, αλλά
με πολλήν περίσκεψιν, φροντίζων να συνδέη την πιθανότητα μετά της πανουργίας.
Εις άλλων μεν τας ερωτήσεις έδιδε σκολιάς και αμφιβόλους απαντήσεις, εις
άλλους δε λίαν σκοτεινάς· διότι και το σκοτεινόν του εφαίνετο ως προσόν των
χρησμών. Και άλλους μεν απέτρεπεν ή προέτρεπεν, όπως έκρινεν καλλίτερον και
πιθανώτερον, εις άλλους δε προέλεγε θεραπείας και συνεβούλευε διαίτας, διότι,
όπως εις την αρχήν είπα, εγνώριζε πολλά και χρήσιμα φάρμακα. Συνίστα δε προ
πάντων τας κυτμίδας, όνομα ανακουφιστικού τίνος φαρμάκου το οποίον είχεν
ονομάσει αυτός και το οποίον κατεσκευάζετο από αίγειον λίπος. Οσάκις ηρωτάτο
δι' ελπίδας και πόθους και κληρονομίας, ανέβαλλε πάντοτε να δώση οριστικήν
απάντησιν και έλεγεν ότι όλα αυτά θα γίνουν όταν θελήσω εγώ και ο Αλέξανδρος
ο προφήτης μου δεηθή και ευχηθή διά σας.
Στην
πρώιμη Εκκλησία «το να είναι κανείς πλήρης πνεύματος» δημιουργούσε τρία
εκπληκτικά χαρίσματα: α) την προφητεία, β) την ομιλία σε άγνωστες γλώσσες, γ)
τη δύναμη της θεραπείας. Η ομιλία σε άγνωστες γλώσσες, καθώς διακρινόταν από
την προφητεία, αναφερόταν στους ακατανόητους ήχους της εκστατικής ομιλίας.
Το
να μιλά κανείς μια «ξένη» (δηλαδή ακατανόητη) γλώσσα και να προβλέπει
μελλοντικά γεγονότα θεωρούνταν επίσης σύμπτωμα κατοχής. Αυτό δεν είναι άξιο
απορίας, γιατί και η υπνωτική καταλήψια της Πυθίας έχει επίσης περιγραφτεί ως
ένα είδος κατοχής. Ο Απόλλωνας την κατέχει, την πληροί, την ελέγχει. Η διαφορά
έγκειται στη φύση της θεϊκής δύναμης που «κυριεύει» ένα ανθρώπινο ον: το Άγιο
Πνεύμα από τη μια πλευρά, ένας κακόβουλος δαίμονας από την άλλη.
Η
προφητική έκσταση συνήθως εξηγείται ως «υπνωτική καταληψία», μια συνειδησιακή
κατάσταση που προκαλείται από μια θεϊκή δύναμη· σ’ αυτήν την κατάσταση ο
κανονικός νους παραμερίζεται και η κανονική γλώσσα αντικαθίσταται συχνά από
ακατανόητες κουβέντες. Ο Γαληνός, μια ιατρική αυθεντία του 2ου αι. μ.Χ., την
περιγράφει ως «μια τρέλλα που δεν διαρκεί πολύ»· και, πράγματι, η ίδια η
αρχαιοελληνική γλώσσα αντανακλά τη σύνδεση της μανίας με το μάντης.
Το φαινόμενο μελετήθηκε πολλές φορές, αλλά, όπως το συναφές φαινόμενο της
ύπνωσης, δεν έχει κατανοηθεί πλήρως σήμερα. Η προφητική έκσταση είναι
χαρακτηριστικό του σαμάνου. Μπορεί να προκληθεί
από ένα είδος αυτοΰπνωσης, για παράδειγμα, από το μονότονο μουρμουρητό των
προσευχών ή των μαγικών φραστικών σχημάτων, από τα ναρκωτικά (βότανα,
μανιτάρια, τοξικές ουσίες όπως το εργότιο) και την εισπνοή αρωματικών ατμών, ή
από το χορό και την ενασχόληση με άλλα είδη άσκησης όπως οι περιστρεφόμενοι δερβίσηδες.
Μια αυστηρά λατρευτική προεργασία πριν από την καθ'αυτό καταληψία (νηστεία,
λουτρό, έλλειψη ύπνου), η παρουσία των ιερέων με τα ενδύματά τους, το
περιβάλλον που προκαλεί δέος, όλα αυτά μπορούσαν να προετοιμάσουν (ή να
«προγραμματίσουν», όπως θα λέγαμε σήμερα) το μέντιουμ.
Η μανία μπορεί επίσης να ήταν προσποιητή, όπως
γνωρίζουμε από τον Λουκανό (Φαρσάλια 5.124-161), επειδή η πραγματική
εμπειρία της θεϊκής κατοχής μπορούσε να είναι τραυματική και θεωρούνταν ότι
συντόμευε τη ζωή του μέντιουμ. Ωστόσο, αν κρίνουμε από το επεισόδιο του Λουκανού,
υπήρχαν σημεία που πρόδιδαν την ψεύτικη έκσταση.
"Ποιος
από τους θεούς κρύβεται εδώ; Ποιο θεϊκό πνεύμα απ’ τον αιθέρα εξόριστο, έκρινε
σωστό να κατοικήσει έγκλειστο σε σκοτεινές σπηλιές; Ποιος θεός του ουρανού
ανέχεται να ζει στη γη, κατέχοντας όλα τα μυστικά της αιώνιας φοράς των
πραγμάτων; Μοιράζεται αυτός με το σύμπαν τη γνώση του μέλλοντος, είναι πρόθυμος
να αποκαλυφθεί στα έθνη, υποφέροντας την επαφή με τους ανθρώπους, μέγας και
δυνατός, είτε μονάχα προφητεύει το μέλλον, είτε, προφητεύοντας, όσα παραγγέλλει
γίνονται μοίρα. Ένα μεγάλο κομμάτι της όλης θεότητας ίσως να είναι ενσωματωμένο
στη γη και να την κυβερνά, στηρίζοντας την υδρόγειο που στέκει μετέωρη στο κενό
διάστημα. Και ίσως αυτό το κομμάτι να
είναι που εξέρχεται από το σπήλαιο των Δελφών και εισπνέεται, αν και ανήκει
στον Κεραύνιο Δία του ουρανού. Αυτή η θεϊκή δύναμη, όταν εισέρχεται στο
παρθενικό στήθος, χτυπώντας την ανθρώπινη ψυχή, ηχεί και ανοίγει το στόμα της
προφήτισσας, όπως η κορυφή της σικελικής Αίτνας κυματίζει καθώς την πιέζουν οι
φλόγες και ο Τυφωέας, βροντώντας, γεμίζει καπνούς τους βράχους της Κομπανίας,
θαμμένος κάτω από τον αιώνιο όγκο της Ιναρίμης.
[...]
Η εποχή μας δεν στερείται κανένα άλλο μεγαλύτερο δώρο των θεών από αυτό που,
σιωπώντας, έπαψε να προσφέρει το μαντείο των Δελφών, από τότε που οι κυβερνήτες
άρχισαν να φοβούνται το μέλλον και να εμποδίζουν τους θεούς να μιλούν. Όμως οι
προφήτισσες των Δελφών δεν λυπούνται που δεν μπορούν πια να μιλήσουν και
χαίρονται για την απραξία του μαντείου. Γιατί,
αν εισέλθει ο θεός μέσα σε κάποιον άνθρωπο, τότε πρόωρος θάνατος είναι η αμοιβή
ή η τιμωρία γι’ αυτόν που δέχτηκε το θεό· γιατί ο ανθρώπινος οργανισμός
φθείρεται από τον παροξυσμό και τον τάραχο της μανίας και ο θεϊκός σεισμός
συγκλονίζει τις εύθραυστες ψυχές. [···] (Η ιέρεια, αντίθετα προς τη θέλησή
της, οδηγείται στο ναό και αναγκάζεται να προβεί στις απαραίτητες
προετοιμασίες, ώστε να γίνει δυνατή η έκδοση ενός χρησμού για το διακεκριμένο
Ρωμαίο επισκέπτη, τον Άππιο. Μία στριφτή κορδέλα συγκρατεί τα μαλλιά της
μπροστά και μια λευκή ταινία με ένα κλαδί δάφνης συγκρατεί τις μπούκλες που
χύνονται ελεύθερες στην πλάτη της. Ακόμη διστάζει και αμφιβάλλει, όμως ο ιερέας
με βία τη σπρώχνει μέσα στο ναό. Εκείνη φοβάται να εισέλθει στο χρησμοδότη μυχό
του εσώτερου αδύτου, σταματά μπροστά στην είσοδο, προσποιείται πως έχει μέσα
της το θεό, προφέρει πλαστά λόγια, έχοντας την καρδιά της, όμως, ήρεμη. Κανένας
ψίθυρος ασυνάρτητης φωνής δεν φανερώνει πως ο νους της εμπνέεται από την ιερή
μανία. Μεγαλύτερη ζημιά θα έκανε στο μαντείο και στη φήμη του Απόλλωνα, παρά
στον ευγενή, στον οποίον έδινε την ψεύτικη προφητεία. Τα λόγια της δεν ξεσπούν
με τρεμουλιαστό ήχο, η φωνή της είναι ανίκανη να γεμίσει την έκταση του
ευρύχωρου ναού, τα μαλλιά της δεν αγριεύουν και δεν αποτινάσσουν το δάφνινο
στεφάνι, το πάτωμα του ναού ακινητεί, το άλσος ησυχάζει. Όλα αυτά είναι σημάδια πως φοβάται να παραδώσει τον εαυτό της στον
Φοίβο. Ο Αππιος αντιλαμβάνεται πως το μαντείο δεν λειτουργεί σωστά και
οργισμένος λέει: «Ανόσια γυναίκα, θα υποστείς την τιμωρία που σου αξίζει και
από μένα και από το θεό που απομιμείσαι, εκτός κι αν κατεβείς στο σπήλαιο. Ήρθα
να σε συμβουλευτώ για έναν κόσμο που σπαράσσεται από έναν τόσο μεγάλο πόλεμο.
Πάψε να μου λες τα δικά σου λόγια». Φοβισμένη,
επιτέλους, η κοπέλα καταφεύγει στον τρίποδα, στέκεται πλάι στο αχανές χάσμα και
διστάζει. Τώρα δέχεται στην ψυχή της, που ως τότε δεν είχε ανάλογη εμπειρία, τη
θεϊκή δύναμη, που το πνεύμα του βράχου, ακόμη ζωντανό μετά από τόσους αιώνες,
της μεταβιβάζει. Επιτέλους ο Απόλλωνας κυριεύει την ψυχή της ιέρειας από τους
Δελφούς. Ο Απόλλων Παιάνας εισέβαλε στο κορμί της ιέρειάς του, εκτόπισε την
ομαλή κατάσταση συνείδησης και έκανε κάθε ίχνος του ανθρώπου να χαθεί από μέσα
της, πιο ολοκληρωτικά από ποτέ στο παρελθόν. Σε κατάσταση παραφροσύνης,
εκστασιασμένη, βακχεύει μέσα στο ναό. Δεν ελέγχει το λαιμό της, με τα αγριεμένα
της μαλλιά αποτινάσσει τις ταινίες και τα στεφάνια του Απόλλωνα καθώς
στροβιλίζεται μέσα στον κενό χώρο του ναού, τινάζοντας εδώ κι εκεί το κεφάλι.
Καθώς τρέχει, ρίχνει κάτω τους τρίποδες που συναντά στο δρόμο της. Φλέγεται με
φωτιά μεγάλη, καθώς οργισμένο σε έχει μέσα της, Φοίβε. Δεν χρησιμοποιείς μονάχα
το μαστίγιο και τη βουκέντρα σου πάνω της και δεν χύνεις μονάχα στα σπλάχνα της
φλόγες: αισθάνεται και το χαλινάρι σου και δεν την αφήνεις να αποκαλύψει όλα
όσα την άφησες να μάθει. Όλος ο χρόνος γίνεται ένα κουβάρι και όλοι οι αιώνες
συνθλίβουν με το βάρος τους το στήθος της δύστυχης, η μεγάλη αλυσίδα των
γεγονότων φανερώνεται διάπλατη. Όλο το μέλλον αγωνίζεται να έρθει στο φως, οι
μοίρες παλεύουν μεταξύ τους αναζητώντας τη φωνή της για να εκφραστούν. Η
πρώτη και η τελευταία μέρα του κόσμου, τα μέτρα του Ωκεανού και ο αριθμός της
άμμου, όλα είναι εκεί. Όπως η Κυμαία Σίβυλλα στο σπήλαιό της στην Εύβοια
απαξιεί να θέσει τη μανία της στην υπηρεσία πολλών εθνών και από έναν τόσο
μεγάλο σωρό από μοίρες διαλέγει υπεροπτικά όσες επηρεάζουν τη Ρώμη, έτσι και η Φημονόη, γεμάτη απ’ τον Φοίβο,
κοπιάζει μέχρι να βρει τη μοίρα σου, Άππιε [που ήρθες να συμβουλευτείς το θεό
τον κρυμμένο στη γη της Κασταλίας], ψάχνοντας την ώρα πολύ ανάμεσα σε τόσο
μεγάλες μοίρες. Ευθύς αμέσως αρχίζει να κυλά από το αφρισμένο στόμα η εκστατική
μανία και βογκητά και ήχοι δυνατοί με σφυριχτή αναπνοή. Τότε στον αχανή ναό
αντηχεί η θλιβερή οιμωγή και της υποταγμένης πια κοπέλας αυτά τα τελευταία
λόγια: «Ρωμαίε, δεν θα πάρεις μέρος σ’ αυτή την κρίσιμη μάχη και θα γλιτώσεις
τους τρομερούς κινδύνους του πολέμου. Και μόνος εσύ θα κατοικήσεις εν ειρήνη σε
μια αχανή περίκλειστη κοιλάδα στην ακτή της Εύβοιας». Ο Απόλλωνας της σφίγγει
το λαρύγγι και συγκρατεί τα υπόλοιπα λόγια μέσα της.
Χρησμοί, φύλακες της
μοίρας, και μυστικά του κόσμου. Και συ Απόλλωνα, κύριε της αλήθειας· ούτε μια
μέρα του μέλλοντος δεν σου κρύψανε οι θεοί. Γιατί φοβάσαι να αποκαλύψεις τα
έσχατα του κράτους που καταλύεται, τους σκοτωμένους αρχηγούς, τους θανάτους των
βασιλιάδων και την καταστροφή τόσων εθνών από την εμφύλια σφαγή της Ιταλίας; Ή
μήπως οι θεοί δεν αποφάσισαν ακόμη να δια- πράξουν ένα τέτοιο ανοσιούργημα;
Ακόμη διστάζουν τα άστρα να καταδικάσουν σε θάνατο τον Πομπήιο; Παραμένει σε
εκκρεμότητα η μοίρα χιλιάδων ανθρώπων; Ή τάχα να σιωπάς για να αφήσεις την Τύχη
να φέρει σε πέρας το έργο του μαχαιριού που εκδικείται, να κολάσει την τρελή επιθυμία, να κάνει πάλι
τον τύραννο να υποστεί την τιμωρία στα χέρια ενός Βρούτου;
Τότε
η προφήτισσα ρίχνεται στη θύρα του ναού κι αυτή ανοίγει από το σπρώξιμο.
Βγαίνει από το ναό κι αναπηδά. Η μανία εξακολουθεί
και ο θεός, που δεν την ελευθέρωσε, γιατί δεν είπε όλη την αλήθεια, έχει ακόμη
τον έλεγχο. Εκείνη στριφογυρνά άγρια τα μάτια της και το βλέμμα της
περιπλανιέται σ’ ολόκληρο τον ουρανό. Η έκφρασή της αλλάζει συνεχώς: πότε κοιτά
με τρομαγμένη όψη, πότε αγριωπά και απειλητικά. Μια φλόγινη έξαψη χρωματίζει
την όψη της και τα χλομά της μάγουλα. Όμως η χλομάδα της δεν μοιάζει να
προέρχεται από φόβο, αλλά μάλλον να προκαλεί φόβο. Η εξαντλημένη της καρδιά δεν
ησυχάζει, αλλά όπως η θάλασσα βραχνά στενάζει φουσκωμένη σαν καταλάγιασε ο
βοριάς, έτσι φουσκώνει κι αυτή με βωβούς στεναγμούς. Καθώς επιστρέφει στο
συνηθισμένο φως, αφήνοντας το ιερό φως μες στο οποίο είδε τη μοίρα, είναι
τυλιγμένη στα σκοτάδια. Ο Απόλλωνος χύνει στα σπλάχνα της τη λήθη της Στύγας, η
οποία αρπάζει τα μυστικά των θεών. Τότε η αλήθεια αποχωρεί από την καρδιά της
και το μέλλον επιστρέφει στον τρίποδα του Φοίβου. Και μόλις ξαναβρίσκει το
λογικό της, σωριάζεται καταγής…"
…καί μάντις μέν ό θεός μαντική δέ τέχνη περί τό
μέλλον έκ των παρόντων ή παρωχημένων ουδενός γάρ ον τ' αναίτιος ή γένεσις ουτ’
άλογος ή πρόγνωσις· άλλ' έπεί πάντα τοις <τε> γεγονόσι τα γιγνόμενα τά τε
γενησόμενα τοις γιγνομένοις έπεται καί συνήρτηται κατά διέξοδον απ’ αρχής εις
τέλος περαίνουσαν, ό τάς αιτίας εις ταύτο συνδεΐν τε προς άλληλα καί συμπλέκειν
φνσικώς έπιστάμενος οίδε καί προλέγει
‘τά τ’ έόντα τά τ'
έσσόμενα πρό τ’ έόντα. ’ καί καλώς "Ομηρος πρώτον έταξε τα παρόντα είτα το
μέλλον καί τό παρωχημένον από γάρ τον όντος ό συλλογισμός κατά την τον
συνημμένου δύναμιν, ώς ‘εί τόδ' έστί, τόδε προηγείται’ καί πάλιν ‘εί τόδ’ έστί,
τόδε γενήαεται.’ τό γάρ τεχνικόν καί λογικόν ώσπερ είρηται γνώσις ακολουθίας, την
δέ πρόσληψιν ή αίσθησις τώ λόγω δίδωσιν. όθεν, εί καί γλίσχρον ειπείν, ούκ
άποστρέψομαι τούτον είναι τον τής άληθείας τρίποδα τόν λόγον, ός την του λήγοντος
προς τό ηγούμενον άκολουθίαν θέμενος είτα προσλαβών την ύπαρξην έπάγει τό
συμπέρασμα τής άποδείξεως.
Ο
θεός είναι μάντης και η μαντική τέχνη αφορά στο μέλλον, όπως αυτό τεκμαίρεται
απ’ το παρόν και το παρελθόν γιατί κανενός πράγματος η γένεση δεν είναι
αναίτια, ούτε η πρόγνωση άλογη· Αλλά, επειδή πάντοτε το παρόν ακολουθεί το
παρελθόν και το μέλλον ακολουθεί πολύ στενά το παρόν σύμφωνα με μια σταθερή
διαδικασία, η οποία οδηγεί από την αρχή στο τέλος, αυτός που καταλαβαίνει τις
φυσικές συνάφειες και τους συσχετισμούς των αιτίων μεταξύ τους, γνωρίζει και
προλέγει «και τα παρόντα, και τα μέλλοντα και τα παρελθόντα» (Όμηρος, Ιλιάς
Α70). Είχε δίκιο ο Όμηρος όταν τοποθετούσε το παρόν πρώτο, έπειτα το μέλλον και
μετά το παρελθόν, διότι αυτός ο συλλογισμός, θεμελιωμένος σε μια υποθετική
πρόταση, έχει ως βάση του αυτό που υπάρχει· για παράδειγμα, «αν υπάρχει αυτό,
τότε προηγείται το άλλο» και αντίστροφα, «αν υπάρχει αυτό, τότε θα υπάρξει το
άλλο». Η τεχνική και λογική ικανότητα, όπως ειπώθηκε, βασίζεται στη γνώση της
(αναγκαίας) αλληλουχίας, ενώ η κατανόηση γίνεται εφικτή για την αίσθηση μέσω
της λογικής. Ακόμη και αν φαίνεται, λοιπόν, κάπως ασήμαντο, εγώ δεν θα διστάσω
να δηλώσω πως ο τρίπους της αλήθειας είναι η λογική ακολουθία, που θέτει ως
βάση της τη σχέση ανάμεσα σε ένα μεταγενέστερο και ένα προηγούμενο γεγονός, και
έτσι, λαμβάνοντας την ύπαρξη ως προϋπόθεση, οδηγεί το συλλογισμό στην
ολοκλήρωσή του.
Αυτό
το είδος του ξαφνικού οράματος, που μπορεί να είναι βασανιστικό για τον ίδιο το
μάντη και συνήθως δεν αναγνωρίζεται πλήρως από εκείνους που πρόκειται να
υποφέρουν, φαίνεται τυπικό, και το ομηρικό ακροατήριο πρέπει να το αναγνώρισε
αμέσως ως περίπτωση κρυπταισθησίας, ένα αυθεντικό φαινόμενο δηλαδή, και όχι
απλά ένα λογοτεχνικό εύρημα.
Οι
αρχαίοι πίστευαν ότι σε μια κατάσταση καταληψίας, η ψυχή αφήνει το σώμα και της παρέχονται οράματα. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να προκληθεία απο μια τελετή. Η ανώτατη μορφή έκστασης είναι η ένωση της ψυχής με
τη θεότητα ή τον Ένα (Πλωτίνος, Εννεάδες 6.9.11), όχι ως δώρο του Ενός,
παρά ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης προσπάθειας ή πειθαρχίας.
Γράφει
ο Πλωτίνος για το Είναι (Εννεάδες 6.9.11.49-51·
6.9.9.15-16): Οὗτος θεῶν καὶ ἀνθρώπων θείων καὶ εὐδαιμόνων
βίος, ἀπαλλαγή τῶν ἄλλων τῶν τῇδε, βίος ἀνήδονος τῶν τῇδε, φυγὴ μόνου πρὸς
μόνον. […]Τὸ ἀληθῶς ζῆν ἐνταῦθα.
(«Αυτός είναι ο βίος των θεών και των θεϊκών και ευδαιμόνων ανθρώπων:
απελευθέρωση από τα πράγματα του κόσμου τούτου, ζωή που δεν βρίσκει ηδονή στα
εδώ, φυγή του μοναχικού προς το μοναχικό. […] Εδώ είναι η ζωή η αληθινή.»
Αυτό δεν φαίνεται να είναι μια αμιγώς
νεοπλατωνική σύλληψη· συνδέεται πιθανόν με την πολύ παλαιότερη αρχαιοελληνική
ιδέα ότι ο άνθρωπος μόνος -χωρίς τη βοήθεια των θεών, και ακόμη χειρότερα δρώντας
ενάντια στους θεούς, όπως ο Προμηθέας- μπορεί να πετύχει σπουδαία πράγματα.
Φαίνεται πως σχετίζεται επίσης με την ιδέα ότι η μαγεία ή η θεουργία μπορούν
πρακτικά να υποχρεώσουν τις θεϊκές δυνάμεις να γίνουν προσιτές· με άλλα λόγια,
να καταστήσουν κατ’ αρχήν δυνατή την καταληψία. Ωστόσο, η καταληψία δεν οδηγεί
πάντα σ’ αυτήν την τελική εμπειρία, παρ’ όλο που ανοίγει έναν άλλο κόσμο.
Είναι
δύσκολο να κατανοήσει κανείς την καταληψία, επειδή οι «πνευματιστές» που έχουν
αυτή την εμπειρία δεν εκφράζονται πάντοτε με σαφήνεια.
Η
έκσταση διακρίνεται μερικές φορές από τον ενθουσιασμό, ο οποίος
κυριολεκτικά σημαίνει «το να είναι κανείς πλήρης Θεού», αλλά μπορεί επίσης να
μεταφραστεί ως «κατοχή» ή «έμπνευση». Στη δική τους γλώσσα, οι αρχαίοι
επιχείρησαν να περιγράφουν μια εμπειρία που τους ήταν πολύ πραγματική, αλλά,
καθώς δεν μπορούσαν να βρουν μια επιστημονική εξήγηση γι’ αυτήν, έπρεπε να
δημιουργήσουν μιαν εικόνα -αυτήν του να έχει κανείς μέσα του το θεό (ενθουσιασμός)
ή να τον αγγίζει (ή να τον πληρεί) το πνεύμα.
Φυσικά,
η προφητική έκσταση μπορούσε να εμφανιστεί οπουδήποτε, οποτεδήποτε, ακόμη και
έξω από τα μεγάλα ιερά, όπως των Δελφών αλλά οι αρχαίοι προσπάθησαν να ελέγξουν
αυτά τα ανορθολογικά φαινόμενα, να τα κρατήσουν κάτω από την αυστηρή εποπτεία
ενός σώματος ιερέων. Ίσως θα έπρεπε να αντικαταστήσουμε τον όρο προφητεία
με την κρυπταισθησία, «η ιδιότητα ή η τέχνη της αντίληψης μιας μακρινής
σκηνής (και μια τέτοια απόσταση μπορεί να αφορά τόσο στο χρόνο όσο και στο
χώρο)· αυτό γίνεται θαρρείς οπτικά και, συμπτωματικά, μπορεί να ανταποκρίνεται
στην αλήθεια». Μερικοί αρχαίοι μάντεις έβλεπαν πράγματι οράματα. Οι όροι προαίσθημα
και πρόγνωση χρησιμοποιήθηκαν επίσης, χωρίς όμως να έχουμε κάποιες
πληροφορίες σχετικά. Η Πυθία, η εκστασιασμένη γυναίκα στους Δελφούς, θα
μπορούσε να περιγράφει ως ένα «μέντιουμ» ή ένας «αυτοματιστής», αλλά αυτά είναι
απλώς ετικέτες που το πολύ πολύ να επιτρέψουν συγκρίσεις με πειράματα που
έγιναν πιο πρόσφατα.
Εδώ
θα έπρεπε ίσως να γίνει μια διάκριση. Ένα προφητικό όραμα μπορεί να εμφανιστεί
απρόκλητα και εκτός συμφραζομένων, κατά κάποιο τρόπο, όπως, για παράδειγμα, το
όραμα του μάντη Θεοκλύμενου στην Οδύσσεια ή το όραμα της Κασσάνδρας λίγο
πριν να δολοφονηθούν αυτή και ο Αγαμέμνονας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, θα
μπορούσε να πει κανείς, ότι μια συγκεκριμένη τοποθεσία είναι ήδη φορτισμένη ή
γεμάτη από τις δονήσεις ενός τρομερού γεγονότος που πρόκειται να συμβεί, και
ένας «πνευματιστής» συλλαμβάνει αυτές τις δονήσεις. Παρομοίως, ένας
«πνευματιστής» μπορεί από μια συγκεκριμένη τοποθεσία να συλλάβει δονήσεις δραματικών
γεγονότων που συνέβησαν στο παρελθόν: η Κασσάνδρα είχε επίσης αυτή την
ικανότητα (Αισχύλος, Αγαμέμνων 1194 κ.ε.).
Η
πρόγνωση, η αναδρομική γνώση και η τηλεπάθεια μπορεί να αποτελούν διαφορετικές
πλευρές του ίδιου χαρίσματος. Από την άλλη πλευρά, τίθεται το ερώτημα αν η
δελφική Πυθία και οι προφήτες
της, που ασχολούνταν με τα ερωτήματα του ενός επισκέπτη μετά τον άλλον,
καθημερινά, μπορούν να ονομαστούν «πνευματιστές» με την ίδια έννοια. Η άναρθρη
απόκριση της Πυθίας σήμαινε μόνο ένα πράγμα για τον επισκέπτη: δινόταν ο
χρησμός· η ιέρεια ήταν σε επαφή με το θεό. Η απάντησή της όμως έπρεπε να
ερμηνευτεί, και σ’ αυτό το σημείο όλα τα είδη των λογικών εκτιμήσεων μπορούσαν
να εισαχθούν: η πολιτική, τα οικονομικά, η διπλωματία. Ο χρησμός, όπως δινόταν
στον επισκέπτη, ήταν ένα ολοκληρωμένο προϊόν. Στην καλύτερη περίπτωση περιείχε
ένα γνήσιο όραμα, ένα όραμα όμως που έπρεπε να φιλτραριστεί μέσα από τα
ευφυέστερα μυαλά σ’ όλη την Ελλάδα. Μια χρησμική απόκριση αυτού του είδους
σαφώς διαφέρει από τα αποκαλυπτικά οράματα του Ιωάννη.
Ο
όρος αποκάλυψις σημαίνει το φανέρωμα της θεϊκής θέλησης μέσα από οράματα
και όνειρα, αλλά κατά κύριο λόγο μέσω της πρωτοβουλίας του Θεού, και όχι μέσω
μιας ιδιαίτερης τεχνικής ή αναφορικά με μια συγκεκριμένη θρησκεία συνολικά ή,
πιο στενά, με το μυστικό της δόγμα για τα Έσχατα Πράγματα. Από μια άποψη, ο
ιουδαϊσμός και ο χριστιανισμός είναι εξ αποκαλύψεως θρησκείες· από μια άλλη
άποψη, η εσχατολογία τους αναφέρεται σε μια αποκάλυψη, επειδή προβλέπει την
τελική σύγκρουση ανάμεσα στις ανώτερες δυνάμεις του καλού και τις ανώτερες
δυνάμεις του κακού, με το καλό να υπερισχύει. Αυτός ο τύπος θρησκευτικής σκέψης
μπορεί να υιοθετήθηκε από μερικούς Ιουδαίους από το ζωροαστρισμό, την αρχαία
περσική κρατική θρησκεία και η παράδοση συνεχίστηκε από την πρώιμη χριστιανική
Εκκλησία. Ο ερμητισμός, από την άλλη πλευρά, είναι μια φιλοσοφία που
αποκαλύφθηκε στο ανθρώπινο γένος από τον Αιγύπτιο θεό Θωθ, τον ισοδύναμο του
Ερμή, και απόκρυφες επιστήμες, όπως η αλχημεία και η αστρολογία, θεωρούνταν απ’
αυτούς που τις ασκούσαν δώρο κάποιου θεού. Έτσι, στην ύστερη αρχαιότητα, το
στοιχείο της αποκάλυψης διαχώριζε τη θρησκεία από τη φιλοσοφία, την απόκρυφη
επιστήμη από την επιστήμη.
Τα
ιερά όπου η μαντεία ασκούνταν τακτικά ως μέρος της λατρείας του θεού είναι
γνωστά ως μαντεία (λατινικά: oracula,αρχαία ελληνικά: μαντεία ή χρηστήρια).
Αλλά, όπως σημειώθηκε παραπάνω, ένα μαντείον σημαίνει επίσης την
απάντηση του θεού σε μια ερώτηση που έκανε κάποιος επισκέπτης στο ιερό.
Η μέθοδος της μαντείας ποίκιλλε από ιερό οε ιερό. Μερικές φορές η
βούληση του θεού διερευνούνταν με το ρίξιμο ή το τράβηγμα του κλήρου -για παράδειγμα,
ζάρια, βέργες, ή κόκαλα, αργότερα, κατ’ επέκταση, αναφερόταν σε κάθε είδος
προφητείας ή μαγείας. Η
προσφυγή για παροχή συμβουλής ήταν μόνο μέρος από μια μάλλον πολύπλοκη
θρησκευτική και κοινωνική εμπειρία. Φυσικά, υπήρχαν συγκεκριμένες μέθοδοι που
δεν μπορούσαν να επαναληφθούν πουθενά αλλού -η αυθεντική έκσταση της Πυθίας
στους Δελφούς, για παράδειγμα, ή το θρόισμα των φύλλων της ιερής βαλανιδιάς στη
Δωδώνη
Εφ’
όσον το αιγυπτιακό μαντείο Αμούν ή Αμμων («ο Κρυμμένος»), ήταν διάσημο στην
Ελλάδα, μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι οι Έλληνες κληρονόμησαν αυτόν τον τύπο
μαντείας από ένα παλαιότερο πολιτισμό.
Ο ομφαλός είναι ένα βασικό σημείο ενώσεως,
συνέχειας και δημιουργίας της νέας ζωής,του παιδιού ή του θηλαστικού ζώου - όχι μόνο με την μητέρα του αλλά
αποτελεί και τησυνεχιζόμενη γραμμή -
ένωση με όλους τους προγόνους του. Η δημιουργία και η αναγέννηση της ζωή δια
μέσω της μητέρας, ως συνέχεια με την μητέρα της μητέρας την γιαγιά και την
προμάμμη φτάνοντας ακόμα ακόμα και στην αρχή της γέννησης και της δημιουργίας …
του ανθρώπου. Ένας αόρατος ιστός, ένα αόρατο νήμα,ένας αέναος κύκλος ζωής και γέννησης του ζώντος,
και του κάθε θηλαστικού πλάσματος που γεννιέται αφού έχει κυοφορηθεί σε
πλακούντα που τρέφετε, αναπνέει και μεγαλώνει μέσω του ομφαλού από τη μητέρα…Ένας
ζωτικός κρίκος στην αλυσίδα της ζωής του καθενός μας.
Orion Gramm., Etymologicum
Alphabetic letter omicron, page 115, line 14
<Ὀμφαλός>. κυρίως ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου σώματος εἴρηται
Όμοια
και η Μήνη -η Σελήνη η αυξανόμενη και η διδουσα ζωή, αύξηση και αναπνοή…
Nonnus Epic., Dionysiaca
Book 38, line 124
…ἑσπερίη σελάγιζε δι' ὕδατος ὄμπνια Μήνη.
<Ὀμφαλός>. οἱ μὲν παρὰ τὸ φαλλὴν, ὡς ἐοικέναι, ὅ
ἐστι τὸ μόριον. ἐκκρεμὴς γὰρ ἐστὶ ἐν ἀρχῇ, πρὸ
τῆς ἀποτομῆς. οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ περὶ αὐτὸν εἰλεῖσθαι
τὸ γεννώμενον. οἱ δὲ ἀπὸ τῆς εἰς τὸ ἔμβρυον ἐμφυ-
σήσεως.
Ομφαλός για κάποιους από το φάλλω – βλέπω όπως φαίνεται το
κομμάτι να κρέμεται πριν από την αποκοπή του, για άλλους από την ώθηση που
δίνει στο γέννημα, στο τέκνο ή στον γεννημένο, ή από το φύσημα, την πνοή ή την
αναπνοή που δίνει στο έμβρυο.
Pausanias Perieg., Graeciae descriptio
Book 2, chapter 13, section 7, line 7
ὄπισθενδὲτῆςἀγορᾶςἐστινοἶκοςὀνομαζόμενοςὑπὸ
Φλιασίων μαντικός. ἐς τοῦτον Ἀμφιάραος ἐλθὼν καὶ
τὴν νύκτα ἐγκατακοιμηθεὶς μαντεύεσθαι τότε πρῶτον,
Στον Παυσανία αναφέρετε στα Κορινθιακά ότι και στην
Πελοπόννησο στην χώρα των Φλιασίων όπισθεν της αγοράς υπάρχει ένα οικοδόμημα,
το οποίο ονομάζουν οι Φλιάσιοι Μαντικόν. Οι Φλιάσιοι λέγουν ότι όταν ήρθε ο
Αμφιάραος και εκοιμήθει μιαν νύχτα εις το οικοδόμημα αυτό, άρχισε για πρώτη
φορά να προλέγει το μέλλον. Κατά τους Φλιάσιους ο Αμφιάραος δεν ήταν πρωτύτερα παρά
ένας κοινός άνθρωπος, χωρίς μαντικήν ικανότητα. Και το οικοδόμημα από της
εποχής αυτού είναι καθ΄όλον το μέχρι τουδε διάστημα κατάκλειστον. Εις ολίγη
απόστασιν απ΄ εκεί υπάρχει μέρος το οποίο καλείται Ομφαλός και το οποίον, εάν
βεβαίως έχουν παραδοθεί τα αληθή, είναι το κέντρο της Πελοποννήσου. Όταν
προχωρήσουμε ευρίσκομεν τον αρχαίον ναόν του Διονύσου, τον ναόν του Απόλλωνος,
και τον ναόν της Ισιδος…
Φλιασία η περιοχή που βρισκόταν στην κατοχή της πόλης του Φλιούντα,
στο Φλιάσιο Πεδίο. Η περιοχή περιβαλλόταν από την Σικυωνία στο βορρά, στο βορρά, την Αργολίδα από το νότο και στα ανατολικά από την περιοχή της Νεμέας
και των Κλεωνών, ενώ στα δυτικά συνόρευε με την περιοχή που ελεγχόταν από την αρκαδική πόλη Στύμφηλο ή Στύμφαλο. Βρίσκεται νοτιοδυτικά
του σημερινού νομού Κορινθίας, 3,5
χλμ. βορειοδυτικά της Νεμέας και στις όχθες του Ασωπού
ποταμού.
Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 8, section 4, line 6
Ο ομφαλός των Δελφών θεωρείται ο τάφος του Διονύσου. Ο Απόλλων
και ο Διόνυσος μοιράζονται το ίδιο ιερό και λατρεύονται όπως και στην Κρήτη. Στην Κρήτη λατρεύεται ο
Κρηταγενής Ιδαίος Δίας μέσω των μυστηρίων των Κορυβάντων ή των Μυστηρίων των
Ιδαίων Δακτύλων. Αυτά ήταν γιορτές και μυστήρια στην Κνωσσό, σ΄ αναμνηση, κατά την
επικρατέστερη εκδοχή, του Κορύβαντα πατέρα του Κρητός Απόλλωνα. Τα Κορυβαντικά
χαρακτήριζαν οι εξωτερικές τους τελετές στις οποιες έπαιρναν μέρος όλοι οι μυημένοι
των πρώτων βαθμών, που παρασκευάζονταν για τις ανώτερες μυήσεις. Κι αυτό γιατί
λειτουργούσε και άλλη τάξη των ιδίων μυστηρίων τα Λαβυρινθικά ή του ιερού Διπλού
Πέλεκυ.
Στην τάξη αυτή στις ιεροπραξίες πρωτοστατούσαν ιερείς του θεού
Δία, όπως στα μυστήρια της Μεγάλης Μητέρας Θεάς Ρέας-Γής, πρωτοστατούσαν οι
ιέρειες, παρόλο που και στις δυο περιπτώσεις λάβαιναν μέρος και γυναίκες και άντρες…
Τα
κομμάτια του μικρού υιού του Διός του Ζαγρέα, κατά μία εκδοχή, μετά τον σπαραγμό
από τους Τιτάνες μαζεύονται μέσα σε λέβητα και θάβονται κάτω από τον τρίποδα
των Δελφών.
Etymologicum
Magnum,
Etymologicum magnum
Kallierges page 255, line 17
Παρακάτω δίδονται τα
κείμενα που αναφέρουν ότι καιo
Διόνυσος, κι όχι μονο ο πρώτος Διόνυσος ο Ζαγρεύς, αλλά και ο «δεύτερος»
Διόνυσος ο της Σεμέλης – έχει ταφεί σε βάθρο στους Δελφούς. Ο Απόλλων
λατρεύεται και μοιράζετε το ιερό και το χρηστήριο των Δελφών με τον Διόνυσο.
Τους χειμερινούς μήνες λατρεύεται ο Διόνυσος ως ο θεός ο Χθόνιος κλπ.
Οπωσδήποτε η λειτουργία του ιερού ήταν αφιερωμένη τούς τεσσάρες μήνες του
χειμώνα στον Διόνυσον και το υπόλοιπον του έτους εις τόν Απόλλωνα -χωρίς να
γνωρίζωμεν από ποίας εποχής εγένετο αυτός ό καταμερισμός, διότι ό Πλούταρχος,
πού μάς πληροφορεί περί αυτού, γνωρίζει μεν καλώς τά των Δελφών, είναι όμως
πηγή μεταγενέστερη. Ή εναλλαγή διθυράμβου
και παιάνος αντιστοιχεί εις τήν διαίρεσιν αυτήν του λειτουργικού έτους.
Έτσι αργότερα στα βυζαντινά χρόνια ο ομφαλός του κόσμου θα
μεταφερθεί στον Ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη και σε
προηγούμενο κείμενο είδαμε και τον μικρό ομφαλό – ομφάλιο που στεκόταν ο ελέω
θεού αυτοκράτορας – το ομφάλιον. Καθώς και το ομφάλιο του ιερού Ναού της Αγίας
Σοφίας τηςν Τραπεζούντας.
Έτεροι ομφαλοί της γής εκτός από αυτόν των Δελφών και της Πελοποννήσου
στην περιοχή της Νεμέας, ένας ομφαλός άλλος που αναφέρετε είναι αυτός της Δήλου
(Ορτυγία).
Οι σημαντικές πόλεις της αρχαίας Ελλάδας,
όπως και τα μαντεία και τα ασκληπιεία, ήταν όλα τοποθετημένα σε γεωμετρικό
τριγωνισμό σε σχέση με την Δήλο, με ασύλληπτη ακρίβεια: Δήλος, Μυκήνες και
Άργος σε ισόπλευρο τρίγωνο, όπως και η Σπάρτη, η Πέργαμος και οι Δελφοί. Ίση
απόσταση από την Δήλο είχαν και τα δύο σημαντικά κέντρα ίασης, τα ασκληπιεία
στην Επίδαυρο και την Κω.
Ομφαλός της θαλάσσης η νήσος της Καλυψούς, ένα νησί εντός του Ατλαντικού ή όλης της θάλασσας
καλυμμένο με δέντρα.
Άλλοι ομφαλοί το όρος Καύκασος ως ομφαλός του κόσμου…
Joannes
Philoponus Phil., In libros de generatione animalium commentaria
Volume 14,3, page 144, line 19
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Odysseam
Volume 1, page 17, line 11
ἸστέονδὲὅτιτὴνμὲνγῆνὁμῦθοςπερίπουτὴνΔελφικὴνχώρανλέγει μεσάζεσθαι, ἀετοῖςμετρηθεῖσανὑπὸΔιός. διὸκαὶὀμφαλὸςκαὶμεσόμφαλονγῆςὁπύθιοςτόποςὁπερὶΔελφοὺςἐλέγετο. τὸνδὲὀμφαλὸνἤτοιτὸμεσαίτατοντῆςἀτλαντικῆςἢτῆςὅληςθαλάσσης, ὁποιητὴςεἶναιπλάττειἐκεῖὅπουἡνῆσοςτῆςμυθικῆςΚαλυψοῦς. (Vers. 51.) ὍτιτὴνΚαλυψὼεἰμὲν βασίλισσαἦνκαὶνήσουἐκράτειἣνκαὶοἱγεωγραφοῦντεςπαραδιδόασι, μικρὰπεριεργάζονταιοἱπαλαιοί. μεταπλάττουσιδὲαὐτὴντῇἀλληγορίᾳεἰςτὸκαθ' ἡμᾶςσῶμα, ὡςσυγκαλύπτουσανἐντὸςδίκηνἐλύτρουτὸνψυχικὸνμάργαρον. ἥτιςκαὶαὐτὴκατεῖχετὸνφιλόσοφονὈδυσσέαὡςἄνθρωπονἐνδεδεμένονσαρκί. καὶμυθικῶςεἰπεῖν, ἐνἀμφιρύτῃνήσῳὄνταδενδρηέσσῃἥτιςὀμφαλόςἐστιθαλάσσης. Ομφαλός της θαλάσσης η νήσος της Καλυψούς, ένα νησί εντός του Ατλαντικού ή όλης της
θάλασσας καλυμμένο με δέντρα
Ομφαλός της γης όμως και η Πάφος στο νησί της Αφροδίτης,
τόπος γέννησης του Κινύρα, βασιλιά και πρώτου ιερέα της Αφροδίτης. Κατά μια
εκδοχή ο πατέρας του Κινύρα δεν ήταν ο Πάφος ή ο Έπαφος αλλά ήταν γιος του Απόλλωνα. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο ομφαλός στην Πάφο υπήρχε λόγω της παγκόσμιας αποδοχής της λατρείας της Αφροδίτης, ή γιατί το άγαλμά της έμοιαζε με ομφαλό. βέβαια και το ονομα της Πάφου δηλώνει την Πύλη φωτός ή την Πύλη φωνής. Αν εχει δε υποστεί την μεταβολή του Φ σε Π τότε Φάφος/ Παφος = ΦΑΟΣ , φωνή, λόγος κλπ
HesychiusLexicogrγῆς
ὀμφαλός· ἡ Πάφος καὶ Δελφοί.
Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter gamma, entry 537, line 1
<γῆςὀμφαλός>·ἡΠάφος.
Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidem (scholia vetera)
Vita-argumentum-scholion sch Or, section 331, line 4