Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Ὄρνις, παρὰ τὸ ὄρω τὸ διεγείρω



Yει =βρέχει.
Υο (με κλειστό το στόμα) =Το ύδωρ, νερό, ύομαι =βρέχομαι.
Ύο τσακώνικα=Το ύδωρ, το υέτειον.
 Υέτιος ο Δίας, ο πρόξενος της βροχής, αυτός που φέρνει βροχή, ο όμβριος, ο βρόχινος αλλά και ο βροχερός.
Και τα δύο ονόματα των υιών της παραπέμπουν το μεν πρώτο στον Ζεύς όμβριο, ή Υέτιο ή  Υή 
 (Δίας ή Βάκχος ή Σαβάζιος, ο θεός της υγρασίας και του νερού που κάνει τη γή να καρπίζει) Mητέρα του Βάκχου ή Σαβάζιου η Σεμέλη ή Υη και οι τροφοί του οι νύμφες Υάδες αλλά και Ύειος αυτός που κυλιέται στη λάσπη, (Ησύχιος) ή στον Υετό στη βροχή και  Υάδες οι βροχερές. Ενώ ‘Υη  είναι το ένα από τα επίθετα που έχουν δωθεί στην Σεμέλη – Σελήνη.
Ύδω-δω= μν, δης (κατ τν σύχιον) συνετς ποιητς= πολυμήχανος ποιητς, δυσσες.
Υδωρ-ούδωρ-βύδωρ-βέδυ-βοδά=λέξις ηπειρωτική. (Αθηναγόρας)
Υετός=η βροχή, Υάδες οι βροχερές
Υιάδες Αι= Νύμφαι αι αναθρέψασαι τον Βάκχον-Διόνυσον.
Υίδες=Υιών θυγατέρες (υιϊδαϊ).
Υϊδός==Ο του υιού υιός.
Υιήν=Την άμπελον, ή υιόν.
Υιικός επίθ.= Υίιος, (υιός-γιός). Υιική στοργή. Λέξη με έντονο χαρακτήρα προσωδιακό.
Υιός=Υγιός.
Υίες Αχαιών==Οι Έλληνες περιφραστικώς.
Υιωνείς=Υιών υιέες.
Υιωνοί=υιών υιοί.
Υιωνός=Ο υιός του υιού, έγγονος

 Και σε προηγούμενα κείμενα είδαμε και τον Διόνυσο να λατρεύεται  στο “Περί Ίσιδος και Οσιρίδος” του Πλουτάρχου, και να  ονομάζει τον Διόνυσο θεό πάσης υγράς φύσεως και τον ταυτίζει με τον Οσιρη και την αναβίωση και την παλιγγενεσία του … 


 Συνλατρεύονται οι Διόνυσος, Ποσειδώνας Φυτάλμιος και Μελικέρτης. Ίσης δύναμης και ίδιας ποιότητας θεοί, άλλοι νεότεροι όπως ο Διόνυσος ο υιός ο Υέτιος του Διός, ο μόνος να κρατήσει το σκήπτρο του με τους κεραυνούς, ο Ενάλιος και ο ‘Υης και ο υιός του Φυτάλμιου Πατέρα και ο Μελικέρτης ο ομογάλακτος, ο υιός της Δίνης και ο Δίνος η θαλάσσια έκφραση του Διον-ί-σου  σε κοινούς βωμός και ιερά…Ίδιες ενέργειες και ας τους μαθαίνουμε μέσα από διαφορετικές ιστορίες, από διαφορετικά κείμενα…
Eratosthenes et Eratosthenica Philol., Catasterismi
Chapter 1, section 14, line 9

Το δ Ταύρου τ μέτωπον σν τ προσώπ α άδες καλούμεναι περιέχουσιν
αλλά και στις Υάδες δηλ. τα επί του μετώπου κέρατα του ταύρου του εν ουρανώ άστρου, εισί δε αστέρες επτά, ών κατά την ανατολήν υετός.

ὑὰς το φθαλμο, = felles oculi, Gloss.; . το μφαλο, = felles umbilici, ib. (dub. sens.). v. άδες.

δᾰτ-αίνομαι, Med., to be dropsical, Hp.Epid.2.1.10.
Act., of women, to have watery menses, ib.6.1.6, cf. Gal.19.148.

Ύω=Βρέχω αφθόνως, ρίχνω βροχή. Δροσίζω. Όμβριον ύδωρ=το βροχόνερο.

Υη η Σεμέλη και Υης και ο θεός της υγρασίας και του νερού που καρπίζει την γή …αλλα και ύησον το σημερινό ρήμα σαλεύω.

Η άμεση σύνδεση της Σεμέλης ως θεάς της υγρασίας και του νερού της βροχής καθώς και με την κίνηση/σάλεμα κλπ.…

Υετηρία η βροχή και ο βροχερός καιρός. Υέτιος ο Δίας που φέρνει βροχή αλλά και επίθετο του Απόλλωνα  Υετόεις δηλ. ο πρόξενος βροχής, ο βρόχινος, βροχερός, ο όμβριος κλπ - 

Σε άλλο απόσπασμα του Διόδωρου Σικελιώτη, τα ονόματα των υιών του  απάτη κα Ὑδάσπη αναφέρονται ως ονόματα παραποτάμων του  Ινδού ποταμού. Μόνο που ο Υαπάτης μετατρέπετε σε Υ(α)πάνιν – Υαπάτην ενώ ο Υδάσπης παραμένει ως έχει …

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20)
Book 2, chapter 37, section 5, line 1

…ὁ δ παραπλήσιος τ Γάγγ ποταμός, προσαγορευόμενος δ
νδός, ρχεται μν μοίως π τν ρκτων, μ-
βάλλων δ ες τν κεανν φορίζει τν νδικήν·
πολλν δ διεξιν πεδιάδα χώραν δέχεται ποταμος
οκ λίγους πλωτούς, πιφανεστάτους δ' πανιν
κα δάσπην κα κεσνον. χωρς δ τούτων λλο
πλθος ποταμν παντοδαπν διαρρε κα ποιε  
κατάφυτον πολλος κηπεύμασι κα καρπος παντο-
δαπος τν χώραν. το δ κατ τος ποταμος
πλήθους κα τς τν δάτων περβολς ατίαν
φέρουσιν ο παρ' ατος φιλόσοφοι κα φυσικο τοι-
αύτην· τς νδικς φασι τς περικειμένας χώρας,
τήν τε Σκυθν κα Βακτριανν,

Έτσι τα δύο τέκνα της Σεμιραμιδος/ ή Sammur-amat του «δώρου της Θάλασσας» είναι δύο ποταμοί παραπόταμοι του Ινδού ποταμού !!!

Κραταμε όμως ότι ‘Υς αλλα και συς= σημαίνει όνον (βράχον), όχι άσχετος προς τους αγρίους βράχους, αλλά και τον Διόνυσον. (Βλ.όνοι)
Οννης ή Οννις– Ονης ή όνις ή όνος
Όνος =Ποτήριον. Γαϊδουράκι,
Ονοι=Κατά την προϊστορία= Απότομοι βράχοι, σπηλαιώδεις διάτρητοι.
Ουνάτας=Γάϊδαρος, μουλάρι, άλογο
Ούνοι=Έθνος Ασιατικόν κατοικών ανέκαθεν εν τη νυν Μογγολίαν. Διον. Περ.730
Ούνος=ποταμός Μαυριτανίας Αφρική

Όμως ννης ή  ννις, Cret. for ρνις, Schwyzer 181 iii 8 (Gortyn).

‘Οννις ή ρνις, ή όρνυξ, θεωρείτε το πτηνό γενικότερα ή το πουλί, ο οιωνός, σημείο θεόπεμπτο, όρνεο, όρνιο, αλλά και ο πετεινός ή η κότα

ρνις, ρνῑθος; ρνῑθα, ρνιν, ρνεις or ρνῑς, ρνιξ, ο ηδών, πέρδιξ, . λκυών, . κύκνος, χρηστηρίους ρνιθας, ρνίθων οωνίσματα, λέκτορα κα ρνιθα . νοίκιος . τας κλπ.

‘Ορνις δεξιός – αίσιος οιωνός – οιωνός που αναγγέλλει ευτυχία…
 
Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 631, line 53

 <ρνεον>: Παρ τ ρούειν· π το αρεσθαι. λιάδος νʹ,
 ς α τ' π' αγίλιπος πέτρης περιμήκεος ρθες
ρμήσαι πεδίοιο διώκειν ρνεον λλο.
μηρος, δι τν έρακα. παρ τ τ ρη νέειν,
γουν διώκειν, γίνεται ρνεον.
 <ρνις>: Παρ τ ρω, ρις· κα πλεονασμ το
ν, (τί γρ ρμητικώτερον πτηνο;) γίνεται ρνις·
οδν γρ ρμητικώτερον τούτου το ζου. ρνιθος.

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περ παθν
Part+volume 3,2, page 284, line 9

κα τ ργή, παρ γρ τ ρω στ τ σημανον τ ρμ

Philoxenus Gramm., Fragmenta
Fragment 522*, line 2

                                        γen. αβ s. v. κονιορτός = EM
528, 55): <κονι-ορτός>· παρ τ ρω ῥῆμα τ σημανον τ διεγείρω,
μέλλων ρσω, ηματικν νομα ρτός, ς σπείρω σπαρτς κα κείρω
κορμός· κα ν συνθέσει μετ το κόνις κονιορτός, τν κόνιν ρούων κα
ρμν.


Orion Gramm., Etymologicum
Alphabetic letter omicron, page 116, line 13

ρνις>. ρω τ ρμ, ρις, κα πλεονασμ το <ν>, ρνις.  

Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon
Alphabetic letter epsilon, page 753, line 1

               στιν ρω· μέλλων ρσω· παθη-
 τικς ρομαι, παρατατικς ρόμην, ρου, ρε-
 το κα συγκοπ ρτο, κα νρτο ντ το διε-
 γείρετο.

Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon
Alphabetic letter omega, page 1894, line 5


ρορε>. διετάραξεν. διήγειρεν. κίνησεν.
 π το ρω, ρα, ρορεν.
<ρσε>. διήγειρεν.




Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (νάβλησις – βώτορες)
Alphabetic letter alpha, entry 903, line 4

 <νόρουσεν> (Α 248)· νώρμησεν, νέστη. στιν ρω, τ
διεγείρομαι, ξ ο μέλλων Αολικς ρσω, οον (Γ 250)·
  ρσεο, Λαομεδοντιάδη.
τοτο τ ρω γίνεται κατ παραγωγν ρύω κα πλεονασμ το
<ο> ρούω, μέλλων ρούσω, όριστος ρουσα ποιητικς κα ν
συνθέσει νόρουσεν· ο γρ ποιητα κα ο ωνες συναρχομένους
ποιοσι τος παρχημένους τος δίοις νεστσιν AB, Sym. 1056,
EM 1441. Epim. Hom. (cf. AP III 343, 19).
<ρνεον>, παρ τ νέειν, γουν διώκειν· δι τ ες
 ρην νέειν, γουν οκεν.
<ρμώμενος>, προθυμούμενος. λέγεται δ κα ναλο-
 γούμενος.
<ρνιθευτς> κα <ρνιθοσκόπος> διαφέρει· ρνιθευτς
 μν θηρεύων ρνίθας· ρνιθοσκόπος δ, μάντις
 οωνοσκόπος.
omicron.435.43
<ρνις>, παρ τ ρω τ διεγείρω, οδν γρ λλο ρ-
 μητικώτερον τούτου το ζώου· κλίνεται δ ρνις ρνι-
 θος· κανών·...

<ρνιθος>, παρ τ ρούειν κα ρνίσθαι τ γρ ρμη-

 τικώτερον τν πετωμένων· παρ τ ρω τ ρμ,

 ρις κα ρνις. 

<ρνύω> κα <ρνυμικ το ρω, τ διεγείρω, ρύω κα
 πλεονασμ το ν ρύνω κα ν περβιβασμ ρνύω,
 ρνυμι κα ρνυτος. κα ες τ ρίνω...

<ρουσεν>, ρμησεν· στι ῥῆμα ρούω τ ρμ· ρω τ

 διεγείρω· 

<ρσεο>, διεγείρου, ῥῆμα προστακτικν νεσττος κα
 παρατατικο· κανών· ο ωνες τν ου δίφθογγον
 ες ε κα ο λύουσιν, ς ν τ μο μέο, ρσου ρσεο,
 τ ῥῆμα ρσω, κα μετάγεται ες νεσττα· κα κλί-
 νεται χρι το παρατατικο.
<ρσεο> πόθεν; φαμν τι π το ρω. κα Αολικς
 ρσω...




συνεχίζετε 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου