Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Διονυσον γὰρ τὸν και Ζαγρέα καλούμενον


Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter alpha, entry 1061, line 1

<δελφοί>· ο κ τς ατς δελφύος γεγονότες. Δελφς γρ  μήτρα λέγεται
<Δέλκος>· λίμνη χθυοφόρος περ τν Θρκην
<δελφάκιον>· χοιρίδιον. οτως λεγον κα τ γυναικεον (αιδοίον)

<δελφίνιον>· εδος βοτάνης
<Δελφικν τρίποδα>· τν το πόλλωνος ν Δελφος
<Δελφικ μάχαιρα>· π κατασκευς, λαμβάνουσα μπροσθεν
 μέρος σιδηρον, ς ριστοτέλης  
<Δελφύς>· *μήτρα A κα ν Δελφος δράκων
<δελφύων>· γαστέρων

 <Δελφοί>: (Κα <δελφς νρ>, τ θνικόν·) ο
Πύθιοι, δελφοί τινες ντες, κατ φαίρεσιν το α.
τι τ Διονύσου μέλη σπαράξαντες ο Τιτνες τ πόλλωνι παρέθεντο
 μβαλόντες λέβητι· δ παρ τ τρίποδι πέθετο παρ τ δελφ.

 <Δελφίνιος>: πόλλων. τι Κασταλί τ Κρητ ποικίαν στελλομέν πόλλων μοιωθες δελφνι προηγήσατο τς νες ως το Κρισσαίου κόλπου· κα κε κατοικήσας κράτησε τν τόπων· κα π' ατο Δελφος κάλουν τος νοικοντας· κα Δελφινίου πόλλωνος ερν δρύσατο. Τινς δέ φασιν τι
Δελφς ες τν ναν λθε, κα κατ τοτον τν τόπον πήδησεν ες τν θάλασσαν.

 <Δελφνες>: Ο χθύες, κα μέρος νεώς. Δι τοτο <δελφινοφόρους> λέγουσι νας, ς σχμα χούσας δελφνος.

<Δελφοί:> τ ερν το πόλλωνος. οτω δ κλήθη δι τ
τν Δελφύνην δράκοντα κε ερεθναι, ν πέκτεινεν πόλλων.
Πυθ δέ, δι τ κε σαπναι. κα <Δελφίς,> Δελφική, το
πόλλωνος. Δελφς γρ φάμα τόδ' θέσπισεν, φρα γενοίμαν τς
κείνου νύμφας σμα κα στορίη. 

<Δελφύς:> μήτρα. νθεν δελφός. κ τς ατς μήτρας.

Η λατρεία της Μητ(έ)ρας Θεάς που περνάει στον αρσενικό θεό της Ιατρικής, μαντικής και δικαιοσύνης δια μέσου της Λητούς-Ληθούς.

Η σύνδεση με την λατρεία της Μεγάλης Μητέρας καθώς και της Μαρας κλπ- Θαλασσινής και την Πύθω/να κλπ νομίζω ότι δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε παραπέρα γιατί η Δράκαινα Δελφίνη  είναι θηλυκού γένους, γιατι πολύ απλά το δηλώνει το ίδιο το όνομά της !!!

Όμοια και στο βιβλίο του Ενώχ το θαλάσσιο κτήνος που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, στο απόκρυφο του Ενώχ αλλά και στο Ταλμούδ, μεταφράζεται ως ελικοειδής και έγινε συνώνυμο των θαλασσίων τεράτων/δράκων. Κατά το απόκρυφο του Ενώχ ήταν θήλυς ο Λεβιάθαν!

Για τον Πύθων καθώς υποσχέθηκα συνέχεια λοιπον περνάμε παρακάτω στο κειμενο του Σταγειρίτη στην Ωγυγία :
«Ο δε Πύθων ήτον υιός της Δαιμογογρόνος, ή της Γής, ή εγεννήθη εκ του βορβόρου, όστις εμεινε μετά τον κατακλυσμόν του Δευκαλίωνος. Ητον δε δράκων μέγιστος και τερατωδέστατος, ώστε κείμενος μεν σπειρηδον, εσκέπαζεν ολόκληρα όρη, ιστάμενος δε, εφθανεν ή κορυφή αυτού εις τα άστρα. Κατέπινε και ποταμούς ολόκληρους. Εφώλευε τοίνυν εις τον Παρνασόν, και εχρησμοδότει εις το μαντείον των Δελφών.
Μαθών δε, οιτι η Λητώ ήτον έγκυος, και προβλέπων ότι ο Απόλλων μέλλει να λάβει το μαντείον, εδίωκεν αυτήν, η Ηρα εκινησεν αυτόν εις τούτο, ως ειρηται.
Κατ΄αλλους δε, ότε εχρησμοδότει εκει η Θέμις, ο Πύθων εφύλαττε το μαντείον. Ο δε Απόλλων φονευσεν αυτόν, και έλαβε το μαντείον. Κατ’ αλλους δε πληγωθείς ο Πύθων, έφυγε προς τα Τέμπη διωκόμενος υπο του Απόλλωνος, και απέθανεν εις τα Τέμπη, πριν έλθη ο Απόλλων εκεί. Ειχε δε υιόν, οστις ωνομάζετο Αιξ, και εκείνος έθαψεν αυτόν εκεί. Απ΄αυτού δε ωνομάσθησαν οι Δελφοί, ή το μαντείον Πυθών, Πυθώνος, και Πυθώ Πυθούς. Τίνες μεν ωνομάζον αυτόν αρσενικώς Δελφίνην από των Δελφών, αλλοι δε Δελφύνην, θηκυκώς, όθεν είναι αμφίβολον το γένος του Πύθωνος.
Τίνες μεν αλληγορούσιν αυτόν εις την μετά τον κατακλυσμόν σεσαπημένην και νοσώδη ύλην, υπο του πύθεσθαι το σήπεσθαι γενόμενον και ο ήλιος εξηρανεν αυτήν, όθεν είπον, ότι ετόξευσεν αυτόν ο Απόλλων.
Ιστορικώς δε λέγουσιν, ότι ήτον τις ληστής Πύθων τον οποίον ετιμώρησεν ο Αθηναίος Απόλλων….

Κατ΄αλλους συγγραφείς βεβαια η Θέμις είναι η πρώτη που εχει αναλάβει εκ της Μητρός της Γαιας το μαντείο χρησμοδοτεί και μετά παραδίδει τα ηνία στον Διονυσο με τον οποίο μοιράζετε το μαντείο ο Απόλλωνας.

Scholia In Pindarum, Scholia in Pindarum (scholia vetera)
Ode P hyp, scholion a, line 22

                             ετα ρχεται π τ μαντεον, ν πρώτη Νξ χρησμδησεν, ετα Θέμις. Πύθωνος δ τότε κυριεύσαντος το προφητικο τρίποδος, ν πρτος Διόνυσος θεμίστευσε, .

Θεωρειτε δε ότι ο Πύθων αποτελεί μέρος της τριάδας των Χαλδαίων μαζί με τον Τυφώνα και την Εχιδνα και της ατάκτου δημιουργίας

Damascius Phil., In Phaedonem (versio 2)
Section 142, line 2

        – [111e6 – 112a5] τι Ταρτάρου κα Γς τς συζυγούσης Οραν
Τυφν χιδνα Πύθων, οον Χαλδαϊκή τις τρις [frg. 4] φορος τς τάκτου
πάσης δημιουργίας.

 Ο/Η Πυθώ των Δελφών που ονομάζετε Δελφίνη δράκοντας  ή  Δελφύνη δράκαινα δεν είναι παρά το ίδιο το κήτος του Ιωνά  μόνο που στην Π. Διαθήκη είδαμε ότι ονομάζετε Λεβιάθαν. Είναι ο δράκος ή φίδι των Δελφών του Απόλλωνα και θα εξετάσουμε αν είναι και ο Δράκος που φυλά το χρυσόμαλλο δέρας των Κοχλών ή τα χρυσά μήλα των εσπερίδων …

 

Όμως προς το παρόν εξετάζουμε την σύνδεση του/της  Πυθώ- να του  δράκοντα και της  δράκαινας της  δελφίνης ή του δελφινιού- αλλα και του Δέλφειου Απόλλωνα με τον ιερό ιχθύ. 

Λεβιάθαν = Σύνθετη εβραϊκή λέξι εκ του λεβιάθ και θαννέμ = «σύνολο δρακόντων», σημαίνουσα θαλάσσιο τέρας. Μεταφορικώς: «το κολοσσιαίον και τερατώδες», εις την Αγία γραφή αναφέρεται ο Λεβιάθαν  ως μέγιστο τέρας φοβερό στην εμφάνιση που τρέπει τους θεωμένους εις φυγή.

Όμοια δράκοντας στο αγκίστρι  για τον Ιωβ και πολυκέφαλος και πολυώνυμος και όφις και διά-βολος και σατανάς και κήτος μέγα και λέοντας και βασιλίσκος για άλλους συγγραφείς Π. Διαθήκης.

Origenes Theol., Contra Celsum
Book 6, section 25, line 10


                                      ντ δ το «δράκων» Λευϊαθν ν ν τ βραϊκ.

Στα εβραϊκά κείμενα αντί του Δράκων εξηγεί ο Ωριγένης συναντούμε την λέξη Λευιάθαν

Procopius Rhet., Scr. Eccl., Commentarii in Isaiam
Page 2233, line 41

            Δράκων, κα φις, κα διάβολος, κτός τε, κα Σατανς, κα Λευϊαθν, κα λέων, κα βασιλίσκος νομάζεται.

Αλλα στα προηγούμενα κείμενα είδαμε τον Δία να μεταμορφώνεται και ο ίδιος σε δράκοντα για να σμίξει με την Περσεφόνη

Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 10, section 1, line 3
μεταμορφονται δ παρ' μν κα ο θεοί. δένδρον έα γίνεται,  
δράκων δ Ζες δι τν Φερσέφασσαν.

Ο μικρός Ζαγρεύς κερασφόρο τέκνο που προκύπτει από την ανόσια ένωση του Διός με τη Κόρη του Περσεφόνη και με την μορφή φιδιού/δράκοντα Θεωρείται ότι ήταν ο υιός του Διός, ο οποίος από τον μεταμορφωμένο σε φίδι-δράκοντα Δία. Η δίκερος κόρη  κληρονομεί  τα κέρατα στον υιό  Ζαγρέα. Ο Ζαγρεύς από μόνος του διόρζεται  βασιλιάς των θεών και ο Δίας  του έδωσε για λίγο το σκήπτρο του, τον  κεραυνό αλλά και τον έλεγχο της βροχής. Και όπως οι Κουρήτες φύλαξαν τον Δία όταν εκείνος ήταν βρέφος, έτσι φύλαξαν και τον Ζαγρέα με την πρόσθετη βοήθεια του Απόλλωνα.

Δες κείμενο παρακάτω

Nonnus Epic., Dionysiaca
Book 6, line 165

παρθένε Περσεφόνεια, σ δ' ο γάμον ερες λύξαι,
λλ δρακοντείοισιν νυμφεύθης μεναίοις,  
Ζες τε πουλυέλικτος μειβομένοιο προσώπου
νυμφίος μερόεντι δράκων κυκλούμενος λκ
ες μυχν ρφναίοιο διέστιχε παρθενενος,
σείων δαυλ γένεια· παρισταμένων δ θυρέτρ
ενασεν σοτύπων πεφοβημένον μμα δρακόντων ....
κα γαμίαις γενύεσσι δέμας λιχμάζετο κούρης
μείλιχος. αθερίων δ δρακοντείων μεναίων

Παρθένα, Περσεφόνη, εσύ δεν μπόρεσες ν' αποφυγείς το γάμο,
 αλλά παντρεύτηκες με δρακόντειο γάμο,
  όταν ο Δίας ο πολυμήχανος αλλάζοντας όψη σα δράκοντας εραστής,
αναδιπλώνοντας με πόθο την ουρά του, μπήκε στο βάθος του σκοτεινού παρθενικού θαλάμου σείοντας τα πυκνά γένια του.
Αφού υπνώτισε τους όμοιους παραστάτες της πύλης,
με σαγόνια όλο πόθο έγλειφε το κορμί  της γλυκιάς κόρης.
Από το γάμο με τον ουράνιο δράκοντα,
 φούσκωσε η κοιλιά της Περσεφόνης
με καρπερή   γέννα  γέννησε το Ζαγρέα, βρέφος με κέρατα,
που μόνος στου  Δία ανέβηκε τον ουράνιο θρόνο…



Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, η θεά Αθηνά - ονομάζετε Παλλάδα,  γιατι κατειχε την παλλόμενη καρδιά του Διονύσου - πέτυχε να διασώσει την καρδιά του Ζαγρέα και να την παραδώσει στο Δία, ο οποίος την τοποθέτησε μέσα σε γύψινο ομοίωμα του θεού που ζωντάνεψε αμέσως. Οι Νύμφες ανέλαβαν τη φροντίδα του παιδιού και το κουνουσαν σ’ ένα λιχνιστήρι δημητριακών (Λίκνο) απ΄οπου ονομάστηκε Ζαγρεύς –Διονυσος Λικνίτης . Είναι κι ο λόγος που η Αθηνά ονομάζετε Παλλάδα, κατά μία εκδοχή γιατι κατέχει την ΠΑΛΛΟμενη καρδιά του Διονύσου 


Σχόλια στο Λυκόφρονα, 355

Παλλ
ς δε θην παρ τ πάλλειν τ πλα – πολε-
μικ
γρ ν τ γεννσθαι π τς Δις κεφαλς ξέθορε
τ
πλα κινοσα – παρ τ παλλομένην τν το Διο-
νύσου καρδίαν
νενεγκεν τ Διί -Διονυσον  γρ τὸν και
 Ζαγρέα  καλούμενον υἱὸν Δι και  Περσεφόνης πάρχοντα
μεληδ
ν ο Τιτνες σπάραξαν ο τν καρδίαν τι παλλο-
μένην
νήνεγκεν τι ν τ συμβολ τς μάχης τν
Γιγάντων και  τ
ν θεν Πάλλαντα να τν Γιγάντων
νελεν.

Λικνίτου, θυμίαμα μάνναν


Η σύζυγος του Δία η Ήρα βάλθηκε να εξοντώσει τον μικρό Ζαγρέα και γι' αυτό απέστειλε τους Τιτάνες να τον σκοτώσουν με απατηλούς περισπασμούς: του πήγαν παιχνίδια  όπως ένα ρόμβο, έναν αστράγαλο, χρυσά μήλα, μία σβούρα και ένα καθρέφτη. Ο Ζαγρεύς απασχολήθηκε με τον καθρέφτη, βλέποντας το πρόσωπό του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή οι Τιτάνες όρμησαν καταπάνω του με τα μαχαίρια τους. Ο μικρός θεός για να τους αποφύγει άρχισε να μεταμορφώνεται: έγινε έφηβος Δίας, Κρόνος, φίδι με κέρατα, άλογο, τίγρη, ταύρος. Η Ήρα παρ' όλα αυτά ενθαρρύνει τους Τιτάνες να μη διστάσουν, κι έτσι με διαταγή της κομματιάζουν το Ζαγρέα την ώρα που είχε τη μορφή ταύρου, επειτα βράζουν το κρέας του και το τρώνε. Ο Δίας οργίσθηκε τόσο, ώστε κατακεραύνωσε τους Τιτάνες και τους έστειλε στα Τάρταρα.

Ο πατέρας που αγαπά το τέκνο του και σπαράζει από την σφαγή του και το θάνατό του καταστρέφει τον κόσμο με φωτιά., Φυλακίζει τους Τιτάνες ή τους κατακεραυνώνει κατά άλλη εκδοχή και θρηνεί κατακαίγοντας και στην συνέχεια πλημμυρίζοντας τον κόσμο.

Όμως σε μία εκδοχή στον Απόλλωνα έδωσε εντολή να περιμαζέψει τα λείψανα του Ζαγρέως και να τα θάψει στους Δελφούς, κοντά στον τρίποδα. –

Plutarchus Biogr., Phil., De Iside et Osiride (351c-384c)
Stephanus page 365, section A, line 6

Αγύπτιοί τε γρ σίριδος
πολλαχο θήκας, σπερ ερηται (358a 359a), δεικνύου-
σι, κα Δελφο τ το Διονύσου λείψανα παρ' ατος
παρ τ χρηστήριον ποκεσθαι νομίζουσι, κα θύουσιν
ο σιοι θυσίαν πόρρητον ν τ ερ το πόλλωνος,
ταν α Θυιάδες γείρωσι τν Λικνίτην. τι δ' ο μόνον
το ονου Διόνυσον, λλ κα πάσης γρς φύσεως

Ο Διόνυσος, που ταυτίζεται με τον Οσιρι,  και όπου τάφοι/ θήκες των μελών του μετά τον κατά/δια-σπαραγμό βρίσκονται σε διάφορες περιοχές. Ομοια και λείψανα του Διονύσου βρίσκονται στο ιερό του Απόλλωνα - στους Δελφούς. Λατρεύεται δε και  ως Λικνίτης και αγαλμά του  εγείρουν οι ιέρειες Θυιάδες και ως θεός όχι μόνο του Οίνου αλλα και παντός υγρής φύσεως.  


Alphabetic letter lambda, entry 1016, line 1

<Λικνίτηςπίθετον Διονύσου· π τν λίκνων, ν ος τ
 παιδία κοιμνται
<λίκνον>· κανον





Ορφικοί ύμνοι
 <Λικνίτου>, θυμίαμα μάνναν.

Λικνίτην Διόνυσον πευχας τασδε κικλήσκω,
Νύσιον μφιθαλ, πεποθημένον, εφρονα Βάκχον,
νυμφν ρνος ραστν υστεφάνου τ' φροδίτης,  
ς ποτ' ν δρυμος κεχορευμένα βήματα πάλλες
σν νύμφαις † χαρίεσσιν λαυνόμενος μανίηισι,
κα βουλασι Δις πρς γαυν Φερσεφόνειαν
χθες ξετράφης φίλος θανάτοισι θεοσιν.
εφρων λθέ, μάκαρ, κεχαρισμένα δ' ερ δέξαι.
ΛΙΚΝΙΤΟΥ,  θυμίαμα, μάνναν
Τον Λικνίτην Διόνυσον προσκαλώ είς αυτές τις προσευχές,
τον Νύσιον, τον θαλερόν είς όλα τον περιπόθητον,
τον ευφρόσυνον Βάκχον το αξιέραστο βλαστάρι των νυμφών
και της Αφροδίτης με το ωραίο στεφάνι
συ κάποτε κινούσες ανά τα δάση χορευτικά βήματα
μαζί με χαριτωμένες νύμφες, παρασυρόμενος από μανίες
και με την θέλησιν του Διός μετήχθης είς την ένδοξον Περσεφόνην και ανετράφης,
αγαπητός είς τους αθανάτους θεούς
Ελα μακάριε, με ευφροσύνην και δέξου τας θυσίας, πού σου έχαρίσαμεν.



Pseudo-Nonnus, Scholia mythologica
Oration 5, historia 30, line 2

Τριακοστή στιν στορία περ τν κεκομμένων κα διεσπασμένων θεν.

 μο δ δοκε ατη περ τν Τιτάνων εναι κα το Διο-
νύσου. στι δ ατη. Περσεφόνη γενν τν Ζαγρέα Διόνυσον,
κ το Δις συλλαβοσα ατόν. τοτον γεννηθέντα ο Τιτνες
(δαιμονίων δ τάξεις αται) φθονήσαντες τ Διονύσ ς κ το
Δις χοντι τν γένεσιν, διασπαράττουσιν ατόν. λλοι δ
λέγουσιν τι καθ' πόθεσιν τς ρας διεσπάσθη π τν
Τιτάνων Διόνυσος.
 Κα περ μν τν διεσπασμένων θεν στιν ατη περ το
Διονύσου· περ δ τν κεκομμένων οδεμία τις φαίνεται μν
στορία, περ τν Γιγάντων. οτοι γρ πολεμεν θέλοντες
τος θεος, ο θεο ντιστρατευσάμενοι πολέμησαν κα κατέκο-
ψαν ατούς, στερον δ το Δις κα τν κεραυνν πιπέμψαν-
τος ατος κα καταφλέξαντος ατούς.  



Στους Δελφούς, στον ομφαλό της γής  βρίσκεται και ο τάφος του/της Πυθούς/Δελφύς Δελφύνη/ ή του Πύθωνα

Ο/Η  ΠΥΘΩΝ ονομάσθηκε έτσι απο το πύθω- σήπω απο το σαπίζω δηλαδή. Η σύνδεση της/του Πυθωνα εκ του Πύθω- Σήπω με τον Πελία-Πέλος/ψ όπου ο ένας δηλώνει ξεκάθαρα την σήψη και κάτι αντίστοιχο κι ο  Π-ΕΛΟΣ  όπου έλος = ο βάλτος, ο βούρκος, ο βόρβορος, το τέλμα, ο βουρκότοπος, σαπισμένος ή βαλτωμένος.

H δράκαινα προέρχεται από το δέρκομαι – αόριστος  έδρακον και εδερξατο, μσ. εδρακόμην πθ. εδερχθην και εδράκην παρατακτικός εδερκόμην και παρακείμενος δέδορκα εξ αυτής η λέξη  αγγλική 
darshan (Darśana (Darshan, σανσκριτικά : दर्शन) είναι μια σανσκριτική λέξη/όρος  που σημαίνει "ματιά", το όραμα, εμφάνιση, ή αναλαμπή. Είναι πιο συχνά χρησιμοποιείται για «οράματα του Θεού/θείου", π.χ., ενός θεού ή ένα πολύ ιερό πρόσωπο ή τεχνούργημα. Θα μπορούσε κανείς να "λάβει darshana/οραμα/εμφάνιση» της θεότητας στο ναό, ή από ένα μεγάλο άγιο πρόσωπο, όπως ένας μεγάλος γκουρού. Υπό την έννοια "για να δείτε με ευλάβεια και αφοσίωση," ο όρος μεταφράζεται σε Ιεροφάνεια και θα μπορούσε να αναφέρεται είτε σε ένα όραμα του θείου ή να είναι μέσα στην παρουσία του υψηλου ή σεβαστού προσώπου.

Ομοια και το δράκος όμως προέρχεται από την λέξη δέρκομαι που σημαίνει βλέπω καθαρά κοιτάζω, παρατηρώ,  βλέπω το φώς, ζω, αντιλαμβάνομαι και διακρίνω.

δρκομαι : απο την ιδια ρίζα ΔΕΡΚ -  προέρχονται τα  δργμα, δέρξις  δηλαδή βλέμμα κοίταγμα, ματιά, ανάβλεμμα

Λεξικό του Ησύχιου

<Τοξίου βουνός>· το πόλλωνος το ν Σικυνι. βέλτιον δ κούειν
 τν ν Δελφος Νάπην λεγομένην· κε γρ κα δράκων κατετο-
 ξεύθη. κα μφαλς τς γς τάφος στ το Πύθωνος

 δρ-κων = φίδι τρομερό και μεγάλο, θεριό, είδος ψαριού, βραχιόλι σε σχήμα φιδιού  αλλά και η δορκ-ς δήλ. το ζαρκάδι. 

Η λέξη όμως Δελφύνη ή Δελφίνη εκτός από την ερμηνεία και την σύνδεσή της με το δελφίνι – το γνωστό θηλαστικό και τον γνωστό μας αστερισμό μας προσφέρει κι άλλους συνειρμούς από την ρίζα του ονόματος.
Είδαμε ότι η Θέμις φαίνεται να είναι αυτή που στην ουσία φαίνεται να εχει μυήσει τον Απόλλωνα στα της μαντείας και της δικαιοσύνης καθως το μαντείο ανήκει πρώτα και κύρια στην Θέμιδα.
Η λέξη Δελφύς δηλώνει αυτό ακριβώς. Την θηλυκή πλευρά του Μαντείου και την γυναικοκρατεία που επικρατούσε λατρεύοντας την Θέτιδα ως Δελφύν -η  Δελφ
ς γρ  μήτρα λέγεται.

Λατρεία της Μητέρας Θεάς της μεγάλης Δελφύ-δ-ος/ μητ(έ)ρας και των αδελφών <δελφοί>· ο κ τς ατς δελφύος γεγονότες.

Orion Gramm., Etymologicum
Alphabetic letter delta, page 45, line 17
<Δελφύς>, γαστήρ. ς δ τινς, μήτρα. τι δελφοποις στί.

Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon
Alphabetic letter alpha, page 40, line 21

<δελφός>. δελφς λέγεται μήτρα κα μετ το
 α το σημαίνοντος τ μο, γίνεται δελφς,
 οονε μόδελφός τις ν, κ τς ατς δελφύος.

<Δελφάκιον>· χορος.
<Δελφνες>· ργανα †ττικ† πρς ναυμαχίαν.
<Δελφίς>· πρς ναυμαχίαν πολεμιστήριον ργανον· θεν κα δελφινοφόρον ναν Θουκυδίδης ν ζʹ φησίν (41, 2).
<Δελφνα νήχεσθαι διδάσκεις>· π τν ν κείνοις τιν
παιδοτριβούντων, ν ος σκηνται.
<Δελφνα πρς τοραον δεν>· π το δυνάτου δι τ
εκίνητον εναι. πρς τος ο δυναμένους τηρεν τ διδόμενα <>
χουσιν.
<Δελφίνιον>· στι μέντοι χωρίον ν Χί. στι δ κα ν θήναις ερν πόλλωνος οτω καλούμενον, νθα ν τ ν Δελφινί δικαστήριον.
<Δελφύς>· μήτρα· νθεν δελφός.

Παρόμοιες λεξικογραφικές αναγραφές βρίσκουμε και σε άλλους λεξικογράφους




Συνεχίζετε

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν




 οδ Δις θρόνον εχεν π χρόνον· λλά γύψ
κερδαλέ χρισθέντες πίκλοπα κύκλα προσώπου
δαίμονος στόργοιο χόλ βαρυμήνιος ρης
Ταρταρί Τιτνες δηλήσαντο μαχαίρ
ντιτύπ νόθον εδος πιπεύοντα κατόπτρ.
νθα διχαζομένων μελέων Τιτνι σιδήρ
τέρμα βίου Διόνυσος χων παλινάγρετον ρχν
λλοφυς μορφοτο πολυσπερς εδος μείβων,  
π μν τε Κρονίδης δόλιος νέος αγίδα σείων,
π δ γέρων βαρύγουνος τε Κρόνος μβρον άλλων·
λλοτε ποικιλόμορφον ην βρέφος, λλοτε κούρ
εκελος οστρηθέντι, νέον δέ ο νθος ούλων
κροκελαινιόωντα κατέγραφε κύκλα προσώπου·
π δ χόλ δασπλτι λέων μιμηλς άλλων
φρικαλέον βρύχημα σεσηρότι μαίνετο λαιμ,
ρθώσας πυκινσι κατάσκιον αχένα χαίταις,
μφελελιζομέν λασιότριχος ψόθι νώτου
ατομάτ μάστιγι περιστίζων δέμας ορ.
νθα λεοντείοιο λιπν νδαλμα προσώπου
ψιλόφ χρεμετισμν μοίιον βρεμεν ππ
ζυγι, γαρον δόντα μετοχμάζοντι χαλινο,
κα πολι λεύκαινε περιτρίβων γένυν φρ·
λλοτε οιζήεντα χέων συριγμν πήνης
μφιλαφς φολίδεσσι δράκων λέλικτο κεράστης,
γλσσαν χων προβλτα κεχηνότος νθερενος,
κα βλοσυρ Τιτνος πεσκίρτησε καρήν
ρμον χιδνήεντα περίπλοκον αχένι δήσας·
κα δέμας ρπηστρος ειδίνητον άσσας
τίγρις ην, στίξας δέμας αόλον· λλοτε ταύρ
σοφυής, στομάτων δ νόθον μυκηθμν άλλων
θηγαλέ Τιτνας νεστυφέλιξε κεραί.  
κα ψυχς προμάχιζεν, ως ζηλήμονι λαιμ
τρηχαλέον μύκημα δι' έρος βρεμεν ρη,
μητρυι βαρύμηνις, σοφθόγγ δ θεαίν
αθέριον κελάδημα πύλαι κανάχιζον λύμπου,
κα θρασς κλασε ταρος· μοιβαί δ φονες
ταυροφυ Διόνυσον μιστύλλοντο μαχαίρ.
 Ζες δ πατήρ, προτέροιο δαϊζομένου Διονύσου
γινώσκων σκιόεντα τύπον δολίοιο κατόπτρου,
μητέρα Τιτήνων λάσας ποινήτορι πυρσ
Ζαγρέος εκεράοιο κατεκλήισε φονας
Ταρταρί πυλενι· κα αθομένων π δένδρων
θερμ βαρυνομένης μαραίνετο βόστρυχα γαίης.
ντολίην δ' φλεξε, κα αθαλόεντι βελέμν
αθετο Βάκτριον οδας ώιον, γχιπόροις δ
κύμασιν σσυρίοισιν δαίετο Κάσπιον δωρ,
νδοί τε τένοντες· ρυθραίοιο δ κόλπου
μπυρα κυμαίνοντος ραψ θερμαίνετο Νηρεύς.
κα δύσιν ντικέλευθον ἑῷ πρήνιξε κεραυν
Ζες πυρόεις φιλότεκνος· π Ζεφύροιο δ ταρσ
μιδας σέλας γρν πέπτυεν σπερς λμη ...
ρκτοί τε τένοντες· μοφλεγέος δ κα ατς  
πηγνυμένης πάφλαζε Βορήια ντα θαλάσσης·
κα Νοτίου νιφόεσσαν π κλίσιν Αγοκερος
θερμοτέρ σπινθρι μεσημβρινς ζεεν γκών.
 κα διερος βλεφάροις ποταμήια δάκρυα λείβων
κεανς λιτάνευε χέων κετήσιον δωρ·
Ζες δ χόλον πρήυνε, βαρυνομένην δ κεραυν
γααν δν λέαιρε, κα θελεν δατι νίψαι
λύματα τεφρήεντα κα μπυρον λκος ρούρης.
 κα τότε γααν πασαν πέκλυσεν έτιος Ζες
πυκνώσας νεφέεσσιν λον πόλον, ορανίη δ
βρονταίοις πατάγοισι Δις μυκήσατο σάλπιγξ,
στέρες ππότε πάντες ν σφετέροισι μελάθροις
κεκριμένοι δρόμον εχον, πε τετράζυγι δίφρ
έλιος σελάγιζε λεοντείων π νώτων
ππεύων ἑὸν οκον· πιτροχόωσα δ δίφρ
Καρκίνον κταπόδην τριφυς κυκλοτο Σελήνη,
κα δροσερν π πέζαν σημερί παρ κύκλ
Κύπρις π Κριοο μεταστήσασα πορείην
εαρινν δόμον εχεν, χείμονα Ταρον λύμπου,  
γείτων δ' ελίοιο προάγγελον στοβοος
Σκορπίον εχεν ρης, μιτρούμενον αθοπι Ταύρ,
δόχμιος ντικέλευθον πιπεύων φροδίτην,
κα τελέων λυκάβαντα δυωδεκάμηνος δίτης
χθύας στερόεντας πέτρεχεν κρόνυχος Ζεύς,
δεξιτερν τρίπλευρον χων λικώδεα Μήνην,
κα Κρόνος μβρια ντα διέστιχεν Αγοκερος
φέγγεϊ λαχνήεντι διάβροχος, μφ δ φαιδρς
Παρθενικς πτερύγεσσιν ην ψούμενος ρμς,
ττι Δίκην δόμον εχε δικασπόλος. πταπόρου δ
αθέρος δατόεντες νωίχθησαν χες
Ζηνς πομβρήσαντος· ριφλοίσβοιο δ κόλπου
κρουνος πλειοτέροισιν μυκήσαντο χαράδραι,
δρηλα δ θύγατρες ποσπάδες κεανοο
λίμναι κουφίζοντο, κα έρι νέρτερον δωρ
κρουνο κοντιστρες νέβλυον † κεανοο
κα σκοπια αθάμιζον, ρεσσιχύτ δ εέθρ
διψαλέαι ποταμηδν μορμύροντο κολναι·
ψώθη δ θάλασσα, κα ες ρος ψόθι λόχμης ...
Νηρεΐδες γεγάασιν ρειάδες.


Ο Νοννος τιμωρεί τους Τιτάνες, βάζοντας τον Δια να τους φυλακίζει στην σκιερή πύλη του Τάρταρου. Φλέγει όλα τα δέντρα και μαραίνονται, φλέγει την ανατολή και με τα φλογισμένα βέλη έκαψε το κατώφλι του ανατολικού Βάκτριου ενώ με τα Ασσύρια κύματα που περνούν από κοντά καίγοταν η Κασπία Θάλασσα και ο Ινδικός πορθμός. Θερμαίνεται ο Ερυθρός κόλπος του Αραβα Νηρέα. Και τη δύση με τον κεραυνό του, στο απέναντι μέρος,  ο φλογερός πατέρας, που αγαπούσε το παιδί την εξαφάνισε. Η  δυτική θάλασσα κάτω από το πόδι του Ζέφυρου, ξέβραζε υγρό φώς. Και οι αρκτικοί πορθμοί. Και η ράχη της βόρειας θάλασσας πάφλαζε χτυπημένη από την ίδια φλόγα. Και του Νότου η μεσημβρινή γωνία έβραζε από θερμότερο σπινθήρα, κάτω από την χιονισμένη κλίση του Αιγόκερου…


Θρηνεί ο Πατέρας που αγαπούσε το παιδί του και μετά το θάνατό ΚΑΤΑΚΑΙΕΙ στεριές, πορθμούς αλλά και θάλασσες, βόρειες νότιες και αρκτικές …

Και με τα υγρά του βλέφαρα με δάκρυα σαν ποτάμι, ο  Ωκεανός εκλιπαρούσε χύνοντας νερό ικεσίας. Ο Δίας καταπράυνε την οργή του, σπλαχνίστηκε τη γή βλέποντας την να μαραίνεται από τον κεραυνό και ήθελε να ξεπλύνει με το νερό τα καμένα λύματα και την φλογερή πληγή της γής….

Και μετά την καύση της γης ακολουθεί η πλημμύρα όπου ανοίγουν οι κρουνοί του – επτά ουρανών οι υδρορροές που κρατούσαν το νερό, άνοιξαν, όταν ο Δίας έστειλε τη βροχή … μέχρι που πλημμύρισαν τα πάντα και οι Νηριήδες νύμφες του νερού μετατράπηκαν σε Ορειάδες !!!



Η πρώτη γέννηση και ο θάνατος του Ζαγρέα του Υιού του Θεού και διαδόχου, του νεαρού και πρώτου Διο- νύσου συνοδεύεται από μια σειρά γήινων αναταραχών  και φυσικών καταστροφών όπως το «κάψιμο»  και τη σάρωση  ακόμα και των θαλασσών από φλογισμένα κύματα φωτιάς, κυνικά καύματα ή πτώση αστεροειδών ή έντονης ηλιακής ακτινοβολίας και ηλιακή καταιγίδα  που ακολουθείτε από κατακλυσμούς … ενώ συνδέει το παραπάνω φαινόμενα με τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και την λάρνακα που τον έσωσε. Περισσότερα εδώ :


Όμοια στα ευαγγέλια διαβάζουμε κατά τον θάνατο του Ιησού…

Ματθαίον 27: 45

45 ᾿Απ δ κτης ρας σκτος γνετο π πσαν τν γν ως ρας ντης.  46 περ δ τν ντην ραν νεβησεν ᾿Ιησος φων μεγλ λγων· λ λ, λιμ σαβαχθαν; τοτ᾿ στι, Θε μου Θε μου, νατ με γκατλιπες;  47 τινς δ τν κε σττων κοσαντες λεγον τι ᾿Ηλαν φωνε οτος.  48 κα εθως δραμν ες ξ ατν κα λαβν σπγγον πλσας τε ξους κα περιθες καλμ πτιζεν ατν.  49 ο δ λοιπο λεγον· φες δωμεν ε ρχεται ᾿Ηλας σσων ατν.  50  δ ᾿Ιησος πλιν κρξας φων μεγλ φκε τ πνεμα.  51 Κα δο τ καταπτασμα το ναο σχσθη ες δο π νωθεν ως κτω, κα γ σεσθη κα α πτραι σχσθησαν,  52 κα τ μνημεα νεχθησαν κα πολλ σματα τν κεκοιμημνων γων γρθη,  53 κα ξελθντες κ τν μνημεων, μετ τν γερσιν ατο εσλθον ες τν γαν πλιν κα νεφανσθησαν πολλος.  54 Ο δ κατνταρχος κα ο μετ᾿ ατο τηροντες τν ᾿Ιησον, δντες τν σεισμν κα τ γενμενα φοβθησαν σφδρα λγοντες· ληθς Θεο υἱὸς ν οτος. 

Μάρ­­κον 15: 33
33. Γενομένης δ ρας κτης σκότος γνετο φ᾿ λην τν γν ως ρας ντης· 34 κα τ ρ τ ντ βησεν ᾿Ιησος φων μεγλ λγων· ᾿Ελω ᾿Ελω, λιμ σαβαχθαν; στι μεθερμηνευμενον, Θες μου Θες μου, ες τ με γκατλιπες; 35 κα τινες τν παρεστηκτων κοσαντες λεγον· δε ᾿Ηλαν φωνε. 36 δραμν δ ες κα γεμσας σπγγον ξους περιθες τε καλμ πτιζεν ατν λγων· φετε δωμεν ε ρχεται ᾿Ηλας καθελεν ατν. 37 δ ᾿Ιησος φες φωνν μεγλην ξπνευσε. 38 Κα τ καταπτασμα το ναο σχσθη ες δο π νωθεν ως κτω. 39 ᾿Ιδν δ κεντυρων παρεστηκς ξ ναντας ατο τι οτω κρξας ξπνευσεν, επεν· ληθς νθρωπος οτος υἱὸς ν Θεο. 40 Ησαν δ κα γυνακες π μακρθεν θεωροσαι, ν ας ν κα Μαρα Μαγδαλην κα Μαρα το ᾿Ιακβου το μικρο κα ᾿Ιωσ μτηρ, κα Σαλμη, 41 α κα τε ν ν τ Γαλιλαίᾳ κολοθουν ατ κα διηκνουν ατ, κα λλαι πολλα α συναναβσαι ατ ες Ιεροσλυμα.
3. Στον δε Λουκάν 23: 44 διαβάζομε: «Ήν δέ ωσεί ώρα έκτη καί σκότος εγέ­νετο εφ' όλην τήν γήν έως ώρας ενάτης, τού ηλίου εκλεί­πον­τος,».
44 Ην δ σε ρα κτη κα σκότος γνετο φ᾿ λην τν γν ως ρας ντης, το λου κλεποντος,  45 κα σχσθη τ καταπτασμα το ναο μσον·  46 κα φωνσας φων μεγλ ᾿Ιησος επε· πτερ, ες χερς σου παρατθεμαι τ πνεμ μου· κα τατα επν ξπνευσεν.  47 δν δ κατνταρχος τ γενμενον δξασε τν Θεν λγων· ντως νθρωπος οτος δκαιος ν.  48 κα πντες ο συμπαραγενμενοι χλοι π τν θεωραν τατην, θεωροντες τ γενμενα, τπτοντες αυτν τ στθη πστρεφον.  49 εστκεισαν δ πντες ο γνωστο ατο π μακρθεν, κα γυνακες α συνακολουθσασαι ατ π τς Γαλιλαας, ρσαι τατα. 

 

συνεχίζετε…