Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθανασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθανασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Περί ομφής και μαντικού λόγου



Είδαμε ότι η τελευτή του Οσιριδος συνέβη την δέκατη έβδομη μέρα, κατά την οποία γίνεται ιδιαιτέρως κατάδηλη η μείωση τής πανσελήνου. Γι’ αυτό οι Πυθαγόρειοι αποκαλούν «αντίφραξη» αυτή την ημέρα και γενικά θεωρούν ανόσιο αυτόν τον αριθμό. Όμως ταυτίζουν τον αριθμό 17 με την Σελήνη αλλα  και τον χαμό του Οσιρη, όπως και τον χαμό της αλλά και την επανεμφάνισή της Σελήνης … Ο Όσιρης ονομάζεται και με το όνομα  «Ομφις», όπως ο Ερμαΐος λέγει, ότι, ερμηνευόμενον, σημαίνει «ευεργέτης»



Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon

Alphabetic letter omicron, page 1448, line 16



<Ὀμφή>. θεία φήμη, θεία φωνή. [θεῖος ὄνει-

 ρος.] παρὰ τὸ φῶ, τὸ φαίνω, καὶ τὸ ὂν γέγο-

 νεν ὀμφὴ, τροπῇ τοῦ ν εἰς μ. ἡ τὸ ὂν φαίνουσα.



Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (ΕΩ)

Alphabetic letter omicron, Page 335, line 18



<Ὀμφή>: θεία κληδὼν ἢ φήμη.

<Ὀμφήν>: φωνήν· κληδόνα· φήμην θείαν· ἢ ὄνειρα·  φάσματα.



Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem

Volume 2, page 575, line 16



Ὀμφὴ δὲ κυρίως ἡ ἀληθὴς φήμη ἡ τὸ ὂν φαίνουσα, ὡς καὶ ὄνειρος κατὰ κυριολεξίαν τὸ ἀληθὲς ἐνύπνιον, δι' οὗ τὸ ὂν εἴρεται. Ἡ δ' αὐτὴ ὀμφὴ καὶ κληδὼν λέγεται, ὥστε τὸν

ὀμφαῖον εἶναι πάντως καὶ κληδόνιον. Ἅπαξ δὲ τὸ πανομφαῖος εἶπεν ὁ ποιητής,

ὡς παρετήρησαν οἱ παλαιοί. (v. 251 s.)



Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem

Volume 1, page 260, line 29



     (v. 41) Ὅτι τὸν ὄνειρον καὶ ὀμφὴν λέγει· ἐκεῖνο μέν, ὡς τὸ ὂν εἴροντα,

καθάπερ εἴρηται, τουτέστιν ἀγγέλλοντα· Διὸς γὰρ αὐτὸν ἔφη ἄγγελον.



Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Odysseam

Volume 1, page 167, line 25



Καὶ ἔστι ταυτὸν κλέος καὶ κλῃδὼν καὶ κληηδών. ὧν

ἑρμηνεία, ἡ φήμη καὶ ἡ ὄσσα καὶ ἡ ὀμφὴ καὶ μαντικὸς λόγος. ἐπειδὴ ἐκ τοῦ κλέος τὸ κλεΐζω. ἀπ' αὐτοῦ δὲ κατὰ ἔκτασιν, τὸ κληΐζω. καὶ ἐν συναιρέσει, κλῄζω. ὡς χρέος χρηΐζω καὶ χρῄζω. ἡ δὲ χρῆσις τοῦ κλῄζειν, παρά τε ἄλλοις, καὶ παρὰ τῷ κωμικῷ, ἐν τῷ, κλῇσον τὴν πόλιν ταύτην. διὸ ἀπὸ τοῦ

κλῄζω ἡ κληδών. ἀπὸ δὲ αὐτοῦ, ἡ κληηδών. καθ' ὁμοιότητά τινα τοῦ κρῆναι καὶ κρηῆναι.



  Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum

Kallierges page 626, line 1



<Ὀμφή>: Θεία φήμη, κληδών· παρὰ τὸ φῶ, τὸ

φαίνω, καὶ τὸ ὂν, ἡ τὸ ὂν φαίνουσα, ἤγουν τὸ ἀληθές.



Scholia In Apollonium Rhodium, Scholia in Apollonii Rhodii Argonautica (scholia vetera) Page 243, line 27



939a <ὀμφήν>: φωνήν.



 Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et recentiora)

Hypothesis-book 1, scholion 399, line 2



                         Ὄσσα ἡ φήμη καὶ

ἡ ὀμφὴ, ἐπὶ τῶν μάντεων παρ' Ὁμήρῳ (Od. α 282 et

saepius alibi)· σήμαινε.



618= ΟΜΦΗ (ομφή, θεϊκή φωνή, προφητεία, χρησμός, μελωδία, φήμη, είδηση, πνοή, φάσμα [βλ. και ΟΜΦΑ] // ΟμΙλ. Β:41 // Ησυχ) = ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΕΙΝ (ακτινοβολέω-ώ),  ΔΙΔΥΜΗΝ ΑΙΓΛΗΝ (δίδυμη αίγλη, διπλή ακτινοβολία [κυρίως η ηλιακή] // Mag.), ΕΛΙΣΣΟΜΕΝΗ (ελίσσομαι, κουλουριάζομαι, συσπειρώνομαι, ελίσσομαι, κινούμαι ελικοειδώς, κουβαριάζομαι, συστρέφομαι, περιστρέφομαι, περιτυλίγομαι), ΕΝΥΠΝΙΑΖΕΙ (ενυπνιάζω, βλέπω όνειρο, ονειρεύομαι), ΖΗΝΟΔΟΤΗΡΑ (Ζηνοδοτήρ, επ. του Απόλλωνα που μετέφερε τους χρησμούς του Διός),    Η ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ (η κοσμογονία είναι, η δημιουργία του κόσμου), ΙΑΧΒΕ (Ιαχβέ), ΚΑΘΟΠΤΡΙΚΗ (καθοπτρική, κατοπτρική), ΛΗΤΟΙΣ (Λητώ, λήθη, νύξ και πραότης, Τιτανίδα, θυγ. Τιτάνος Κοίου και Τιτανίδος Φοίβης // ΗσΘ. 406, αδ. Αστερίας, μήτηρ Απόλλωνος και Αρτέμιδος εκ του Διός // ΗσΘ. 918, τους οποίους και γέννησε στην Δήλον, κατ’ άλλη εκδοχή η Άρτεμις γεννήθηκε στην Ορτυγία και ο Απόλλων στην Δήλο // ΟρφΥ. 35:4 // ΟμΥ. 3:16), ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ (η Μονάς // Αέτ. Ι, 3, 8), ΣΕΛΑΗΓΕΝΕΤΑΙ (σελαηγενέτης, γεννήτωρ του φωτός, φωτοδότης, επ. Απόλλωνος // Mag.)



811 = ΟΜΦΑΣ (ομφή, θεϊκή φωνή, προφητεία, χρησμός, μελωδία, φήμη, είδηση, πνοή, φάσμα [βλ. και ΟΜΦΑ] // ΟμΙλ. Β:41 // Ησυχ.),  ΑΙΩ (αΐω, αντιλαμβάνομαι, ακούω, εννοώ, παρατηρώ), ΑΝΑΣΤΑΣΗΝ (ανάστασις), ΑΝΘΟΦΟΡΙΑ (ανθοφορία), ΑΣΤΕΡΕΣ (αστήρ), ΑΤΤΙΣ, ΕΚΛΑΜΨΕΙ (έκλαμψις, ακτινοβολία, εμφάνιση με λαμπρότητα, μεγαλείο, αναλαμπή, ανάλαμψη, λαμποκόπημα, λάμψη, ξαφνική λάμψη, φεγγοβολή), Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΘΜΟΣ (η αρμονία και ο αριθμός), ΘΑΥΜΑΣΜΟΝ (θαυμασμός),  ΙΑΩ (ιάω),  ΜΑΥΡΟΣ (μαύρος), ΠΕΡΙΣΤΕΡΑΙ (Περιστερά [Columba, Col], αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου, βρίσκεται μεταξύ των αστερισμών της Πρύμνεως [Pup], του Γλυφείου [Cae], του Λαγωού [Lep] και του Μεγάλου Κυνός [CMa], λαμπρότερος αστήρ ο Phaet [Phaet, alp Col, HD 37795]), ΠΕΡΙΣΤΕΡΑΙ (περιστερά, σύμβολο ειρήνης, αθωότητας, πνεύμα της ζωής και του φωτός, ψυχή, γονιμοποιό πνεύμα, πέρασμα από ένα κόσμο σε άλλον, η περιστερά κάθεται στα κλαδιά του Δέντρου της Ζωής, συνδέεται με την Μεγάλη Μητέρα, αφιερωμένη στον Άδωνη, τον Βάκχον, την Αφροδίτην και την Αστάρτη, με κλαδί ελιάς είναι έμβλημα της Αθηνάς, εικονίζεται ως το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Άγιο Πνεύμα, βάπτισμα, Ευαγγελισμός, επτά περιστέρες συμβολίζουν τα επτά χαρίσματα του Πνεύματος), ΤΕΣΣΕΡΑ, ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΝ (τι είναι το Εν;), ΤΟ ΑΙΤΙΟΝ (το αίτιον, έναυσμα, λόγος, αιτία, ελατήριον, αφορμή, αρχή, στοιχείον), ΤΟ ΜΕΣΟΝ ΕΙΝΑΙ (το μέσον είναι),  ΥΛΟΒΑΤΗ (υλοβάτης, αυτός που ζει στα δάση, επ. Πανός),



Ομφή = Θεία φωνή, που έβγαινε στους Δελφούς, όταν χρησμοδοτούσε η Πυθία, θηλυκός τύπος της λέξεως πύθων = όφις, προγενέστερος κυρίαρχος δαίμων της περιοχής, απ' το ρήμα πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω, πληροφορούμαι.



 Άρα ο/ή Πύθων ή όφις ή δράκων των Δελφών μας οδηγεί δια της Ομφής του στον 2ο τη τάξει μετά τον Φαραώ ή Υψηλή Πύλη = Μεγάλο Δράκοντα ή Όφιν, απ' το ουραίον = κόμπρα = ασπίδα) στο στέμμα του. (κατά Π. Κυράγγελον)

Όμως ο Οσιρης αποτελεί μια εκδοχή του Διονύσου κατά την Ελληνική μυθολογία και τα αρχαία κείμενα.


κατασκευάζουσι λάρνακα μηνοειδῆ ...



ἀρχὴ γὰρ ὁ θεός, ἀρχὴ δὲ πᾶσα τῷ γονίμῳπολλαπλασιάζει τὸ ἐξ αὑτῆς





Όμοια και ο αριθμός 17 είναι και  «ο αριθμός της Αθανασίας». Στα Ταρώ ταυτίζεται με την Κάρτα του Αστεριού. Το Αστέρι συσχετίζεται πάντα μέ την Ινάννα, τή μεγάλη θεά των Σουμέριων, πού αργότερα έγινε Ίστάρ.  Εμείς την ονομάζουμε Αφροδίτη. Στους Έλληνες ήταν το αστέρι – οδηγός γνωστό ως Έσπερος το απόγευμα και Φώσφορος το πρωί, γιατί εμφανιζόταν δυο φορές κατά τη διάρκεια τής μέρας: μια λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα και μία αμέσως πριν από την αυγή. Οί Έλληνες θεωρούσαν ότι ό "Έσπερος ήταν γιος ή αδερφός του Άτλαντα, και ο Φώσφορος γιός τής Ήούς, θεάς τής Αυγής, και του Άστραία ή Κέφαλου. Οι Ρωμαίοι τον υιοθέτησαν ως lucifer (Εωσφόρο», Stella Matutina (πρωινό αστέρι).

Εδώ όμως πρέπει οπωσδήποτε νά αναφερθεί ότι οι Έλληνες ονόμαζαν Φώσφορο και τον Ίακχο, τον αναγεννημένο Διόνυσο.

Heka, Heqet και Εκάτη φώσφορος


 Στη κάρτα του Αστεριού τα εφτά μικρά άστρα περιβάλουν το μεγάλο και φωτεινό αστέρι τής εσωτερικής λάμψης.



Το αστέρι συνδέεται με τον αριθμό 17, το οποίο ισούται με 8 (1 + 7 = 8). Οκτώ είναι η δύναμη, η ποιότητα που απαιτείται για να δεχτεί τα σφάλματά σου και να αγαπάτε τον εαυτό σας, παρά από αυτούς



Έτσι η  Όγδοάδα επονομαζόταν «Καδμεία», γιατί ή Αρμονία θεωρούνταν σαν σύζυγος τού Κάδμου και ο Κάδμος, σύμφωνα με τον Ολυμπιόδωρο, αντιπροσώπευε τον υποσέληνο Κόσμο.



Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)

Alphabetic letter kappa, entry 61, line 1

kappa.61.1

<κάδμος>· δόρυ s. λόφος. ἀσπίς s. Κρῆτες



Damascius Phil., In Phaedonem (versio 1)

Section 378, line 1



378.1

 ρκδʹ.  – [95a5 – 6] ‘Τί δὲ δὴ τὰ Κάδμου, πῶς ἱλασόμεθα;ἢ Κάδμος μὲν ὁ

ὑποσέληνος κόσμος ὡς Διονυσιακός· διὸ καὶ Ἁρμονίᾳ σύνεστι τῇ θεῷ καὶ τῶν

τεττάρων Βακχῶν πατήρ. δηλοῖ δὲ καὶ ὁ Πείσανδρος [frg. 21] θεολογῶν τὰ

κατὰ Κάδμον ἐν τῷ μύθῳ ἐν ᾧ φησιν τὸν Κάδμον ὑποτίθεσθαι τῷ Διί, πῶς  

ἂν καταγωνίσαιτο τὸν Τυφῶνα. αἱ δὲ τὰ τέσσαρα στοιχεῖα Διονυσιακὰ ποιοῦσιν,

Σεμέλη μὲν τὸ πῦρ, Ἀγαύη δὲ τὴν γῆν διασπῶσα τὰ οἰκεῖα γεννήματα, Ἰνὼ

δὲ τὸ ὕδωρ ἐνάλιος οὖσα, καὶ Αὐτονόη δὲ τὸν ἀέρα ἡ λοιπή.ἱλάσκεταιδὲ τὸν

Κάδμον ἀποδεικνὺς τὴν ψυχὴν πάμπαν ἀθάνατον καὶ τόδε τὸ πᾶν οὐ θνητῶν

μόνων οὐσιῶν οὐδὲ μακραιώνων δεκτικόν, ἀλλὰ καὶ παντάπασιν ἀθανάτων.



Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωροςὦμαι)

Alphabetic entry kappa, page 290, line 23



<Κάδμος> λέγεται ὁ Ἑρμῆς παρὰ τοῖς Τυρσινίοις.



Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum

Kallierges page 207, line 12



                                       Εἴρηται, ὅτι

Κάδμος ἐπὶ βοῶν ζεύγους ἐκ Θηβῶν ταχέως εἰς

Ἰλλυρικοὺς παραγενόμενος ἔκτισε πόλιν· καὶ ἀπὸ

τῶν βοῶν καὶ τοῦ θοῶς φυγεῖν, Βουθόην αὐτὴν ὠνό- 

μασεν.




Τό Οχτώ ονομαζόταν και Μητέρα, και Ρέα, Κυβέλη και Δινδυμήνη, γιατί ήταν ό πρώτος κύβος και ό κύβος παρίστανε τη γη. Περί κύβου και Κυβέλης εδώ:

Μητέρα Ρέα Κυβέλη




Περι Καβείρων και Κορυβάντων





Το 8 (οκτώ ή οχτώ) είναι ο φυσικός αριθμός που βρίσκεται μετά από το 7 και πριν από το 9. Είναι ένας άρτιος αριθμός, αφού 8:2 = 4, δηλαδή διαιρείται με το 2, στο σύνολο των φυσικών αριθμών. Ο αριθμός 8 συμβολίζεται ως VIII στο ρωμαϊκό σύστημα αρίθμησης και ως H´ ή η´ στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης.

Το 8 είναι ο μικρότερος κυβικός αριθμός («τέλειος κύβος»), αφού είναι 8 = 2³.



Στη γεωμετρία, το οκτάγωνο, είναι ένα πολύγωνο σχήμα.

Στη γεωμετρία ο κύβος έχει 8 κορυφές.

Στη στερεομετρία, το οκτάεδρο και το κόλουρο τετράεδρο έχουν οκτώ έδρες. Ενώ θεωρούν ότι συμβολίζει τον αέρα.



Στη στερεομετρία επίσης, το κυβοκτάεδρο έχει 8 έδρες τρίγωνα.

Αντίστοιχο ζώδιο ο Αιγόκερως.

Αντίστοιχο χαρτί  και κάρτα στα Ταρό η Δύναμη.





Τά οχτώ πρόσωπα πού σώθηκαν από τον κατακλυσμό τού Ξίσουθρου είναι συνώνυμα με πολλές οκτάδες θεών, όπως οι 8 Κάβειροι τής Σαμοθράκης.

Υπάρχουν 8 αρετές τής χριστιανικής θρησκείας. Ματθ. Ε'.

Οχτώ είναι ό αριθμός των Δορυφόρων τού Κρόνου.

Ό αριθμός 8 ήταν αφιερωμένος στο Διόνυσο πού ήταν γεννημένος τον όγδοο μήνα. Το νησί τής Νάξου ήταν επίσης αφιερωμένο σ’ αυτόν και δόθηκε το χάρισμα στις γυναίκες αυτού τού νησιού να μην πεθαίνουν τα παιδιά τους όταν γεννιούνται τον όγδοο μήνα, αφού πιστευόταν ότι τα παιδιά πού γέννιουνται αυτό το μήνα πεθαίνουν, ενώ εκείνα πού γεννιούνταν στον έβδομο ή ένατο μήνα συνήθως επιζούν.

Οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να κάνουν περιτομή στα αρσενικά παιδιά την όγδοη μέρα μετά τη γέννηση.

Οι Ιουδαίοι στή Χανουκά ή Εορτή Αφιέρωσης ανάβουν οχτώ λυχνίες και τις κρατάνε αναμμένες 8 ημέρες.

Ό Γ. Φ. Σώου λέει πώς, όπως το εφτά ήταν ό αριθμός τής Δημιουργίας, έτσι και τό 8 μπορεί να θεωρηθεί σαν Ημέρα τής Αναγέννησης.




Τό 888 είναι ό ιδιαίτερος αριθμός τού Ιησού Χριστού, επειδή «Αυτός είναι ή Ανάσταση και ή Ζωή». Είναι το μεγάλο αντίθετο τού 666, τού αριθμού τού Θηρίου, του αριθμού τού Ανθρώπου. Ο αριθμός 8 στην Αγία Γραφή αποτελεί μια νέα αρχή, που σημαίνει μια νέα τάξη ή τη δημιουργία, και η αληθινή «αναγεννηθείς» εκδήλωση του ανθρώπου, όταν αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς και επέστρεψε στην αιώνια ζωή.

Όπως και η Παλαιά Διαθήκη αρνί του Πάσχα, ο Ιησούς είχε επιλεγεί ως ο Αμνός για να πάρει τις αμαρτίες του ανθρώπου από την εβραϊκή ημέρα του μήνα Νισάν 10 (πρώτης Απριλίου 30 μ.Χ. - Ιωάννης 12: 28-29). Σταυρώθηκε στο 14 Νισάν (Τετάρτη, 5, Απριλίου το 30 μ.Χ(;).). Ανάστασή Του συνέβη, ακριβώς όπως δήλωσε, τρεις μέρες και τρεις νύχτες μετά θάφτηκε, η οποία ήταν στο τέλος του εβδομαδιαίου ημέρα του Σαββάτου που έπεσε στις 17 Νισάν (δεκαεπτά συμβολίζει τη νίκη). Νισάν 17 ήταν επίσης η όγδοη μέρα, μετρώντας εξ ολοκλήρου, από τη στιγμή που ο Χριστός είχε επιλεγεί ως Αμνός της θυσίας του ανθρώπου. Όλα αυτά φέρουν την τέλεια θυσία του Ιησού και  την ολοκληρωτική νίκη Του επί του θανάτου.

Τα αγόρια έπρεπε να κάνουν περιτομή κατά την 8η ημέρα. Ο αριθμός 8 συμβολίζει την περιτομή της καρδιάς μέσω του Χριστού και της λήψης του Αγίου Πνεύματος (Ρωμαίους 2:28 - 29, Κολοσσαείς 2:11 - 13). Έτσι δηλώνουν ότι συμβαίνει  εν Χριστώ  μια νέα δημιουργία, νέα κοινωνία με  τον θεϊκό χαρακτήρα που δημιουργήθηκε με τη δύναμη του Πνεύματος του Θεού.

συνεχίζεται

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

ὅτι Γλαῦκός τις Σάμιος πρῶτος σιδήρου κόλλησιν ἐξεῦρε.



Κάποιες άλλες εκδοχές μιλούν για την μοναδική τέχνη του Γλαύκου του Χίου ή του Σάμιου καθώς είναι  αυτός που βρήκε την κόλληση του σιδήρου, ένα τεχνίτης Γλαύκος που γνωρίζει το σίδηρο την επεξεργασία του και την κατεργασία του. Η αρχαιότατη ανακάλυψη της κατεργασίας του σιδήρου ανήκει στους Έλληνες.


Michael Apostolius Paroemiogr., Collectio paroemiarum
Centuria 5, section 49, line 1

 <Γλαύκου τέχνη:> π τν μ ῥᾳδίως κατεργαζομένων.
π τν πάνυ πιμελς κα ντέχνως εργασμένων· πειδ
οτος ερε σιδήρου κόλλησιν, Χος ν

Pausanias Perieg., Graeciae descriptio
Book 10, chapter 16, section 1, line 4

                                      τοτο <Γλαύκου>
μέν στιν ργον το Χίου, σιδήρου κόλλησιν νδρς ερόντος·

 
Suda, Lexicon
Alphabetic letter sigma, entry 376, line 2

τι Γλακός τις Σάμιος πρτος σιδήρου κόλλησιν ξερε.
«Γλαύκος γαρ Χίος σιδήρου κόλλησιν εύρεν, στον Φαίδωνα του Πλάτωνος .

Ο Γλαύκος ο Χίος ή ο Σάμιος κατά το λεξικό του Σουίδα είναι ο πρώτος που ανακάλυψε την κόλληση του Σιδήρου Ο πρωταρχικός ρόλος του σιδήρου και των μετάλλων γενικότερα στην εξέλιξη της ιστορίας της ανθρωπότητας. Κόλληση σιδήρου αλλά και η μετατροπή του σε σκληρό χάλυβα. Σκλήρυνση μέσω της ενανθράκωσης, θερμαίνοντας δηλαδή στον σίδηρο μέσα σε διάπυρη χόβολη από ξυλοκάρβουνα και κατόπιν μέσω  θερμικής κατεργασίας –βαφής – και την επαναθέρμανσής του σε χαμηλή πλέον θερμοκρασία.


Michael Apostolius Paroemiogr., Collectio paroemiarum
Centuria 5, section 49, line 1

 <Γλακος πιν μέλι, νέστη:> π τν κηρυχθέν-
των, τι πέθανον, ετα φανερουμένων⁝ <Γλαύκου πο-
θανόντος,> ο το Σισύφου, π τ μέλιτι, Μίνως ν
τ τύμβ κατώρυξε τν το Κοιράνου Πολύειδον, ς ν
κ το ργους. ς δν δράκοντι πόαν πιθέντα τεθνετι
κα ναστήσαντα ατν, κα οτος τ ατ ποιήσας ες
τν Γλακον νέστησε. Τοτο δ δύνατον. γένετο δ  
τοιόνδε τί· Γλακος πιν μέλι, ταράχθη· χολς δ πλείο-
νος ατ κινηθείσης λυποθύμησεν Γλακος. φίκοντο
ον ο τε λλοι ατροί, τε δ χρήματα ληψόμενοι, λλ
δ κα Πολύειδος. ς δν τν πόαν ν μαθε παρά τινος
ατρο, νομα ν Δράκων, κα ταύτ τ βοτάν χρη-
σάμενος, γι ποίησε τν Γλακον. λεγον ον τινες, τι
Πολύειδος τν Γλακον π μέλιτος θανόντα νέστησεν·
φ' ν τν μθον πλάσσαντο. 
 
Οι Παροιμιογράφοι, Μυθολόγοι, νθολόγοι όπως ο Μιχαλ ποστόλιος δίνουν τις δικές τους εκδοχές, κατά τον 15ο αιώνα, για τις μυθικές θεότητες όπως ο Γλαύκος.

Οτι ο Γλαύκος τρώγοντας/πίνωντας μέλι  αναστήθηκε και ότι ο Δράκων ήταν ο γιατρός που τον εφερε στη ζωή μετα από την λυποθυμία που είχε…και κάπως έτσι πλασθηκε ο μύθος για την επαναφορά του στη ζωή- ενώ στην ουσία ειχε λυποθυμήσει  και ότι  ανεστήθει, ενώ θεωρούσαν ότι ήταν νεκρός, και επανήλθε στη ζωή.

Δεν στεκομαι στις θεραπευτικές και μοναδικές ιδιότητες του μελιού, αυτά μπορειτε να τα βρείτε σε διάφορα site : http://www.meli-kalavrita.gr/properties.html

Ούτε στην σύνδεση του μελιού και των Εσσήνων- ιερέων  ή της Μέλισσοθεάς στην Κρήτη, αυτα θα αναφερθούν σε κάποιο μελλοντικό κείμενο
 


 <Γλακος φαγν πόαν οκε ν θαλάττ:> μοία
τ προτέρ⁝ <Αδεται> τι Γλακος θαλάττιος φαγν
πόαν, θάνατος γένετο κα νν ν θαλάττ οκε. τ δ
τ πό ταύτ μόνον Γλακον ντυχεν, κα λίαν νι γε
εηθές, τό τε νθρωπον ν θαλάσσ λλο τι τν χερ-
σαίων ζν. χει δ τ ληθς οτως· Γλακος ν νρ
λιες νθηδόνιος· ν δ κολυμβητής, ν τούτ περ-
φέρων πάντων κολυμβητν. κολυμβντα δ ν τ λιμένι
ρώντων ατν τν πολιτν, ατς διακολυμβήσας ες
τινα τόπον, κα μ φθες τος οκείοις μέρας κανάς,
διακολυμβήσας πάλιν, φθη ατος. πυνθανομένων δ τν
οκείων, πο διέτριβεν, ατς ψευδόμενος φη, ν τ θα-
λάττ· κα συγκλείων ες ατν χθύας, πότε χειμν γέ-
νοιτο κα μηδες τν λλων λιέων χθς δύναιτο λαμ-
βάνειν, λέγετο τος πολίταις, τίνας βούλοιντο τν χθύων
ποκομισθναι ατος· κα κομίζων ος ν θελον, Γλα-
κος θαλάσσης κλήθη. κα περιτυχν θηρί θαλαττί πώ-
λετο· μ λθόντος δ ατο κ τς θαλάττης μύθευσαν
ο νθρωποι, ς ν θαλάττ οκε κκε μένει.

Και ανάμεσα στις τόσες αναφορές, των βυζαντινών ανθολόγων, διαβάζουμε και το ότι ο Γλαύκος ήταν δεινός κολυμβητής και έλεγε ψέματα στους άλλους κολυμβητές ότι διαμένε στην θαλασσα. Κι όταν κάποια στιγμή  συνάντησε κάποιο θαλάσσιο θηριο χάθηκε και  μην επιστρέφοντας από τη θάλασσα οι άνθρωποι θεώρησαν ότι– μεταμορφώθηκε  σε θαλάσσια θεότητα.

Ενώ κατά τον κατά τον Νικόλαο Γ. Πολίτη …

Η τροφή ή το ποτό που δίνει υπερφυσικές δυνάμεις είναι μυθολογικό στοιχείο. Κατά τον Ψευδοκαλλισθένη, έτσι μετα­μορφώθηκαν σε γοργόνες οι αδελφές του Αλέξανδρου (βλ. ππ.552, 651), αλλά και στον βοιωτικό μύθο ο Γλαύκος που βρήκε κατά τον Αισχύλο την «αείζων άφθιτον πόαν» (απόσπ. 28) ή την αθάνατη πηγή —το αθάνατο βοτάνι ή το αθάνατο νερό των νεότερων λαϊκών παραδόσεων— και ρίχτηκε στη θά­λασσα. Γλαύκου πήδημα, όπως μαρτυρεί ο Παυσανίας (9.22.7), έδειχναν ακόμη την εποχή του σ' ένα σημείο της ακτής στην Ανθηδόνα. Στενά συγγενικός είναι όμως και ο μύθος της Ινώ., που ρίχτηκε στο πέλαγος μαζί με τον γιο της, τον Μελικέρτη: η Ινώ έγινε η Νηρηίδα Λευκοθέα, και ο Μελικέρτης ο ήρωας Παλαίμων. Η λατρεία των θεοτήτων αυτών, όπως και του Γλαύ­κου, ήταν διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα, γι' αυτό σε ορισμέ­νες παραλλαγές οι δύο μύθοι συγχωνεύονται: άλλοτε ο Μελικέρτης μετονομάζεται Γλαύκος, άλλοτε αναφέρεται ότι ο Γλαύκος και ο Μελικέρτης ήταν εραστές, και άλλοτε ότι ο Γλαύκος καθιέρωσε πρώτος τα Ίσθμια προς τιμήν του Μελικέρτη. (Άλλος τύπος της Ινώς-Λευκοθέας ήταν επίσης η θεά Αλία-Λευκοθέα της Ρόδου.) Κατά τον ίδιο τρόπο ο Τέννης της Τενέδου ταυτί­στηκε με τον Παλαίμονα, και η αδελφή του η Λευκοθέα ή Ημιθέα με τη Λευκοθέα — αλλά στον τενέδιο μύθο ο πατέρας τους παρασύρθηκε από τις συκοφαντίες της μητριάς τους και «ένέβαλε τούς αδελφούς εις λάρνακα καί άφηκε φέρεσθαι εν τη Θαλάσση» (Σχολιαστής Λυκόφρονος, 232).

Στην ίδια κατηγορία ανήκει ίσως και ο μύθος για τους Τυρρηνούς, που η οργή του Διονύσου τούς έκανε να πέσουν μαινό­μενοι στη θάλασσα και να μεταμορφωθούν σε δελφίνια. Τον σύνδεσμο με τους υπόλοιπους μύθους μαρτυρούν δύο άλλες εκδοχές: ότι ο Γλαύκος στη Νάξο τιμωρήθηκε από τον Διόνυσο «ένδεθείς δι' άμπελίνου δεσμού», αλλά έπειτα αφέθηκε ελεύθερος γιατί ο θεός τον συχώρεσε, καθώς και το ότι ο Γλαύκος κυβερνούσε την Αργώ όταν ο Ιάσονας πολεμούσε με τους Τυρρηνούς (Αθηναίου Δειπνοσοφισταί, 7).
Ο αρχικός μύθος για τη μεταμόρφωση των Τυρρηνών σε δελφίνια πρέπει, κατά τον Ν.Γ.Π., να έχει αλλοιωθεί από τις πολλές ποιητικές διασκευές του, «διότι ή μεταμόρφωσις εις τό φιλάνθρωπον καί θαυμάσιον ένάλιον θηρίον έχει χαρακτήρα αμοιβής μάλλον ή τιμωρίας». Ο μύθος ανήκει στον κύκλο τον διηγήσεων για τους ανθρώπους που έπεσαν στη θάλασσα αλλά σώθηκαν από δελφίνια, γι' αυτό απεικονίζονται συνήθως πάνω στη ράχη ενός δελφινιού: ας σημειωθεί ότι και ο ήρωας Παλαίμων παρουσιάζεται καβάλα σε δελφίνι, και σε καλλιτεχνικά μνημεία και σε νόμισμα της Κορίνθου. Σε παραλλαγή τού μύ­θου τού Παλαίμονα, ο Διόνυσος τον έσωσε μαζί με τη μητέρα του, και αυτός τούς έδωσε τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμων.

Έτσι, και ο μύθος των Τυρρηνών είναι, εντέλει, παραλλαγή (του μύθου του Παλαίμονα.
Άλμα στη θάλασσα και αποθέωση αναφέρουν και οι Κρητικοί και οι αιγινητικοί μύθοι για τη Βριτόμαρτη (Παυσανίας, ' 30.3). Σημαντική μοιάζει μια λεπτομέρεια από τον Καλλίμαχο (Αίτια, 3.200-203): στις γιορτές που τελούσαν προς τιμήν της, τα στεφάνια ήταν πλεγμένα από πεύκο ή σκίνο, και Ποτέ από μυρτιά —κάτι που γεννά το ερώτημα αν κάποιο από / φυτά αυτά έπαιξε στον μύθο ρόλο ανάλογο με την περίφημη πόα του Γλαύκου. Το άλμα επίσης μοιάζει να είναι χαρακτηριστικό της μετάβασης από τον κόσμο των θνητών στον κόσμο των ηρώων, όπως φαίνεται από τους μύθους για τον Σάρωνα και τον Αιγέα


Στην παράδοση αυτή, η καρδιά του στοιχειού είναι κάτι ανάλογο με την πόα του Γλαύκου· πρόκειται, κατά τον Ν.Γ.Π., για απόρροια «της παλαιότατης καί παγκοίνου δοξασίας, καθ' ην αί ιδιότητες τας οποίας είχε πάν σώμα προτού μεταβληθη εις τροφήν, μεταδίδονται εις τον γευόμενον, διότι φαντάζονται ότι διά της γεύσεως απορροφάται καί ή ενοικούσα έως τότε  εις τό έσθιόμενον ψυχή αυτού». Στη δοξασία αυτή αναφέρεται και η παροιμία «Όφις αν μή φάγη οφιν, δρά­κων ού γενήσεται», που καταγράφεται από τον Μιχαήλ Αποστόλη τον 15ο αιώνα· δεν είναι όμως αρχαία, αλλά παράφραση της δημώδους. Η παροιμία σχετίζεται ωστόσο με την παμπάλαιη δοξασία για τον βασιλίσκο, που έλεγαν πως γεννιέται από το  φίδι που θα επικρατήσει στο αλληλοφάγωμα πολλών πεινασμένων φιδιών. Παραλλαγές της παροιμίας αυτής μνημονεύουν θεριό αντί για δράκοντα — «Όποιος δε φάει θεριό, δε θεριεύει» — και άλλες λιοντάρι ή στοιχειό — «Αν δε φας από στοιχειό, δε στοιχειώνεις» ή «Αν δε φας από στοιχειό, ποτέ δε μεγαλώνεις». Ας προστεθεί ότι η δοξασία αυτή πέρασε και στις προλήψεις και στα παραμύθια και τα δημοτικά τραγούδια: εκεί, όποιος φάει γλώσσα προβάτου γίνεται φλύαρος, όποιος φάει μυαλό πετεινού γίνεται πετεινόμυαλος, ένας σκύλος «ήτανε σα θεριό μεγάλος, γιατί ήφαε εκείνο το θεριό και θέριεψε», και τα όρνια που τρώνε τις σάρκες του αντρειωμέ­νου βγάζουνε «πήχη το φτερό και πιθαμή το νύχι»…

Συνεχίζεται…

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

γλαυκία ἢ γλαύκιον>· βοτάνη τις



Η ερμηνεία του ονόματος του Γλαύκου σημαίνει τον λευκό, ισχυρό ή φοβερό κατά τον Ησύχιο τον Αλεξανδρικό  στο έργο του Γλσσαι Ελληνικό λεξικό 5ος αιώνας μ.Χ.  

<γλαυκή>· σχυρά. φοβερά. λευκή (Π 34)
<γλαυκία γλαύκιον>· βοτάνη τις - Γλαύκιο
<γλαυκίζειν>· μβλυωπεν
<γλαυκιόων>· καταπληκτικός, μπυρον κα φοβερν βλέπων
*<γλαυκός>· λευκός vgAS    
<γλαυκοφόρβιδας>· ππους εγενεστάτας
<γλαυκπις>· φοβερ ν τ ρσθαι. λαμπρόφθαλμος. *εόφθαλμος (Α 206 ..) gAS
*<γλαξ>· νυκτόβαϋς. πετεινν νυκτερινόν vgS
<γλαξ>· νόμισμα θήνησιν τετράδραχμον. λέγετο δ κα ρχησίς τις. κα ρνεον. κα φυτόν
<γλαυσόν>· *λαμπρόν. g θρασύ. ταμόν
<γλαύσσει>· λάμπει, (s) φαίνει, φαύσκει


<Γλαύκου τέχνη>· παροιμία π τν ῥᾳδίως κατεργαζομένων·Διονυσόδωρος δ τν περ τν σίδηρον κόλλησιν· Γλακος γρ Χος σιδήρου κόλλησιν ερεν (Plat. Phaed. 108d)

Και από την «Επιτομή του Μεγάλου λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας» του Liddell & Scott, η ερμηνεια του ονοματος του Γλαύκου προέρχεται από το Γλαυκός :

γλαυκ-όμματος, -ον (δμμχ), γκριζομάτης, σε Πλάτ.
γλαυκός, -ή, -όν, I. σε Όμηρ. πιθ. χωρίς την έννοια χρώματος, αυτός που λαμπυρίζει, που αστράφτει, ο ασημένιος, λέγεται για τη θάλασσα, σε Ομήρ. Ιλ., Τραγ. Π. αργότερα κυρίως με την έννοια χρώματος, γαλαζοπράσινος, γαλαζόγκριζος (κυανό-φαιος), Λατ. glaucus,  χρησιμοποιείται για την ελιά, σε Σοφ., Ευρ." ιδίως λέγεται για τα μάτια, τα ανοιχτά γαλάζια ή γκρίζα, Λατ.caesius, σε Ηρόδ., Ευρ.
γλαυκ-ώπις, ή, γεν. -ιδος, αιτ. -ιδα ή -ιν (ώψ)• σε Όμηρ. ως επίθ. της θεάς Αθηνάς, που είχε αστραφτερούς, πολύ φωτεινούς, λαμπερούς και άγριους οφθαλμούς, μάτια- βλ. γλαυκός.
γλαυκ-ώφ, -ωπος, δ, ή = γλαυκώπις, σε Πίνδ.
γλαύξ, Αττ. γλαΰξ, γεν. γλαυκός, ή, κουκουβάγια-αποκαλείται έτσι εξαιτίας των άγρια αστραφτερών, εκθαμβωτικών οφθαλμών της (βλ. γλαυκός και πρβλ. σκώψ)- παροιμ., γλαύκ' Άθήναζε, γλαύκ' εις Αθήνας = κάνω κάτι περιττό, μάταιο και ωστόσο καμαρώνω γι' αυτό, όπως όταν κάποιος φέρνει κουκουβάγιες στην Αθήνα, γιατί έτσι κι αλλιώς στην Αθήνα υπάρχουν πολλές (στα νομίσματα), σε Αριστοφ.- τα αθηναϊκά ασημένια νομίσματα λέγονταν γλαύκες Λαυρεωτιχαί, επειδή ως εικόνα τους είχαν μια κουκουβάγια, στον ίδ.


Γλαυκός είναι το όνομα ιχθύος, το όνομα του Γαλεόρρινου του  γαλέου  (galeorhinus galeus)ανήκει στην τάξη των γαλέων και στην οικογένεια των Καρχαρινίδων  (carcharinidae)και εκτιμάται πολύ για την γευστική και απαλή σάρκα του. Είναι υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες και χαμηλός σε λιπαρά. Στην ελληνική κουζίνα τρώγεται συνήθως τηγανητός σε κουρκούτι.
Το μήκος του φθάνει τα 1-2 μέτρα. Η ράχη του έχει χρώμα ανοικτό γκριζωπό ενώ τα πλευρά του λίγο ροδίζουν και η κοιλιά του είναι άσπρη. Το ρύγχος του είναι πεπλατυσμένο και μυτερό και το στόμα του βρίσκεται στη κάτω πλευρά, όπως σε όλα τα σκυλόψαρα με δόντια μυτερά, τριγωνικά και σε σειρές. Το πρώτο ραχιαίο πτερύγιο είναι 2 ή και 3 φορές μεγαλύτερο απ΄ το δεύτερο το πτερύγιο της ουράς του που καταλήγει σαν πρύμνη πλοίου κάθετη.
Ζει στο βυθό κοντά στις στεριές και τροφή του είναι μικρά ψάρια και μαλάκια. Γεννά μικρά ζωντανά, είναι δηλαδή ζωοτόκος και είναι άγριος όπως ο καρχαρίας.
Ο γαλέος είναι ένα μικρόσωμο σκυλόψαρο χωρίς δόντια. Το κρέας του γαλέου είναι ένα κρέας ασπροκόκκινο, σφιχτό και πολύ νόστιμο ειδικά όταν συνοδεύεται με σκορδαλιά, όπως στο μπακαλιάρο που όμως ο γαλέος είναι ποιο βαρύς. 

Όμως όπως είδαμε στο λεξικό του Ησύχιου Γλαύκος είναι και το όνομα ενός βοτάνου. Είναι άραγε αυτό το  βότανο που οδήγησε τον Γλαύκο στην μεταμόρφωση του σε θαλάσσια θεότητα αλλά και στην αθανασία;

Το Γλαύκιο το ξανθό ή γιαλόπικρο, ή μαγιασιλόχορτο, της οικογένειας των Παπαβερίδων. Ένα είδος κίτρινης κερασφόρας παπαρούνας που φυτρώνει σε παραθαλάσσιες περιοχές. Έχει υψηλή τοξικότητα παρόμοια με της παπαρούνας, μπορεί να προκαλέσει δερματίτιδες, ή και εγκαύματα στο δέρμα. Τοξικό ακόμα και για τα ζώα που μπορεί να καταναλώσουν τα φύλλα του, καθώς προκαλεί, ασταθή ρυθμό, υπνηλία, έλλειψη όρεξης, και υψηλή παραγωγή σιέλου κλπ…

Το Γλαύκιο το ξανθό, που ονομάζεται και γυαλόπικρα, είναι μικρός διετής θάμνος(πόα) που ανθοφορεί κατά μήκος των αμμωδών εκτάσεων στις παραλίες της Πιερίας. Είναι είδος μεσογειακό και η γεωγραφική του εξάπλωση φθάνει μέχρι τη Νορβηγία. Είναι μια κίτρινη παπαρούνα με σαρκώδη δασύτριχα έλλοβα φύλλα. Ανθίζει Μάιο μέχρι Ιούνιο. Στην Κύπρο συναντήσαμε το Glaucium corniculatum με κόκκινα άνθη.
Επιστρέφουμε όμως στα κειμενα που δίνουν τον Πότνιο αλλα και τον Πόντιο Γλαύκο ως διαφορετικά έργα του Αισχύλου.  Ο Πόντιος Γλαύκος θεωρείτε ένας από τους θάλασσιους θεούς καθώς φέρει σώμα ιχθυόμορφο από τη μέση και κάτω και μοιάζει με τις περιγραφές που έχουμε δει σε κειμενα περι του Οάννη – δες παλαιότερα κείμενα
Μια σειρά από δεκα εφτά ή δέκα οκτώ Γλαύκους - αναφέρει η Βικιπαίδεια
 
Συνοψίζοντας για τους Γλαύκους ας δούμε πόσοι έχουν καταστεί Αθάνατοι…
Απ’ αυτούς ο Γλαύκος γιός του Πανός έχει κατακτήσει την Αθανασία
 
Ο Γλαύκος του Ιππολόχου παρεκάλεσε  τον θεό Απόλλωνα να τον θεραπεύσει από τα τραύματά του για να μπορέσει να πολεμήσει κι ο θεός να μπορέσει να πάρει  το σώμα του Σαρπηδόνα.

Ο Γλαύκος του Σισσύφου γίνεται κι αυτός αθάνατος πίνοντας το αθάνατο νερό μίας βρύσης  και μετατρέπεται σε θαλάσσιο δαίμονα 

Ο Γλαύκος ο Ανθηδόνιος είναι αυτός που θεωρείται ο θαλάσσιος θεός ή πόντιος δαίμονας

Ο Γλαύκος του Μίνωα σώζεται από τον Πολύδειο ή τον Ασκληπιό και ανασταίνεται μέσω ενός βοτάνου.
 
Γλαύκος του Μαιάνδρου είναι αναφέρεται ως ποτάμια θεότητα και συγκεκριμένα προστάτης του ποταμού Γλαύκου της Μικράς Ασίας (όχι της Αχαΐας), ο οποίος είναι παραπόταμος του άνω ρου του Μαιάνδρου.


Phrynichus Attic., Praeparatio sophistica (epitome)
Page 6, line 2

<
ἀνθρωποειδὲς θηρίον, ὕδατι συζῶν>: π το Γλαύκου <το> ἀναφανέντος ἐκ τῆς θαλάσσης.


συνεχίζεται …