Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Σύνοψη τελευταίων κειμένων



Σύνοψη παλαιότερων κειμένων για να επανέλθει νόημα στο κείμενο και να επιστρέψει η άκρη του νήματος στα χέρια μου.

Σε προηγούμενα κείμενα είδαμε τον μύθο και τη σχέση  του Μελισσέα με τις τροφούς του Διός και τις ιέρειες της Ρέας -Μέλισσες  καθώς και συνδέσεις με τις Άρκτους αλλά και την Αρτέμιδα καθώς και την σχέση των με τον αστερισμό της Μεγάλης και της Μικρής Άρκτου. Αναλυτικότερα:

Ο Μελισσεύς είπαμε ότι είναι  βασιλεύς-ιερεύς αλλά και ιεροπράκτης. Ο Μελισσεύς αναφέρεται ως ο πρώτος άνθρωπος που θυσίασε στους θεούς. Και εισήγαγε στην Κρήτη την θεολατρεία, ιέρειες της Ρέας Μεγάλης μητέρας Θεάς κατέστησε τις θυγατέρες που έφεραν τον τίτλο της Μέλισσας την Αδράστεια και την Ίδη, κατ΄ άλλους και την Αμάλθεια- η οποία αργότερα έδωσε και τ΄ όνομά της και στην κατσίκα που πρόσεφερε το γάλα της στο μεγάλωμα του Διός. Κατ΄ άλλους συγγραφείς η Αμάλθεια θεωρείτε γυναίκα του Μελισσέως και μητέρα της Αδράστειας.

Θεώρησα δε, ότι τ΄ όνομα της Μέλισσας είναι όνομα φέρων ιδιότητα ιέρειας -ή ιδιότητες θεάς- την οποία κατέχουν και οι ιέρειες της Αρτέμιδος, ενώ σε αντίστοιχα κείμενα βρίσκουμε αναφορά και στην ιστορία της Μέλισσας ως ιέρειας της Δήμητρος. Από ένα σημείο και μετά η Μέλισσα γίνεται ΚΑΙ όνομα σύμβολο-ιδιότητα  της Μεγάλης Μητέρας Ρέας Κυβέλης/ Κυψέλης, της Δήμητρος και της Αρτέμιδος, και βέβαια αποτελεί και σύμβολο με όλες τις ιδιότητες που απορρέουν απ΄ αυτό  της Πότνιας Θηρών ως παλαιότερης αρχετυπικής θεότητας. 

 

Tα ονόματα των ιερειών της Ρέας που εμφανίζονται ως κόρες του Μελισσέα είναι κατά τον Απολλόδωρο οι νύμφες Αδράστεια και η Ίδη

 

Μανισμένη με τον Κρόνο η Ρέα προσγειώνεται στην Κρήτη, όταν το Δία στην κοιλιά της είχε  και τον γεννά  στο σπήλαιο της Δίκτης (Λασίθι) και τον δίδει στους Κούρητες, στις νύμφες  Αδράστεια και Νίδα

Στον Πλούταρχο αναφέρονται ως τροφοί του Διός δύο γυναίκες η Ίδη και η Αδράστεια, της Ήρας μία η Εύβοια, του Απόλλωνος δύο η Αλήθεια και η Κορυθάλεια, ενώ τον Διόνυσο  φαίνεται να μεγάλωσαν και να ανάθρεψαν περισσότερες νύμφες .. 

Με τα ονόματα της Αδράστειας και της Ίδης ή Νίδας ή Είδης εμφανίζονται και δύο από τις  Μελίες ή Μελιάδες νύμφες, οι νύμφες δηλαδή της μελίας ή φλαμουριάς. Οι εννέα Μελίες ή Μελιάδες νύμφες φέρουν τα ονόματα : Αδράστεια, Αρέθουσα, Βριθώ, Γλαύκη, Ελίκη, Ίδη,  Κελαινώ, Κρίμη και Κυνόσουρα

Κατ΄ άλλη εκδοχή η Αδράστεια είναι δευτερεύουσα θεά κόρη του Δία και της Ανάγκης ή κόρη του Δία και της Νύχτας. Η προσωποποιημένη θεά του ενστίκτου της εκδίκησης. Στην μυθολογία το όνομά της συνδέεται με το όνομα της Νέμεσεως, με αφορμή το γεγονός ότι ο Άδραστος- βασιλιάς του Άργους ή ο συνονόματος υιός του βασιλέως Μίδα έχει αναγείρει στον Αίσηπο ποταμό – πλησίον της Τροίας- ναό προς τιμή της για τον εξευμενισμό της

Τα άλλα ονόματα εκτός αυτό της Νεμέσεως με τα οποία γίνεται γνωστή η Αδράστεια είναι Άτροπος, Ανάγκη και Πεπρωμένη. Αναλυτικότερα εδώ :Αδράστεια θυγάτηρ Μελίσσου

H Αδράστεια και η Ίδη λαμβάνουν θέση –καταστερίζονται - στον αστερισμό της Μεγάλης και της Μικρής Άρκτου  και ονομάζονται  Κυνόσουρα (ουρά του Κυνός/Σκύλου ) και  Ελίκη. Η μορφή που θεωρούμε ότι  λαμβάνουν είναι η μορφή των δύο άρκτων (αρκούδων)– δύο αρκουδίτσες ..όμως άρκτοι - αρκουδίτσες θεωρούνται και οι ιέρειες της Αρτέμιδος, ενώ κατά μια διαφορετική εκδοχή η Μεγάλη Άρκτος θεωρείτε ότι απεικονίζει την Καλλιστώ ή την ίδια την Αρτέμιδα.

 

Στον ελληνικό μύθο όπου η Ελίκη και η Κυνόσουρα είναι τροφοί του Διός και έχουν καταστερισθεί γι αυτήν τους την πράξη από ευγνωμοσύνη από τον ίδιο τον Δία. Η μορφή των τροφών που βρίσκονται στον ουρανό είναι αυτή των δύο αρκούδων – κατά ένα περίεργο τρόπο όμως ως κόρες του Μελισσέως άρα και Μέλισσες – αφού φέρουν ιδιότητες του γεννήτορα τους - θεωρούνται και ιέρειες της Ρέας/ Κυβέλης αλλά και σε μια δεύτερη ανάγνωση και ως άρκτοι θεωρούνται επίσης και  ιέρειες της Αρτέμιδος ή η ίδια η Αρτέμιδα ως Καλλίστη  – 

Κατά τον Άρατο είναι αυτές που ανέλαβαν υπό την προστασία τους το βρέφος Δια μαζί με τους Δικταίους ή Ιδαίου Κουρήτες και τον γλύτωσαν από τον Κρόνο που θα τον σκότωνε-κατάπινε.  Για να τις ανταμείψει ο Δίας τις μετέτρεψε στην Μεγάλη Άρκτο (Ελίκη) και στην Μικρή άρκτο (Κυνόσουρα). Αναλυτικότερα εδώ Μεγάλην άρκτον ονομάζει Ελίκην

Η Μικρή Άρκτος (Ursa minor)  ονομάζεται Κυνόσουρα ή Λυκόσουρα…H Κυνόσουρα  (ουρά του Κυνός) φέρετε να είναι μία εκ των Ιδαίων νυμφών και  η αδερφή της Αδράστειας και κόρη του Μελισσέως του Κρητού, και η έτερη τροφός του Διός. Έχει καταστεριστεί και η ίδια στον αστερισμό της Άρκτου από τον Δία ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Και η Κυνόσουρα που βρίσκεται επί της άρκτου την οποία επικαλούνται -επίκληση,  για βοήθεια
Η Μικρή άρκτος ή Κυνόσουρα ονομάζεται από τους περισσότερους και Φοινίκη ενώ ένα από τ’ αστέρια της ονομάζεται Πόλος ή πολικός αστέρας και γύρω του γυρίζει η Άμαξα (άμα εν τω άξονι δηλαδή άμα= μαζί,  εν των άξονι = στον άξονα, Άμαξα = μαζί στον άξονα) η Μεγάλη άρκτος η Ελίκη - αυτή που ελίσσεται. Γύρω από τον πόλο θεωρούν ότι στρέφεται όλος ο ουράνιος κόσμος – θόλος.

Αν όμως  Έλιξ – έλικας θεωρείτε ο νέος κλάδος ως υιός και ως τέκνο αλλά και ο υιός της αμπέλου τότε και η Ελίκη θα πρέπει να θεωρηθεί ως η νεότερη κόρη και η νεότερη άρκτος παρ΄ ότι μεγαλύτερη ως Μεγάλη Άρκτος  !!! αλλά όχι μόνο ερμηνεύοντας το όνομα της αλλά και βάση του του αξίωμα των διδύμων. Κατά το αξίωμα των διδύμων, ο δίδυμος ο  όποιος τρέχει παραμένει νεότερος απ΄ αυτόν που παραμένει ακίνητος λόγω της διαστολής του χρόνου που προβλέπει η σχετικότητα. Έτσι σύμφωνα με την αρχή της σχετικότητας, ο Β θεωρεί τον εαυτό του σε ακινησία ενώ ταξιδεύει ο Α, οπότε, όταν ξανασυναντηθούν, ο Α θα είναι νεότερος από τον Β. Αυτές ακριβώς οι αντικρουόμενες προβλέψεις είναι το Παράδοξο την Διδύμων.

Ο πολικός είπαμε θεωρείτε το Καρφί γύρω από το οποίο ελίσσεται όλος ο ουράνιος θόλος ...

Άλλες του ονομασίες Stella Maris (θαλάσσιος Αστέρας) και η ονομασία αυτή είναι η ονομασία της Θεοτόκου συνειρμικά κατά τον Άγιο Ιερώνυμο. 
Άλλες ονομασίες του Sterre Transmontane, που καλείται και Sterre of the See, που είναι ακίνητο και κείται προς τον Βορρά, που εμείς καλούμε the Lode Sterre». Trans-montane, δηλ. «ύπερθεν των ορέων» για τους Αυστριακούς αλλα και για τους Ιταλούς ή γενικώς των βουνών για τους μεσογειακούς, και Sterre of the See, δηλ. «Αστήρ της Θαλάσσης» (see = sea, μεσαιωνική αγγλική).

Ενώ ο Μίλτον τον αναφέρει ως το αστέρι της Αρκαδίας "our Star of Arcady, Or Tyrian Cynosure" δηλαδή το αστέρι της Αρκαδίας και μας παραπέμπει στην Αρκαδία, από όπου καταγόταν η Καλλιστώ.
Το Κυνοσούρα ή Κυνόσουρα εμφανίζεται σε επιστημονικά έργα ως το όνομα του Πολικού Αστέρα αλλά για τους Έλληνες σήμαινε ολόκληρο τον αστερισμό της Μικρής  άρκτου
Όμως ως  Άρκτοι ονομάζονται και οι παρθένες κόρες που αφιερώνονται στην Αρτέμιδα και το ρήμα αρκτεύω δηλώνει την λατρεία των μικρών κοριτσιών που αφιερώνονταν στο ναό και μετείχαν σε πομπές και θυσίες της θεάς ως άρκτοι.

Kαι έτσι έχουμε μια νοητή συνέχεια όπου οι Μέλισσες κόρες του Μελισσέως βασιλέως-ιερέως του πρώτου που θυσίασε στους θεούς να έχουν καταστεριστεί από τροφοί - ιέρειες (μέλισσες) της μητέρας Θεάς Ρέας κλπ – και έχουν μετατραπεί σε "θηλυκούς" Eσσήνες – και αναρωτιέμαι βεβαια δικαίως αναρωτιέμαι -αν  πέρασαν ως παιδούλες και νέες κοπέλες από τα ιερά της Αρτέμιδος όντας άρκτοι –παρθένες ιερές κόρες της Αρτέμιδος …και μετατράπηκαν αργότερα και αναβαθμίστηκαν  σε ιέρειες μέλισσες – τροφούς του Διός αλλά και ιέρειες της Μεγάλης Μητέρας θεάς. Αναλυτικότερα εδώ : Κυνόσουρα και Stella Maris

Αρκτεία είναι ένα πανελλήνιο έθιμο και ένας θεσμός άμεσα συνδεδεμένος με τη λατρεία της Αρτέμιδος, επιτελούμενο σε πολλά ιερά της

Στην Κρήτη καθώς στο Ακρωτήρι των Χανίων υπάρχει η Σπηλιά της Άρκτου, σπηλιά της Παναγίας, η Παναγία η Αρκουδιώτισσα ή Aρκουδόσπηλιος  Εκεί υπάρχει ο τοπικός μύθος για μια ιερή άρκτο και την θεά προστάτιδα της νεότητας που λατρευόταν από την προ-δωρική εποχή. Οι πελασγοί έφεραν μαζί τους την λατρεία της Άρκτου και την διέδωσαν μέχρι την Κρήτη. Εκεί και το ξόανό της θεάς που λατρευόταν ιδιαιτέρως με το ιερό της ζώο. Από τις επιγραφές, που έχουν βρεθεί στο εσωτερικό του Αρκουδόσπηλιου, θεωρείται ότι αποτελούσε χώρο λατρείας του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος.

Η θεά ούτως η άλλως είναι η Θεά προστάτιδα του τοκετού και προστάτης της παιδικής ηλικίας, είναι κουροτρόφος, παιδοτρόφος, φιλομείραξ, και ταυτόχρονα προστάτιδα του γάμου και κυρίως της φροντίδας για έναν αίσιο τοκετό και για ευγονία που θα εξασφάλιζε την συνέχεια του γένους

Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την Θεά του κυνηγιού που ήδη από τον Όμηρο αποκαλείται Πότνια Θηρών/Θυρών. Ένας γονιμικός χαρακτήρας της Θεάς που συνλατρεύεται μαζί με τις χθόνιες θεότητες και την Δήμητρα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Μεγάλη μητέρα Θεά είναι η θεά που απεικονίζεται ως :
Των ορέων
Του κυνηγιού
Της Θάλασσας
Των φιδιών
Των περιστεριών
Κουροτρόφος
Πολεμική

Ας μην ξεχνούμε επίσης ότι στην Κρήτη η θεά φέρει τα ονόματα  της Δίκτυννας εκ της οροσειρά του Όρους Δίκτης και εκ των διχτυών, Βριτόμαρτις η γλυκιά παρθένος, Καλλίχορην και Ανθεία,  και με την Ειλείθυια, από το ελεύθω+υιός, δηλαδή μαμμή, και άρα τη θεά του τοκετού, ως Καλλιστώ (Άρτεμις Καλλίστη στην Αρκαδία) ως Αγροτέρα, ενώ στην Έφεσο είναι η θεά μητέρα, θεά τροφός, θεά της γονιμότητας ή θεά με τους πολλούς μαστούς. Τα σχετικά με τους ιερείς της Μεγάβυζους, Εσσήνες κλπ τα είδαμε σε προηγούμενα κείμενα

Η θεά ως Παρθένος φέρει το προσωνύμιο Αγνή και αυτό ετυμολογεί και το όνομά της ως  Άρτεμις δια το αρτεμές

Η Άρτεμις φαίνεται ότι σημαίνει την ακεραιότητα (αρτεμές) και την αξιοπρέπεια, γιατί αγαπά την παρθενία. Ίσως όμως γνώστη της αρετής (αρετής ίστορα) ονόμασε την θεά ο δημιουργός του ονόματος, και ίσως γιατί μίσησε τη γονιμοποίηση (άροτον μισησάσης ) της γυναίκας από τον άνδρα.

O Στράβων, από την άλλη, εκφράζοντας μια διαφορετική άποψη,
αναφέρει ότι το όνομα Άρτεμις οφείλεται στην ιδιότητα της θεάς να κάνει τους ανθρώπους υγιείς και αρτιμελείς. Τέλος, σε εντελώς διαφορετικούς δρόμους μας οδηγούν οι σχολιαστές του Λυκόφρονος, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο «ἄρταμος» είναι ο σφαγεύς και το ρήμα «ἀρταμέω» σημαίνει σφάζω και κατακρεουργώ, τεμαχίζω κλπ Αναλυτικότερα εδώ : Περί Αρτέμιδος και άρταμου

Στο λεξικό του Πλωτίνου η λέξη Ἆρται εκ του αρτάω- αρτάομαι (;) σημαίνει κρεμάω, αν-αρτώ, εξ-αρτώ, κοτσάρω, όμοια και το αρτάομαι σημαίνει κρεμιέμαι εξαρτώμαι αλλά και είμαι εξαρτημένος (εξαρτημένος ακόμα και με την σημασία που δίνουμε εμείς σήμερα στην λέξη εξάρτηση ως κρέμασμα (το σημείο εξάρτησης ενός εκκρεμούς), η κατάσταση κατά την οποία είσαι εξαρτημένος  από κάποιον ή κάτι για την ικανοποίηση των αναγκών σου. (η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα του). Την υποταγή σε κάποιον ισχυρότερο,  τον εθισμό  (η εξάρτηση από τη νικοτίνη)κλπ.
Όπου η εξάρτηση χαρακτηρίζεται από την έντονη προσήλωση ενός ατόμου προς ένα αντικείμενο ή άλλο άτομο. Ο εξαρτημένος δημιουργεί/επικεντρώνει τη ζωή του γύρω από το αντικείμενο της εξάρτησής του.

Ο αρτεμής σε αντίθεση είναι ο σώος και ο αβλαβλής, ο ακέραιος και ο ολάκαιρος, ο αδιαίρετος και ο άθικτος, ο ακέριος και ο αλώβητος, ο ανέπαφος και ο ατόφιος, ο άφθορος και ο σώος. Καθώς και η Άρτεμις φαίνεται ότι σημαίνει την ακεραιότητα (αρτεμές) και την αξιοπρέπεια, γιατί αγαπά την παρθενία. Ίσως όμως γνώστη της αρετής (αρετής ίστορα) ονόμασε την θεά ο δημιουργός του ονόματος, και ίσως γιατί μίσησε τη γονιμοποίηση (άροτον μισησάσης ) της γυναίκας από τον άνδρα

Όμοια και το «αμ-αρτάνω» δηλώνει την εξάρτηση από την αμ-αρτία δηλώνει την μη αρτιότητα και το χάσιμο της ακεραιότητας, την αστοχία, το σφάλμα, την αποτυχία και  ότι άλλο μπορεί να δηλώνει  την επαφή με την όποια λαθεμένη γνώμη ή αστοχία ή αποτυχία την οποιαδήποτε αποπλάνηση, παραπλάνηση, κρίμα, «πτώση» πταίσμα, ξεμυάλισμα ακόμα και «ζάλισμα» σκότιση του νου κλπ κλπ 

«Αμαρτάνω» στην αρχαία ελληνική γλώσσα σημαίνει «αστοχώ, αποτυγχάνω» και «αμαρτία», ορίζεται ως «Ἡ τοῦ ἀγαθοῦ ἀποτυχία» (=η αποτυχία να πράξουμε το σωστό –Λεξικό Σούδα).

Η αρτάνη είναι  ο βρόγχος, ο δερμάτινος ιμάντας, η αλυσίδα ή το σκοινί με το οποίο αναρτώνται οι μεγάλες κεραίες των ιστιοφόρων.
Και αρτέμων είναι το μεγάλο μεσαίο ιστίο του  πλοίου.

Δεσμός, δέσιμο και κρέμασμα. Οι αμαρτωλοί και ως προδότες τις περισσότερες φορές φυλακίζονται με δεσμά (Προμηθεύς), ή κρεμιούνται μόνοι τους (Ιούδας). Υπάρχει και η αντίστοιχη κάρτα των ταρώ του Κρεμασμένου . Στην ουσία η κάρτα του Τρελού ανεστραμμένη, γίνεται η κάρτα του Κρεμασμένου. Αναλυτικότερα εδώ : Περί Ατρέμιδος, αρτάνης και αμαρτίας 


Και συνεχίζοντας την αναζήτηση των δύο τροφών του Διός και φτάνοντας στην ουράνια απεικόνιση  καταλήγουμε και αγγίζουμε και την μετέπειτα χριστιανική θεώρηση τους.Οι δυο τροφοί - άρκτοι λάμβάνουν θέση πλέον και γίνονται τα σύμβολα της κτίσεως. Η πρώτη κτίσης είναι αυτή κατά τον Αδάμ μέσα στους πόνους και η δεύτερη η κτίσης η κατά Χριστόν, μέσα στην οποία έχουμε αναγεννηθεί και στην οποία ο Οφιούχος ανταγωνιζόμενος το θηρίο-Δράκοντα εμποδίζει τον ετοιμασμένο άνθρωπο να λάβει τον Στέφανο..



Η Μεγάλη άρκτος, η Ελίκη, είναι το σύμβολο της μεγάλης κτίσεως – στην οποία πλέουν οι Έλληνες – με την οποία έχουν ανατραφεί, μορφωθεί και της οποίας τη μοίρα, τύχη πεπρωμένο - με τους βίους τους - μέσα από τα κύματα ακολουθούν. Η Ελίκη η  κτίση- ή διδασκαλία ή σοφία κλπ που φέρει - οδηγεί προς τα πίσω. Η διδασκαλία της Ελίκης είναι εκδήλωση και λόγος επαναφοράς και περιστροφής – ξαναγύρισμα στα ίδια και στα ίδια, έτσι ισχυρίζεται ο Άρατος. 


Η μικρή Άρκτος προμηνύει και δίδει τη δεύτερη κτίση η οποία έχει δημιουργηθεί κατά τον Θεόν. Λίγοι, ισχυρίζεται, ότι πορεύονται μέσα από την στενή οδό.
Στενή οδό λένε την οδό της Κυνόσουρας, κατά την οποία -και πάλι  ο Άρατος -ισχυρίζεται ότι οι Σιδώνιοι ταξιδεύουν και θαλασσοπορούν 
Σιδώνιοι ονομάζονται οι Φοίνικες για την θαυμαστήν σοφία τους, ενώ οι Φοίνικες είναι Έλληνες, λέγουν, που από την Ερυθρά θάλασσα μετανάστευσαν σ΄ αυτόν τον χώρο στον οποίο και κατοικούν – κατά τον Ηρόδοτο.

Η Κυνόσουρα, ισχυρίζεται, ότι είναι η Άρκτος (η μικρή) η κτίσης η δευτέρα, η μικρή και στενή οδός και όχι η Ελίκη - η οποία οδηγεί προς τα πίσω – αλλά προς τα εμπρός ευθεία στους επόμενους.

Μια μικρή σύνοψη των τελευταίων κειμένων για να επανέλθουμε και για να περάσουμε στα επόμενα κείμενα …

συνεχίζετε...

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

Μελισσών βασιλεύς



ἐσσήν: ῆνος, ὁ, ἱερεὺς τῆς ἐν Ἐφέσῳ Ἀρτέμιδος, ὡς τὸ Λατ. rex sacrificulus, Παυσ. 8. 13, 1· παρὰ Καλλ. βασιλεύς, Ὕμν. εἰς Δία 66, πρβλ. Ἡρῳδιαν. π. μον. λέξ. 17. 6: ― κατὰ τὸ Μέγα Ἐτυμ. (383. 30), «ἐσσὴν ὁ βασιλεὺς κατ’ Ἐφεσίους ἀπὸ μεταφορᾶς τοῦ μελισσῶν βασιλέως» (δηλ. τῆς βασιλίσσης), ὡς εἰ ἦν συγγενὲς τῷ εσμός, καὶ δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ὅτι Μέλισσα (ἴδε μέλισσα) ἦτο όνομα ἱερείας τινὸς τῆς Ἀρτέμιδος. Πρβλ. Σουΐδ. καὶ Ἡσύχ. 

Μέλισσα κόρη του Μελισσέως ενός Κορύβαντα ή  Ιδαίου Δάκτυλου. Ο δεσμός είναι σαφής με τους βασιλείς ιερείς και ιεροπράκτες. Ίσως και ο πρώτος «βασιλεύς» ιδρυτής των ιεροπραξιών και των ιερειών που φέρουν την ονομασία της Μέλισσας. Ο πατέρας της Μέλισσας της πρώτης ιέρειας που εμφανίζεται στην Κρήτη ως τροφός του θείου βρέφους.
Με το όνομα Μελισσαίος ή Μελισσεύς ή Μελισσέας  αναφέρονται οι ακόλουθοι :

α) Μελισσεύς προϊστορικός βασιλεύς της Κρήτης. Θεωρείται ως ο πατέρας της Αμάλθειας και της Μέλισσας οι οποίες ανάθρεψαν με γάλα και μέλι τον νεογέννητο υιόν του Κρόνου και της Ρέας, Δία. Για αυτό τον λόγο ο Δίας φέρει και την επίκληση και λατρεύεται στην Κρήτη ως «Μελισσαίος Ζευς»

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter mu, entry 718, line 1
*<μελίσματα>· ᾄσματα rAS
<μέλισσα>· ὀβολός, ὅς ἐστιν μέρος δραχμῆς
<Μελισσαῖος>· ὁ Ζεύς r
<μέλισσαι>· αἱ τῆς Δήμητρος μύστιδες
*<μελισσάων>· μελισσῶν (Β 87) ASn
<μελίσσειον>· τὸ σμῆνος r(p)


β) Βασιλιάς της Κρήτης και ένας από τους Κουρήτες προστάτης του βρέφους Δίας.  Κόρες του Μελισσέα ήταν η Αμάλθεια και η Μέλισσα, οι οποίες ήταν τροφοί του θεού. Ο Μελισσεύς αναφέρεται ως ο πρώτος άνθρωπος που θυσίασε στους θεούς. Και εισήγαγε στην Κρήτη την θεολατρεία, ιέρειες της οποίας κατέστησε τις ανωτέρω θυγατέρες του 

γ) Βασιλιάς της πόλεως Χερσόνησος της Καρίας, στη Μικρά Ασία. Ο Μελισσέας αυτός υποδέχθηκε και εξάγνισε τον Τρίωπα από τον φόνο του αδελφού του. Και ο Κάριος Μελισσεύς είναι κι αυτός ιερέας που καθαίρει και εξαγνίζει τον Τρίωπα («τριόφθαλμος», αυτός δηλαδή που έχει τρία μάτια, και επομένως μπορεί να βλέπει σχεδόν τα πάντα («πανόπτης») από τον φόνο του αδερφού του. Ο Τρίωπας, ένας από τους γιους του Ήλιου και της Ρόδου, ο οποίος ήταν φυγάς λόγω της δολοφονίας του αδελφού του  Τενάγη /Τενεγέα - ο οποίος είχε μεγάλη επιδεξιότητα στις επιστήμες και τον σκότωσε λογω ζήλιας - Όταν το έγκλημά τους αποκαλύφθηκε, ο Τρίωπας διέφυγε στην Καρία σε ένα ακρωτήρι που έλαβε το όνομά του (το Τριώπιο Ακρωτήριο) εκεί εξαγνιστηκε από τη  δολοφονία του αδερφού του από τον βασιλέα της Καρίας Μελίσσεα. – Ο Τρίωπας θεωρείται ότι είναι μια μορφή του Δία του Αργους ή κάποιος εκπρόσωπος του.

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20)
Book 5, chapter 61, section 1, line 5

…ἐνταῦθα δὲ καθαρθέντα τὸν
φόνον ὑπὸ Μελισσέως τοῦ βασιλέως εἰς τὴν Θεττα-
λίαν πλεῦσαι ἐπὶ συμμαχίαν τοῖς Δευκαλίωνος παισί,
καὶ συνεκβαλεῖν ἐκ τῆς Θετταλίας τοὺς Πελασγούς,
καὶ μερίσασθαι τὸ καλούμενον Δώτιον πεδίον

Μετά από αυτά, ο Τριόπας, ένας από τους γιους του Ήλιου και της Ρόδου, φυγάδας για τον φόνο του αδελφού του, Τενάγη, αφίχθηκε στη Χερρόνησο. Εκεί εξαγνίστηκε για τον φόνο από τον Μελισσέα τον βασιλιά και έπλευσε στη Θεσσαλία για να βοηθήσει ως σύμμαχος τα παιδιά του  Δευκαλίωνα, μαζί με τα οποία έδιωξε τους Πελασγούς από τη Θεσσαλία και έλαβε μερίδιο το λεγόμενο Δώτιο πεδίο

δ) Μελισσεύς ο βασιλεύς του Ελικώνος

Scholia In Nicandrum, Scholia et glossae in Nicandri theriaca (scholia vetera et recentiora) Vita-scholion 11c, line 3
<<Μελισσήεντος>>· Μελισσήεντα δέ φησιν τὸν
τόπον τοῦ Ἑλικῶνος, ἐν ᾧ εὗρε τὰς Μούσας, ὃς οὕτως
ἐκλήθη ἀπὸ Μελισσέως βασιλεύσαντος τοῦ τόπου.



ε) ο Μελισσεύς ως ένας από τους Κορύβαντες που φύλαγαν και φρόντιζαν τον μικρό Διόνυσο και μάλιστα πολέμησαν και στο πλευρό του κατά την εκστρατεία του στην Ινδία, όπως αναφέρεται στα «Διονυσιακά» του Νόννου.

Την ίδια εποχή που ο Δίας μεγάλωνε εις το Ιδαίον άντρο, ο βασιλέας του νησιού ονομάζονταν Μελισσεύς και η θυγατέρα του ονομάζονταν Μέλισσα. Μελισσεύς όνομάζονταν και ένας απο τους Κουρήτες που είχαν αναλάβει την προστασία του νεογέννητου Διονύσου, σύμφωνα με τον Νόννο στο έργο του Διονυσιακά στο 13 βιβλιο του και στον στίχο 145.


Nonnus Epic., Dionysiaca
Book 13, line 145

παιδοκόμοι Κορύβαντες ἀεξομένου Διονύσου,
οἳ Φρύγα κόλπον ἔχοντες ὀρεσσιπόλῳ παρὰ Ῥείῃ
νήπιον εἰσέτι Βάκχον ἐκυκλώσαντο βοείαις,
τόν ποτε πορφυρέῳ κεκαλυμμένον οἴνοπι πέπλῳ
εὗρον ἐνὶ σκοπέλοις, κερόεν βρέφος, ἔνθα μιν Ἰνὼ
Μύστιδι παιδοκόμῳ παρακάτθετο μητρὶ Κορύνθου·  
οἳ τότε πάντες ἵκανον ἀειδομένης ἀπὸ νήσου,
Πρυμνεὺς εἱλιπόδης τε Μίμας καὶ ὀρίδρομος Ἄκμων
Δαμνεύς τ' Ὠκύθοός τε σακεσπάλος, οἷς ἅμα βαίνων
σύνδρομος Ἰδαίῳ κορυθαιόλος ἦλθε Μελισσεύς,

Τις φάλαγγες (της Ευβοίας) διοικούσαν οι ασπιδοφόροι Κορύβαντες της Εύβοιας εκείνοι που φρόντισαν τον Διόνυσο όταν μεγάλωνε ως παιδί, αυτοί που κατείχαν τον  Φρυγικό Κόλπο και πλάι στην Ρέα που διάβαινε τα βουνά περικύκλωσαν με τις ασπίδες τους τον Βάκχο που ήταν παιδί ακόμα. Τον βρήκαν κάποτε ανάμεσα στα βράχια ένα κερασφόρο βρέφος καλυμμένο με μανδύα – στο χρώμα του κρασιού, στο σημείο όπου η Ινώ τον είχε εμπιστευθεί στην Μύστιδα, την μητέρα του Κόρινθου,  από το ξακουστό νησί ήρθαν όλοι ετούτοι, ο Πρυμνέας, ο Μιμας με τα στρεβλά πόδια, ο βουνήσιος Άκμων, ο Δαμνεύς και ο ακοντιστής ο Ωκύθοος, μαζί τους πήγε και ο Μελισσεύς με το αστραφτερό κράνος, συντροφεύοντας τον Ιδαίο που ο πατέρας του Σώκος χτυπημένος από τη μανία της ασέβειας τους έδιωξε κάποτε από την θαλαζόσωστη πατρίδα τους….

Ο Μελισσεύς ήταν ο παραδοσιακός βασιλεύς- ιερέας, ένας Κορύβαντας ή Ιδαίος δάκτυλος ή Κουρήτης γνώστης της τέχνης του πολέμου αλλά και της τέχνης του μελιού και της μελισσοκομίας.
Πολλοί βεβαιώνουν ότι οι τιμώμενοι Θεοί  στην Σαμοθράκη ήταν οι ίδιοι με τους θεούς των Καβείρων, τους Κύρβαντες, Κορύβαντες  τους Κουρήτας και τους Ιδαίους Δακτύλους..

Ενώ σε κείμενο του ο Στράβων αναφέρει τη σύνδεση Καβείρων και Κορυβαντων καθώς  εικάζει ότι θεωρούνται άλλοτε  τέκνα Κρόνου κι άλλοτε Διός και Καλλιόπης που έχουν διαφύγει από την Σαμοθράκη και τα έργα τους είναι μυστικά δηλαδή μυστηριώδη, ακατάληπτα, σκοτεινά και απόκρυφα.

Εδώ να υπενθυμίσω ότι η ονομασία της Σαμοθράκης είναι Μελίτη, όταν μέλιττα είναι η μέλισσα, και Μυλιττα η Αφροδίτη των Ασσυρίων που μας παραπέμπει και στον μήνα του Μέλιτος 

Όπως και οι Κορύβαντες και οι Κουρήτες είναι Φρύγες την καταγωγή, περιζωσμένοι με χάλκινα όπλα γι αυτό και τους ονομάζουν Χαλκιδέους και ότι αυτοί κλήθηκαν από  τους Τιτάνες και δόθηκαν στην Ρέα ένοπλοι για φύλακες αλλά και τροφοί του Διός. Οι Κορύβαντες μετονομάσθηκαν σε Κουρήτες και λέγονται επισης Φύλακες καθως είναι συγχρονως μαχητές είδαμε και την λέξη Ίδα στο λεξικό του Ησύχιου να ερμηνεύετε ως Ίδα= Μάχη

Σε άλλο κείμενο ταυτίζονται με τους Διόσκουρους,  οι Κάβειροι, Κορύβαντες ή Σαμοθρακες και είναι οι πρώτοι που  ναυπήγησαν/δημιούργησαν  πλοία, επίσης γνώριζαν την χρήση βοτάνων και την ίαση από δαγκώματα/τσιμπήματα με την χρήση  επωδών.

Όμοια  ως ιερείς και ένοπλοι φύλακες της Ρέας Κυβέλης είναι αυτοί που μετέχουν των ιερών μυστηρίων ενώ συγχρόνως χορεύουν και μετέχουν εν χορώ - έχοντας τύμπανα και αυλούς -που δημιουργούν θόρυβο - είναι άξιοι να παίζουν αυλό και αγαπούν να χορεύουν και να αστειεύονται. Ονομάζονται δε και Κουρήτες ή Κορύβαντες ή Κουροτρόφοι του Διός.


Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20)
Book 5, chapter 64, section 4, line 4

πρῶτοι τοίνυν τῶν εἰς μνήμην παρα-
δεδομένων ᾤκησαν τῆς Κρήτης περὶ τὴν Ἴδην οἱ
προσαγορευθέντες Ἰδαῖοι Δάκτυλοι. τούτους δ' οἱ
μὲν ἑκατὸν τὸν ἀριθμὸν γεγονέναι παραδεδώκασιν,
οἱ δὲ δέκα φασὶν ὑπάρχοντας τυχεῖν ταύτης τῆς
προσηγορίας, τοῖς ἐν ταῖς χερσὶ δακτύλοις ὄντας
ἰσαρίθμους. ἔνιοι δ' ἱστοροῦσιν, ὧν ἐστι καὶ Ἔφο-
ρος, τοὺς Ἰδαίους Δακτύλους γενέσθαι μὲν κατὰ
τὴν Ἴδην τὴν ἐν Φρυγίᾳ, διαβῆναι δὲ μετὰ Μυγδό-
νος εἰς τὴν Εὐρώπην· ὑπάρξαντας δὲ γόητας ἐπι-
τηδεῦσαι τάς τε ἐπῳδὰς καὶ τελετὰς καὶ μυστήρια,
καὶ περὶ Σαμοθρᾴκην διατρίψαντας οὐ μετρίως ἐν
τούτοις ἐκπλήττειν τοὺς ἐγχωρίους· καθ' ὃν δὴ χρό-
νον καὶ τὸν Ὀρφέα, φύσει διαφόρῳ κεχορηγημένον
πρὸς ποίησιν καὶ μελῳδίαν, μαθητὴν γενέσθαι τού-
των, καὶ πρῶτον εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐξενεγκεῖν τε-
λετὰς καὶ μυστήρια. οἱ δ' οὖν κατὰ τὴν Κρήτην
Ἰδαῖοι Δάκτυλοι παραδέδονται τήν τε τοῦ πυρὸς
χρῆσιν καὶ τὴν τοῦ χαλκοῦ καὶ σιδήρου φύσιν ἐξευ-
ρεῖν τῆς Ἀπτεραίων χώρας περὶ τὸν καλούμενον
Βερέκυνθον, καὶ τὴν ἐργασίαν δι' ἧς κατασκευάζεται·  
δόξαντας δὲ μεγάλων ἀγαθῶν ἀρχηγοὺς γεγενῆσθαι
τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων τιμῶν τυχεῖν ἀθανάτων.
ἱστοροῦσι δ' αὐτῶν ἕνα μὲν προσαγορευθῆναι Ἡρα-
κλέα, δόξῃ δὲ διενεγκόντα θεῖναι τὸν ἀγῶνα τὸν
τῶν Ὀλυμπίων

Πρώτοι, λοιπόν, απ' όσους μνημονεύονται από την παράδοση, κατοίκησαν στην περιοχή της Ίδης στην Κρήτη οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, όπως ονομάστηκαν. Ετούτοι, σύμφωνα με μια παράδοση, ήταν εκατό τον αριθμό, ενώ άλλοι λένε πως ήταν μόνο δέκα που έλαβαν αυτή την ονομασία, ισάριθμοι με τα δάχτυλα των χεριών. Μερικοί, όμως, μεταξύ των οποίων και ο Έφορος, ιστορούν πως οι Ιδαίοι Δάκτυλοι γεννήθηκαν στην Ίδη της Φρυγίας και πως πέρασαν στην Ευρώπη με τον Μύγδονα
καθώς ήταν γητευτές, επιδίδονταν στα ξόρκια, τις τελετές και τα μυστήρια και ζώντας ένα διάστημα στη Σαμοθράκη εξέπληξαν σε μεγάλο βαθμό τους εκεί κατοίκους την ίδια περίοδο και ο Ορφέας, προικισμένος με ξεχωριστή ικανότητα στην ποίηση και τη μελωδία, έγινε μαθητής τους κι έφερε πρώτος στους Έλληνες τις τελετές και τα μυστήρια. Για τους Ιδαίους Δακτύλους της Κρήτης παραδίδεται πως ανακάλυψαν τη χρήση της φωτιάς, τη φύση του χαλκού και του σιδήρου στη χώρα των Απτεραίων στο λεγόμενο Βερέκυνθο, καθώς και τον τρόπο επεξεργασίας τους επειδή θεωρήθηκαν πως ήταν οι εισηγητές μεγάλων αγαθών για το ανθρώπινο γένος έτυχαν τιμών αθανάτων...

65. Μετά τους Ιδαίους Δακτύλους, συνεχίζει η εξιστόρηση, έγιναν οι εννέα Κουρήτες. Γι' αυτούς άλλοι μύθοι λένε πως ήταν γηγενείς και άλλοι πως ήταν απόγονοι των Ιδαίων Δακτύλων. Ετούτοι κατοικούσαν στα δασωμένα μέρη και τα φαράγγια των βουνών και γενικά στους τόπους που τους παρείχαν φυσική στέγη και προστασία, επειδή δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη το χτίσιμο σπιτιών. Καθώς διακρίνονταν για τη σύνεση τους, έδειξαν στους ανθρώπους πολλά χρήσιμα πράγματα-
 διότι εκείνοι πρώτοι συγκέντρωσαν τα πρόβατα σε κοπάδια, εξημέρωσαν τα υπόλοιπα είδη των ζώων που βόσκουν και ανακάλυψαν τη μελισσοκομία. Έτσι, ετούτοι εισηγήθηκαν την τέχνη του τόξου και του κυνηγιού, τη συναναστροφή και τη συμβίωση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ήταν και οι πρώτοι που δίδαξαν την ομόνοια και κάποια ευταξία στην κοινωνική ζωή. Ανακάλυψαν, επίσης, τα ξίφη, τα κράνη και τους πολεμικούς χορούς, μέσω των οποίων έκαναν μεγάλη φασαρία και εξαπατούσαν τον Κρόνο.
 Λένε, λοιπόν, πως σ' αυτούς, κρυφά από τον πατέρα Κρόνο, παρέδωσε τον Δία η μητέρα του η Ρέα κι εκείνοι τον πήραν και τον ανάθρεψαν εφόσον, όμως, πρόκειται να μιλήσουμε αναλυτικά γι' αυτά, είναι ανάγκη να πιάσουμε τη διήγηση από λίγο νωρίτερα…


συνεχίζεται...

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Τελετουργία και όργια μητραγυρτών απο το Χρυσό γάιδαρο ή μεταμορφώσεις του Απουλήιου


....Στα χρονια της Ρωμαικής αυτοκρατορίας φτάνουν απο διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας ιερείς νέων θεοτήτων και ιδρύουν ιερά σε διάφορες πόλης της Ιταλίας. Κάποιοι απ΄αυτους είναι  ευνούχοι και αφοσιωμένοι στην λατρείας της Μητέρας Θεάς Κυβέλης/Ρέας, αργότερα εμφανίζονται και οι μητραγύρτες ή αγύρτες ...

Όμως, αν ο αυτοευνουχισμός έχει τόσο μακρινές ρίζες, η πρακτική του ευνουχισμού ενός άνδρα από έναν άλλο άνδρα είναι ακό¬μη αρχαιότερη: Σε κάθε χώρα -όχι μόνο στη λεκάνη της Μεσογείου σε κάθε κουλτούρα και άσχετα από το ποιος έφτιαχνε τους νόμους που ρύθμιζαν τη δημόσια ζωή, τις σχέσεις εξουσίας και τους κανόνες, ο ευνούχος ήταν παρών, ένα πλάσμα που δεν ήταν ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό.
Μπορούμε να πιστέψουμε, να αμφισβητήσουμε ή να αρνηθούμε ότι ο θεός έπλασε τη γυναίκα από το πλευρό του άνδρα, όμως είναι απόλυτα σίγουρο και αναμφισβήτητο ότι τον ευνούχο τον έπλασε ο άνδρας.
Μπορεί ο Θεός να δημιούργησε τα δύο φύλα, αλλά το έκανε με ήπιο τρόπο. Ο άνδρας έφτιαξε τον ευνούχο με μια βάρβαρη μαχαιριά. Ο Θεός πρόσθεσε υλικό για να φτιάξει τον άνθρωπο με κεφάλι, κορμό, πόδια, χέρια, γεννητικά όργανα. Ο άνδρας αφαίρεσε υλικό για να φτιάξει τον ευνούχο. Ο Θεός εμφύσησε στον άνθρωπο τη ζωτική ανάσα, την ικανότητα της ζωής. Στον ευνούχο, το δημιούργημα του, ο άνδρας προσέδωσε την ανικανότητα. Ο Θεός τοποθέτησε το δημιούργημά Του στο φως, στο κέντρο ενός πανέμορφου κόσμου. Ο άνδρας δημιούργησε τον ευνούχο μέσα στο αίμα και στην πιο φρικτή οδύνη, στον εξευτελισμό και την κοινωνική απαξίωση. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο για να είναι ελεύθερος. Ο άνδρας έφτιαξε τον ευνούχο για να τον κάνει σκλάβο του.

 Δημιούργημα για να χρησιμοποιηθεί αμιγώς ως «κατοικίδιο», παρόμοιο με τον στερημένο από τη βαρβατοσύνη του ταύρο, προκειμένου να περιοριστεί στο αλέτρι, αρκετά χρησιμότερο από το σκύλο, ο οποίος υπακούει βέβαια στο σφύριγμα του κυνηγού, αλλά  δεν είναι ικανός παρά μόνο για να οσμίζεται τη λεία και να φυλάει το κοπάδι, ο ευνούχος βαδίζει από εποχή σε εποχή και από χώρα σε χώρα με το βήμα του βαρύ από τη μόνιμη πληγή που τον σακατεύει. Τα πιο αρχαία κείμενα τον αναφέρουν σαν δεδομένη και μόνιμη παρουσία σε κάθε κοινωνικό μόρφωμα. Μας διηγούνται για άνδρες και γυναίκες. Και πάντα στο πλευρό τους, νά και ο ευνούχος.
Η αναπηρία του τον καθιστά ανίκανο να διεκδικήσει τη δόξα του κυρίου και αφέντη του, ακόμη και σε εποχές όπου οι ευνούχοι ζούσαν μέσα στη λάμψη, όπως στην Κίνα της δυναστείας των Μινγκ, στην Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στο Παλέρμο της αραβικής κυριαρχίας του 10ου αιώνα.
Παρότι «κατασκευασμένος» από τον άνδρα, ο ευνούχος των αρχαίων κειμένων παραδόξως θεωρεί ότι υπεύθυνος της τερατώδους καταγωγής του δεν είναι παρά τα χέρια της γυναίκας ευνουχίστριας. Από την αρχή ακόμη, ήταν ο άνδρας που ευνούχιζε. Κι όμως, η αρσενική φαντασία έπλασε μια μεγαλοφυή εκτροπή στην ιστορία, απαλλάσσοντας τον άνδρα από το κρίμα του εφευρέτη του ευνουχισμού.



Οι ιστορικοί μάς διηγούνται ότι η θρυλική Σεμίραμις, η φιλήδονη ασσύρια βασίλισσα, επέβαλε τον πρώτο ευνουχισμό. Όπως η Εύα, που έδωσε στον Αδάμ τον καρπό της Γνώσης, έτσι και η Σεμίραμις έφερε στον κόσμο το «τρίτο φύλο» χρησιμοποιώντας το μαχαίρι.
Η γυναίκα ήταν η μεγάλη ευνουχίστρια μας πληροφορούν οι ιστορικοί.


 Σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, όπως μας τη μεταφέρει ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης, η Σεμίραμις νυμφεύθηκε τον Νίνο, ιδρυτή της Νινευί και του βασιλείου των Ασσυρίων.

Υπήρξε σύζυγος πιστή για σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια. Όμως μια φθινοπωρινή νύχτα έπνιξε τον άνδρα της και του πήρε την εξουσία. Λένε πως στα χέρια της το βασίλειο ήκμασε και μεγάλωσε, πως αυτή ίδρυσε τη Βαβυλώνα, πόλη ασύγκριτη σε δόξα, στολισμένη με τους κρεμαστούς της κήπους, ολόγιομους με σπάνια, ευωδιαστά λουλούδια- σε αυτή την πόλη, περίπου δυο αιώνες μετά, ξεψύχησε ο Μέγας Αλέξανδρος, νέος και ωραίος ακόμη...
Αυτή η τόσο αισθησιακή γυναίκα, που όμως ντυνόταν ανδρικά, παρουσιάστηκε και από τον Διόδωρο τον Σικελιώτη σαν ευνουχίστρια, όχι στρατιωτών, αλλά εραστών. Ο ιστορικός μάς διηγείται ότι η Σεμίραμις διέταζε τη φρουρά της να σκοτώνει κάθε άνδρα μετά τις νυχτερινές τους περιπτύξεις.
Το χάραμα, ενώ ο εραστής ένιωθε ακόμη στο δέρμα του το χάδι της μαγευτικής βασίλισσας, οδηγείτο χωρίς έλεος για εκτέλεση. Αργότερα συνεπέραναν ότι δεν τους εκτελούσαν, αλλά τους ευνούχιζαν. Η Σεμίραμις, ακρωτηριάζοντας τους, τους έσωζε τη ζωή. Τους έσωζε από τη ζήλια και τη χωρίς όρια κτητικότητά της.Κάθε εραστής της, φεύγοντας από το κρεβάτι της, δεν έπρεπε να ποθήσει άλλη γυναίκα. Θα ήταν η τελευταία του. Για να του μείνει αξέχαστη, η Σεμίραμις άφηνε σε κάθε άνδρα της ανεξίτηλο το σημάδι της με τον ευνουχισμό. Σημάδι φρικτό και μη αναστρέψιμο σε κάθε ανδρικό σώμα που είχε κατακτήσει. Μερικοί ιστορικοί αποδίδουν το θάνατο της Σεμιράμιδος στη μαχαιριά ενός ευνούχου: το μοιραίο χτύπημα ήρθε από το δημιούργημα της.  (περισσότερα στα κείμενα περί Σεμιράμιδος εδώ ) (αποσπάσματα απο το βιβλίο (Οι Ευνούχοι: Η εκπληκτική και απόκρυφη ιστορία τους /Βάννα Ντε Αγγέλις )


Απο ένα σημείο και μετά απαγορεύουν στους μητραγύρτες - ευνούχους ιερείς να περιφέρονται ασκόπως μέσα στην πόλη και η παρουσια τους επιβάλλεται μονο κάποιες συγκεκριμένες μέρες. Κατά τούς χρόνους της ελληνικής παρακμής περιέφεραν  ξόανα (ξύλινα αγάλματα) θεών ή άλλα ιερά αντικείμενα και τα εξέθεταν εις λαϊκό προσκύνημα.Ταυτοχρόνως επωφελούντο από την συγκέντρωση του πλήθους και του προσέφεραν έναντι δήθεν αμοιβής ή εις ανταπόδοση τής συνεισφοράς των υπέρ του δήθεν ιερού σκοπού ιατρικές συμβουλές, φάρμακα, προφητείες, όχι σπανίως δε έκαμναν και καλώς προετοιμασμένα «θαύματα»- τα ειδαμε όλα αυτά στο προηγούμενο κείμενο  


Με αφορμή αυτους τους μητραγύρτες και τους αγύρτες γενικότερα ο Απουλήιος γράφει και καταγγέλει στην ουσία την εμφάνισή τους με τα μελανώτερα χρώματα στον Λούκιο ή  Χρυσό όνο. Το έργο του, εν μέρη θεωρείται βιογραφικό, καθώς θεωρούν οι μελετητές του, οτι πολλά απο τα στοιχεία του ακολουθούν την πορεία του καθως και τα ταξίδια  του ιδιου του συγγραφέα για να μυηθεί στις λατρείες της 'Ισιδος και του 'Οσιρη. Ο ίδιος ξόδεψε σχεδόν ολοκληρη την πατρική του περιουσία ταξιδεύοντας για να σιγάσει το πάθος και την δίψα του για γνώση και στην αναζήτηση της αληθινής θρησκεία.

Ο Λούκιος ή Όνος είναι μια μυθιστοριογραφία ή αν θελετε μια μορφή της παρωδίας με πολλά λαϊκά στοιχεία, με φραστική ελευθεροστομία και σκαμπρόζικες σκηνές. Σατιρίζονται η μαγεία, η μετεμψύχωση, οι περιπλανώμενοι «ιερείς» της «Συρίας θεού» που τους συναντούμε και στο ομώνυμο έργο καθως και η σεξουαλική απληστία μερικών γυναικών.

 Ακολουθει απόσπασμα απο τον Χρυσό 'Ονο ή τις μεταμορφώσεις του Απουλήιου:

"Έτσι ο πουλητής μου κορόιδευε αυτόν τόν γερο- παραλυμένο εκείνος όμως τό κατάλαβε και του φωνάζει, τάχα θυμωμένος:
- Άντε νά μού χαθείς, πού νά βουβαθείς καί νά κουφαθείς, πού δεν ξέρεις τί λές, ηλίθιε! Μπά πού νά σέ τυφλώσει η παντοδύναμη μητέρα, η Συριακή Θεά, κι ο αγιος Σαβάζιος. Κι η Ένυώ, η θεά των πολέμων, κι η μητέρα της Ίδης μέ τόν Άττι της κι η κυρία Αφροδίτη μέ τόν καλό της 'Αδωνη, εσένα λέω, βλάκα, πού τόσην ώρα πας νά μέ κοροϊδέψεις. Θαρρείς λοιπόν, κρετίνε, πώς θά εμπιστευτώ εγώ τή θεά βάζοντάς την στή ράχη ενός γρουσούζικου γαϊδάρου, γιά νά τή ρίξει χάμω καί νά σπάσει τό ιερό άγαλμα, κι έπειτα εγώ νά τρέχω σάν τρελός γιά νά βρω γιατρό γιά τήν κατάκοιτη θεά μου;
Ακούγοντάς τον νά λέει τέτοια, μού ’ρθε ν’ άρχίσω νά κλωτσάω πρός όλες τίς κατευθύνσεις σάν φρενόπληκτος, γιά νά φοβηθεί καί νά μή μ’ αγοράσει. 'Ομως αυτός, πολύ ανυπόμονος νά με αποχτήσει, πρόλαβε τό σχέδιό μου καί μετρούσε κιόλας στόν πουλητή μου τή συμφωνημένη τιμή, δεκαεφτά δηνάρια, πού ό κύριός μου τα τσέπωσε πανευτυχής, τόσο ήθελε νά μέ ξεφορτωθεί. Αμέσως μού πέρασε ένα σκοινί άπ’ τό λαιμό καί μέ παρέδωσε στόν κύρ-Φίληβο: έτσι ονομάζονταν ό ανθρωπος αυτός, που στό εξης γινόταν ό νέος αφέντης μου.
26.   Αυτός λοιπόν, μιά καί δυό τραβάει τό νέο υπηρέτη του στό σπίτι, καί φτάνοντας μπρος στό κατώφλι, φωνάζει:
-      Κορίτσια, τρεχάτε! σάς φέρνω έναν σκλάβο κούκλο, πού μόλις τόν αγόρασα άπ’ τό παζάρι.
Καί νά ’σου βγαίνουν τά κορίτσια, καί τί κορίτσια,’θεέ μου! Ένα τσούρμο από βρωμοευνούχους, πού βάλθηκαν νά χοροπηδούνε βγάζοντας χαρούμενα ξεφωνητά μέ βραχνές, θηλύπρεπες φωνές, γιατί προφανώς uπέθεταν οτι ό καινούργιος σκλάβος θά ’ταν κανένας λεβέντης πού θά χρησίμευε γιά τίς ξαδιάντροπες δουλειές τους. Μά μόλις, αντί γιά άνθρωπο είδαν ένα τετράποδο, έκαμαν κάτι μορφασμούς κι άρχισαν τά πειράγματα γιά τό αφεντικό τους: «Καθώς βλέπουμε, δέν αγόρασε δούλο, παρά γαμπρό γιά πάρτη του», κι έπειτα, δυνατά σ’ αυτόν: «Ίε, αφεντικό, δέν θά τό ξεκοκκαλίσεις μόνος σου αυτό τό τρυφερούδι, θά μάς τό περνάς καί μάς πότε-πότε». Λέγοντας τέτοια αισχρόλογα, μέ δέσανε στό παχνί.
Μεταξύ τους ήταν κι ένας βαρβάτος νεαρός, πού έπαιζε τέλεια τή φλογέρα τόν είχαν αγοράσει συνεταιρικά έξω στην περιοδεία πήγαινε πάντα μπρος άπό κείνους πού σήκωναν τή θεά, κι έπαιζε τή φλογέρα. Μέσα στό σπίτι παραδινόταν κι αυτός, όπως κι οί άλλοι, στίς έκφυλες κι άνομες ηδονές. Μόλις μέ είδε, έτρεξε καί μού έδωκε άφθονη τροφή.
-      Επί τέλους, είπε γεμάτος χαρά, θά μέ βοηθήσεις στίς δύσκολες ασχολίες μου ό Θεός νά δώσει νά ζήσεις πολύ, ν’ αρέσεις στούς παραφεντάδες καί νά ξεκουράσεις τά νεφρά μου.
’Από τά λόγια αυτά μάντεψα τά βάσανά μου. 


Τήν άλλη μέρα βγήκαν ντυμένοι χρωματιστά καί γελοία, μέ τό πρόσωπο αλειμμένο λάσπη, τά φρύδια βαμμένα καί στό κεφάλι μίτρες. Φορούσαν φουστάνια μεταξωτά κίτρινα, μέ ζώνη στη μέση καί σάνδαλα• φορτώνουν στη ράχη μου τή θεά, σκεπασμένη μ’ ένα μεταξωτό πέπλο, καί μέ τό μπράτσο γυμνό ως τόν ώμο, σχίζοντας τόν αέρα μέ τσεκούρια καί σπαθιά απειλητικά, ξεκινούν μέ τόν ήχο τής φλογέρας πηδώντας καί ούρλιάζοντας σάν βάκχες μαινόμενες.
Αφού προσπέρασαν πολλές καλύβες, φτάνουν στό εξοχικό σπίτι κάποιου πλουσίου• μόλις μπήκαν, διπλασιάζοντας τά παράφωνα ουρλιάσματά τους, άρχισαν νά χορεύουν σά φρενιασμένοι, γέρνοντας τό κεφάλι, σχηματίζοντας μέ τούς λαιμούς των λάγνους σπασμούς, κάμνοντας μέ τά μαλλιά τους τά ξέπλεκα κύκλους μεγάλους, κι από καιρό σέ καιρό δαγκάνοντας τά μπράτσα τους ή κόβοντάς τα μέ κάτι πού ήταν σάν -ψαλίδι. Ό ένας άπ’ αύτούς, ο πιό δαιμονισμένος απ’ όλους, έβγαζε βαθιούς άναστεναγμούς καί φαινόταν στό τέλος ότι κατέχονταν από τό θείο πνεύμα κι ότι μέθυσεν από θεϊκή μανία: λές κι η παρουσία των θεών, αντί νά κάνει καλό, έκανε τόν άνθρωπο τρελό κι άρρωστο.
 


26.   Ω, θεία Πρόνοια, κοιτάχτε τί του στοίχισε αυτό! Πρώτα, μέ φωνή βροντερή καί προφητική αρχίζει νά κατηγορεί τόν εαυτό του γιά κάποιο έγκλημα θρησκευτικό, ενάντια στούς ιερούς κανόνες, ξορκίζοντας τά χέρια του νά πάρουνε εκδίκηση γιά τό ανόμημά του. Έπειτα παίρνει ένα μαστίγιο, συνηθισμένο εργαλείο αυτών τών έκφυλων, κατασκευασμένο από μακριές μάλλινες πλεξούδες μέ κόμπους καί μικρά κοκκαλάκια, άρχίζει νά χτυπιέται δυνατά, κι άντεχε ο άθλιος στούς πόνους φοβερά. Τό χώμα είχε κοκκινίσει άπό αίμα όταν ξεκίνησε πάλι ή συνοδεία κι έξακολουθούσαν διαρκώς νά χτυπιώνται, πράγμα πού μού προξενούσε τρόμο• γιατί βλέποντας τό αίμα νά τρέχει ποτάμι άπό τά τόσα χτυπήματα,  ετρεμα μή τυχόν, όπως στην αδιαθεσία τους οί άνθρωποι πίνουν τό αίμα τής γαϊδάρας, παρόμοια καί τό στομάχι τής περίεργης αυτής θεάς είχεν ανάγκη από τό αίμα ενός γαϊδάρου. Αμα κουράστηκαν, ή καλύτερα άμα χόρτασαν από χτυπήματα, έπαψαν αυτό τό μακελειό. Τότε πολλοί άρχισαν νά τούς πετουν διάφορα νομίσματα κι εκείνοι τά μάζευαν στούς μανδύες τους• άλλοι τούς έδωκαν ένα βαρέλι κρασί, άλλοι γάλα, τυρί κι αλεύρι. Άλλοι έφεραν κριθάρι γιά τό γάιδαρο πού σήκωνε τή θεά οι γελοίοι άφεντάδες μου μάζευαν σάν τρελοί τά δώρα, γέμισαν σακούλια καί μου τά φόρτωσαν• τώρα τό φορτίο μου είχε γίνει διπλό, δηλαδή βωμός καί αποθήκη μαζί.


26.    Έτσι λοιπόν τριγύριζαν καί χαράτσωναν όλη τή χώρα. Μιά μέρα, φτάνοντας σ’ ένα χωριό πάνω στά βουνά, χαρούμενοι πού είχαν κάνει μιά γενναία είσπραξη, αποφάσισαν νά οργανώσουν γλέντι. Παριστάνοντας λοιπόν πώς έλαβαν μιά προφητεία εντελώς φανταστική, ζητούν από έναν χωρικό ένα τετράπαχο κριάρι, γιά νά τό θυσιάσουν καί νά χορτάσουν τάχα τήν πείνα τής Συριακής θεάς. Μόλις τελείωσαν μέ τίς προετοιμασίες, τραβούν γιά τά λουτρά• έπειτα φρέσκοι-φρέσκοι γυρνούνε πίσω φέρνοντας μαζί τους, γιά νά πάρει κι αυτός μέρος στό γλέντι, έναν χωρικό, έναν άντρα ρωμαλέο, πρώτο μπόϊ, πού εφάνταζε από μακριά ό ανδρισμός του κι ή τρανή του διάπλαση• δέν είχαν προφτάσει καλά-καλά νά φάνε κάτι σαλατικά πού είχαν γιά ορεχτικό, κι ευθύς, τά άθλια υποκείμενα, εκεί μπροστά στά πόδια τού τραπεζιού, αρχίζουνε τά βδελυρά τους όργια καί τίς πιό αισχρές στάσεις τού παρά φύση έρωτα: βάζοντας στή μέση τό νέο ξαπλωμένο μπρούμυτα γυμνό, αρχίζουν νά τόν παρακαλούν νά ενδώσει μέ τά σιχαμερά τους στόματα.

Μήν μπορώντας νά βαστάξω πιά αυτό τό φριχτό θέαμα, προσπάθησα νά φωνάξω: «’Ώ! Βοήθεια! Πολίτες», μά δεν κατάφερα νά προφέρω παρά ένα «Ω!», κι ότι άλλο βγήκε ήταν ένα σκέτο «νΩ», δίχως τά λοιπά γράμματα καί τίς συλλαβές• ωστόσο αυτό τό «’Ώ» υπήρξε ιδιαιτέρως ισχυρό καί δραστικό, κι άντιστοιχοΰσε σέ ό,τι καλύτερο μπορεί νά φωνάξει ένας γάιδαρος σέ τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Γι’ αυτό καί κάποιοι νέοι άπ’ τό γειτονικό χωριό, πού ψάχναν ένα γάιδαρο χαμένο από τή νύχτα καί γιά τό λόγο αυτό τριγύριζαν όλα τά γύρω χάνια, μέ άκουσαν πού γκάριζα, καί βέβαιοι πώς ό γάιδαρος τους ήταν κρυμμένος εκει μέσα, όρμησαν ξαφνικά κι αντίκρυ - σαν τά τέρατα εκείνα πάνω στις ακόλαστες απολαύσεις τους. Φώναξαν όλη τή γειτονιά νά θαυμάσει τό ωραίο εκεινο θέαμα καί την αγνότητα των άγιων αυτών ανθρώπων."


συνεχίζεται...







Σάββατο 13 Μαΐου 2017

και ο κρίνων κρίνεται



Εκτός από την περίπτωση του ‘Οσιρη-νέου Χ-Ωρου υπάρχουν και άλλες αναφορές αυτή τη φορά περί της κρίσης και του πετσοκόμματος, αν θέλετε, αιδοίων στην Ελληνική μυθολογία…και μάλιστα με άρπη - κοινώς δρεπάνη (η)

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (ἀνάβλησις – βώτορες)
Alphabetic letter alpha, entry 1226, line 5

 <Ἅρπη> (Hes. th. 179)· ἡ δρεπάνη· παρὰ τὸ ἁρπῶ ἅρπη
γίνεται· παρὰ τὸ οἱονεὶ ἁρπάζειν ἃ διακόπτει· 

Η πιο γνωστή περίπτωση αυτή του Ουρανού, που ο γιός του Κρόνου, του αποκόπτει με διαμαντένιο δρεπάνι (αδαμάντινη άρπη) ή κατ’ άλλο συγγραφέα  δρεπάνι  με τραχιά όψη ή με δρεπάνι που φέρει τραχείς οδόντας  ((καρχαρόδοντη άρπη)  - έκοψε τα αιδοία του πατρός του, έχοντας την συμπαράσταση της μητέρας του Γαίας, γιατί   ο Ουρανό αρνήθηκε την δημιουργία και γκρέμιζε τα παιδιά του στα Τάρταρα…
Από την αποκοπή του ανδρικού  μορίου του – και την ρίψη τους στην θάλασσα θα γεννηθεί η Αφροδίτη, ενώ από το αίμα τους που τρέχει από την αποκοπή θα γεννηθούν οι Ερινύες… 
Nonnus Epic., Dionysiaca
Book 6, line 126
 “τίς προτέρην μετὰ Κύπριν ἀμερσιγάμῳ Κρόνος ἅρπῃ
μήδεα πατρὸς ἔτεμνεν, ἕως πάλιν ἀφρὸς ἐχέφρων
εἰς τόκον αὐτοτέλεστον ἄγων μορφούμενον ὕδωρ
ὁπλοτέρην ὤδινε θαλασσαίην Ἀφροδίτην;
μὴ ποταμὸς μετὰ πόντον ὁμοζήλοισι λοχείαις
κύματος αὐτογόνοιο λεχώιον ὁλκὸν ἑλίσσων
ἄλλην Κύπριν ἔτικτε, καὶ οὐχ ὑπόειξε θαλάσσῃ; 

Hesiodus Epic., Theogonia
Line 179
οὺς δ' ἄρα πάντας ἕλεν δέος, οὐδέ τις αὐτῶν
φθέγξατο. θαρσήσας δὲ μέγας Κρόνος ἀγκυλομήτης
αἶψ' αὖτις μύθοισι προσηύδα μητέρα κεδνήν·
 “μῆτερ, ἐγώ κεν τοῦτό γ' ὑποσχόμενος τελέσαιμι
ἔργον, ἐπεὶ πατρός γε δυσωνύμου οὐκ ἀλεγίζω
ἡμετέρου· πρότερος γὰρ ἀεικέα μήσατο ἔργα.”
 ὣς φάτο· γήθησεν δὲ μέγα φρεσὶ Γαῖα πελώρη·
εἷσε δέ μιν κρύψασα λόχῳ, ἐνέθηκε δὲ χερσὶν
ἅρπην καρχαρόδοντα, δόλον δ' ὑπεθήκατο πάντα.
ἦλθε δὲ νύκτ' ἐπάγων μέγας Οὐρανός, ἀμφὶ δὲ Γαίῃ
ἱμείρων φιλότητος ἐπέσχετο, καί ῥ' ἐτανύσθη
πάντῃ· ὁ δ' ἐκ λοχέοιο πάις ὠρέξατο χειρὶ
σκαιῇ, δεξιτερῇ δὲ πελώριον ἔλλαβεν ἅρπην,  
μακρὴν καρχαρόδοντα, φίλου δ' ἀπὸ μήδεα πατρὸς
ἐσσυμένως ἤμησε, πάλιν δ' ἔρριψε φέρεσθαι
ἐξοπίσω. τὰ μὲν οὔ τι ἐτώσια ἔκφυγε χειρός·
ὅσσαι γὰρ ῥαθάμιγγες ἀπέσσυθεν αἱματόεσσαι,
πάσας δέξατο Γαῖα· περιπλομένων δ' ἐνιαυτῶν
γείνατ' Ἐρινῦς τε κρατερὰς μεγάλους τε Γίγαντας,
τεύχεσι λαμπομένους, δολίχ' ἔγχεα χερσὶν ἔχοντας,
Νύμφας θ' ἃς Μελίας καλέουσ' ἐπ' ἀπείρονα γαῖαν.
μήδεα δ' ὡς τὸ πρῶτον ἀποτμήξας ἀδάμαντι
κάββαλ' ἀπ' ἠπείροιο πολυκλύστῳ ἐνὶ πόντῳ,
ὣς φέρετ' ἂμ πέλαγος πουλὺν χρόνον, ἀμφὶ δὲ λευκὸς
ἀφρὸς ἀπ' ἀθανάτου χροὸς ὤρνυτο· τῷ δ' ἔνι κούρη
ἐθρέφθη· πρῶτον δὲ Κυθήροισι ζαθέοισιν
ἔπλητ', ἔνθεν ἔπειτα περίρρυτον ἵκετο Κύπρον.



Η πελώρια Γαία στένευε μέσα της και στέναζε
και σκέφτηκε ένα δόλιο και κακό τέχνασμα.
Αμέσως έφτιαξε την φλέβα τού υπόλευκου χάλυβα,
κατασκεύασε δρέπανο μέγα κ’ είπε στ’ αγαπητά παιδιά της,
μίλησε δίνοντάς τους θάρρος, με θλίψη στην αγαπητή καρδιά της:
«Παιδιά δικά μου και τού ατάσθαλου πατέρα, αν θέλετε,
ακούστε με, ώστε να εκδικηθούμε την κακή προσβολή
τού πατέρα σας, αφού πρώτος άρχισε τ’ ανόσια έργα».
Έτσι είπε και δέος κατέλαβε όλους και κανείς τους δεν μίλησε.
Τότε πήρε θάρρος ο μέγας Κρόνος, ο πανούργος,
και αμέσως απηύθυνε λόγο στην άξια μητέρα του:
«Μητέρα, εγώ υπόσχομαι να επιτελέσω αυτό το έργο,
επειδή δεν με νοιάζει ο μισητός πατέρας μου,
αφού πρώτος άρχισε τ’ ανόσια έργα». Έτσι είπε,
κ’ η πελώρια Γαία χάρηκε πολύ μέσα στα σπλάχνα της.
Τότε τον οδήγησε και τον έκρυψε σ’ ενέδρα. Του έβαλε στα χέρια
δρεπάνι καρχαρόδοντο και τού εξήγησε όλον τον δόλο.
Ήλθε ο μέγας Ουρανός την νύχτα φέρνοντας, ολόγυρα αγκάλιασε
την Γαία, και απλώθηκε παντού ποθώντας την αγάπη της.
Απ’ την ενέδρα, τότε, το παιδί του τον άρπαξε με το αριστερό χέρι
και με το δεξιό έλαβε δρέπανο πελώριο, μακρύ και καρχαρόδοντο,
θέρισε ορμητικά τα όργανα τού ίδιου τού πατέρα του
και αμέσως τα έριξε να φύγουν πίσω.
Αυτά, όμως, δεν έφυγαν μάταια απ’ τα χέρια του,
αφού όσες σταγόνες αίματος έπεσαν, όλες τις δέχτηκε η Γαία.
Με την πάροδο των ενιαυτών, έγιναν οι κρατερές Ερινύες
και οι μεγάλοι Γίγαντες – που λάμπουν απ’ τα όπλα τους
κ’ έχουν στα χέρια τους κοντάρια μακριά – καθώς και
οι Νύμφες, που Μελίες τις αποκαλούν επάνω στην απέραντη γη.
Ευθύς μόλις απέκοψε με τον χάλυβα τα όργανα
και τα πέταξε απ’ την στεριά στον πολυκύμαντο πόντο,
έπλεαν εκείνα γιά πολύ χρόνο στο πέλαγος, ενώ γύρω από
την αθάνατη σάρκα αφρός σηκωνόταν, απ’ τον οποίο
γεννήθηκε μιά κόρη. Πλησίασε πρώτα στα πανίερα Κύθηρα
κ’ έπειτα από εκεί έφτασε στην θαλασσοζωσμένη Κύπρο…



Pseudo-Apollodorus Myth., Bibliotheca (sub nomine Apollodori)
Chapter 1, section 3, line 3
  ἀγανακτοῦσα δὲ Γῆ ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῶν εἰς Τάρ-  
ταρον ῥιφέντων παίδων πείθει τοὺς Τιτᾶνας ἐπιθέσθαι
τῷ πατρί, καὶ δίδωσιν ἀδαμαντίνην ἅρπην Κρόνῳ. οἱ
δὲ Ὠκεανοῦ χωρὶς ἐπιτίθενται, καὶ Κρόνος ἀποτεμὼν
τὰ αἰδοῖα τοῦ πατρὸς εἰς τὴν θάλασσαν ἀφίησιν. ἐκ δὲ
τῶν σταλαγμῶν τοῦ ῥέοντος αἵματος ἐρινύες ἐγένοντο…

Αργότερα ο Κρόνος θα  αρχίσει κι αυτός να καταπίνει τα παιδιά του –συνεχίζοντας το έργο του πατέρα του Ουρανού- και θα βρει τον μάστορά του από τον γιό του Δία που κρυμμένος από την μητέρα του – θα μεγαλώσει και θα πάρει εκδίκηση για την κατάποση των αδελφών του και  έτσι θα επιβεβαιωθεί η προφητεία που θέλει :  ένας από τους υιούς του Κρόνου θα του στερήσει  την εξουσία (ο χρησμός αυτός ήταν κατά ένα άλλο μύθο η αιτία της εξαφανίσεως των παιδιών του Κρόνου από αυτόν).


Hesiodus Epic., Theogonia Line 496

καρπαλίμως δ' ἄρ' ἔπειτα μένος καὶ φαίδιμα γυῖα
ηὔξετο τοῖο ἄνακτος· ἐπιπλομένου δ' ἐνιαυτοῦ,
Γαίης ἐννεσίῃσι πολυφραδέεσσι δολωθείς,
ὃν γόνον ἂψ ἀνέηκε μέγας Κρόνος ἀγκυλομήτης,
νικηθεὶς τέχνῃσι βίηφί τε παιδὸς ἑοῖο.
πρῶτον δ' ἐξήμησε λίθον, πύματον καταπίνων·
τὸν μὲν Ζεὺς στήριξε κατὰ χθονὸς εὐρυοδείης
Πυθοῖ ἐν ἠγαθέῃ, γυάλοις ὕπο Παρνησσοῖο,
σῆμ' ἔμεν ἐξοπίσω, θαῦμα θνητοῖσι βροτοῖσι.
 λῦσε δὲ πατροκασιγνήτους ὀλοῶν ὑπὸ δεσμῶν,
Οὐρανίδας, οὓς δῆσε πατὴρ ἀεσιφροσύνῃσιν·
οἵ οἱ ἀπεμνήσαντο χάριν εὐεργεσιάων,
δῶκαν δὲ βροντὴν ἠδ' αἰθαλόεντα κεραυνὸν
καὶ στεροπήν· τὸ πρὶν δὲ πελώρη Γαῖα κεκεύθει·
τοῖς πίσυνος θνητοῖσι καὶ ἀθανάτοισιν ἀνάσσει. 
….δικός του γιος ανίκητος και δίχως έγνοιες
που έμελλε γοργά να τον νικήσει με τη βία και τα χέρια του,
να τον εκδιώξει από τ᾽ αξίωμα και μέσα στους αθάνατους να βασιλέψει.
Και γοργά κατόπιν η δύναμη και τα λαμπρά του βασιλιά τα μέλη
μεγαλώσανε. Και σαν ο χρόνος έφτασε,
παγιδευμένος απ᾽ τις παμπόνηρες τις προτροπές της Γης,
ο μέγας Κρόνος, ο δολοπλόκος, έβγαλε έξω και πάλι τα παιδιά του,
από τη δύναμη και τα τεχνάσματα του παιδιού του νικημένος.
Πρώτα το λίθο ξέρασε, αφού τελευταίο τον κατάπιε.
Αυτόν ο Δίας τον έστησε πάνω στη γη με τους πλατιούς τους δρόμους
στην ιερότατη Πυθώ, μέσα στις κοιλάδες του Παρνασσού,
για να ᾽ναι σημάδι στο εξής, θαύμα για τους θνητούς ανθρώπους.
Και τα αδέλφια του πατέρα του τα έλυσε απ᾽ τα ολέθρια δεσμά τους,
τους γιους του Ουρανού, που ο πατέρας τους τους έδεσε από την αφροσύνη του.
Κι εκείνοι τού αναγνώρισαν τη χάρη της ευεργεσίας του
και του ᾽δωσαν τη βροντή, τον κεραυνό που καίει
και την αστραπή. Πριν η πελώρια Γη τα έκρυβε.
Σ᾽ αυτά στηρίζεται και κυβερνά θνητούς και αθανάτους.

 Νικημένος και εκθρονισμένος  ο Κρόνος, γκρεμίστηκε και δέθηκε με αλυσίδα στα έσχατα θεμέλια του σύμπαντος «γαίης νέρθε και ἀτρυγέτοιο θαλάσσης» (Ομ. Ιλ. Ξ 203). Και έτσι την βασιλεία του Κρόνου διαδέχθηκε η βασιλεία του Δία, του θεού της τάξεως και της αρμονίας στον κόσμο, όπως εκείνη είχε διαδεχθεί εκείνη του Ουρανού.

 ὅτε τε Κρόνον εὐρύοπα Ζεὺς
γαίης νέρθε καθεῖσε καὶ ἀτρυγέτοιο θαλάσσης·
※ τοὺς εἶμ' ὀψομένη, καί σφ' ἄκριτα νείκεα λύσω·

Όταν ο Ζεύς τον Κρόνο
κάτω από τη γή εβύθισε και κάτω από τα πελάγη,


Ο Ουρανός είναι ο Αn-u θεός των Σουμερίων (ένα είδος  Διός) ο βασιλιάς του ουρανού (Sum. An-u  δηλ. ουρανού-βασιλεύς )  και πατήρ όλων των θεών.  (Sum. a-nin δηλ. πατήρ – των θεών) κυβερνών τον κόσμο και ορίζων την ειμαρμένην (Sum. Kurum, kur δηλ. κρίνω, δικάζω) ότι είχε την εξουσία να δικάσει όσους είχαν διαπράξει εγκλήματα. Ήταν πατέρας των Αννουνάκι. Στην τέχνη απεικονίζεται συνήθως ως τσακάλι. Βασικό σύμβολο του Άνου είναι το στέμμα με κέρατα.

Κύριαν έδρα του είχε τα Όρη της Ανατολής γι΄ αυτό και ελέγετο και Lugal –βασιλεύς Kur-Kur-a της ορεινής χώρς και έφερε το επώνυμο Κur (Sum. Kur= χώρα, Kur όρος και ανατολή Kur= ηγεμών)
Ο Άνου ήταν ο γηραιότερος θεός στο πάνθεον της σουμερικακής μυθολογίας  ενώ αποτελούσε Τριάδα μαζί με τον Ενλιλ, θεό του ουρανού, και τον Ένκι, θεό των υδάτων. Ο Άνου συσχετίζεται συχνά με την πόλη Ουρούκ, την αντίστοιχη βιβλική Ερέχ και, κατά συνέπεια, πιστεύεται ότι αποτελούσε το αρχικό κέντρο λατρείας του.

Σύζυγος του Anu  ήταν η Αntu  (sum. An-tu ουρανού- τοκας, γυνή) η ελληνική Ανταία, δηλ. η Ρέα σύζυγος του Kρόνου  (Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum Alphabetic letter alpha, entry 911, line 1<Ἀνταία> (Ap. Rh. 1, 1141)· ἡ Ῥέα ὅτι τοῖς Τελχῖσιν ἐναντία ἐγένετο· παρὰ τὸ ἄντην Ἀνταία.)
Ενώ η θεότητα Ινάννα αργοτερα Ιστάρ, (βασίλισσα των Ουρανών και δικη μας Αφροδίτη εξ και Ουρανία ) που επίσης λατρευόταν στην Ουρουκ. Ήταν αργότερα γνωστή ως Ishtar. Συμπεριλαμβάνεται επίσης στο έπος του Gilgamesh και είναι ένας σημαντικός χαρακτήρας στις πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν σε ανασκαφές.

Το ελληνικό όνομα Ουρανός προέρχεται από το σουμ. An-urra του ουρανού στερέωμα (an-ur ουρανός-στερέωμα) και ανεστραμμένος ur-ra-an Ουρανός
Το δε ελληνικό Κρόνος από το σουμ. Kur επίθετο του θεού Anu, Κur-u-Anu, Κρόνος.
Κρόνος Κρυόεις, κρυερός κλπ
Κατ ‘ 'αλλους το σουμ. Kur έχει ποικίλες σημασίες όπου Κur άλλος, ξένος
Οθεν Κur-u-Anu Κρόνος ερμηνεύεται και άλλος θεός, (Anu) του ουρανού.

Τώρα  ο Κρόνος αποκαλείται και falcifer deus (=δρεπανηφόρος θεός). Το δρεπανοειδές ξίφος χρησιμοποιήθηκε τόσο κατά τον ευνουχισμό του ἀστερόεντος  Ουρανού από τον θαρραλέο γιο του  όσο και κατά τη θανάτωση του stellatus πανόπτη ή μυριωπού (κατάστερου ή κατάστικτου) Άργου του πολυόματου φύλακα (έναστρου Ουρανού ;) της Κερασφόρου Ιούς.
Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με μια παραλλαγή του πανάρχαιου και πανανθρώπινου εκείνου μύθου περί χωρισμού του ουρανού από τη γη,  με τον Άργο-ουρανό να έχει προκύψει –όπως άλλωστε τα πάντα– από το προαιώνιο Χάος.

 Κατά τον Βάρρωνα, μάλιστα,ο ουρανός των Λατίνων (caelum) ετυμολογείται από τη λέξη chaos .


Ενας ακόμα αρπηφόρος ή δρεπανηφόρος ή ξιφηφόρος εμφανίζεται στην μυθολογία μας. Ο Βοώτης...



συνεχίζετα...