Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προφητείες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προφητείες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

Σίβυλλα Δελφίς, ἣν καὶ Ἄρτεμιν προσηγόρευσαν

Οι Σίβυλλες ήταν γυναίκες οι οποίες, όπως η Κασσάνδρα ή η Δελφική Πυθία, προφήτευαν σε κατάσταση καταληψίας. Δέκα τοποθεσίες στο χώρο της Μεσογείου είναι γνωστές ως κατοικίες των Σιβυλλών, αν και αρχικά φαίνεται ότι ήταν μόνο μία.

 


Η Σίβυλλα της Κύμης είναι γνωστή από το 6ο βιβλίο της Αινειάδας του Βιργίλιου, και ο εκστατικός χαρακτήρας της προφητείας της περιγράφεται σαφώς από τον ποιητή:

«To Πλευρόν του Ευβοϊκού βράχου είναι αποκομμένον εις (σχηματισμόν) πελωρίου σπηλαίου, όπου οδηγούν εκατόν ευρείαι οδοί, εκατόν στόμια, και από όπου άλλαι τόσαι φωναί εξορμούν, αι αποκρίσεις της Σιβύλλης.

Είχον φθάσει τώρα το κατώφλιον, οπότε η παρθένος λέγει: «καιρός να ζητήσεις χρησμούς. Ο Θεός, ιδού ο Θεός». Ενώ αύτη έλεγε τοιαύτα προ των θυρών, αιφνιδίως ούτε η όψις ούτε το χρώμα το αυτό, ούτε η κόμη έμεινε καλλωπισμένη, αλλά το στήθος (ήτο) ασθματικόν και η καρδιά εκ της αγρίας λύσσης εξωγκούτο, και εφαίνετο μεγαλυτέρα και δεν ωμίλει ανθρωπίνως, όταν ενθουσιάσθη υπό του πλησιεστέρου ήδη (ελθόντος) πνεύματος του θεού… 

 Αλλ’ η εξαίσια μάντις μη ανεχόμενη πλέον (την περίσφιξην) του Φοίβου βακχεύεται εις το άντρον, μήπως δυνηθή να εκτινάξη από το στήθος (της) τον μέγα θεόν, (αλλά) τόσον περισσότερον εκείνος καταπονεί το λυσσώδες στόμα (της) και (το) διαπλάσσει δια της πιέσεως (πιέζον τούτο) προσπαθών να δαμάσει την άγριαν καρδιάν (της)…

Τοιαύτα αφού είπεν από το άδυτον η Κυμαία Σίβυλλα χρησμωδεί φρικτά αινίγματα και εις το άντρον (αντηχούσα) μουγκρίζει, περιτυλίσσουσα δια των σκοτεινών τα αληθή: εκείνους τους γαλινού δια την μενομένην διατινάσσει ο Απόλλων και υπό το στήθος (της) στρέφει τα κέντρα (του)

Μόλις, κατ΄αρχήν υπεχώρησεν η μανία και ησύχασε το λυσσώδες στόμα, ήρχισεν ο ήρως Αινείας : Ω παρθένε…


Η Σίβυλλα αργότερα, γίνεται ο οδηγός του ήρωα στον κάτω κόσμο. Μια συλλογή από προφητείες, γραμμένες στα αρχαία ελληνικά σε εξαμέτρους και αποδιδόμενες σε διάφορες Σίβυλλες, φυλασσόταν στο ναό του Απόλλωνα στον Παλατινό λόφο της Ρώμης, ώστε να παρέχονται συμβουλές από μια ειδική επιτροπή, με εντολή της Συγκλήτου, σε περιόδους κρίσης. Αυτή η αυθεντική συλλογή καταστράφηκε στη φωτιά του 83 π.Χ.· μια δεύτερη συλλογή, αντλούσα από διάφορες πηγές, καταστράφηκε επίσης στα 405 μ.Χ. Η συλλογή που σώζεται σήμερα με τον τίτλο «Σιβυλλικοί χρησμοί» είναι πλαστή, αν και μερικοί γνήσιοι χρησμοί είναι διάσπαρτοι μέσα σ’ αυτή. Ένα μέρος της είναι ιουδαϊκή προπαγάνδα ενάντια στον παγανισμό και το ξεκίνημα του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού (από το δεύτερο αι. π.Χ. και ύστερα). Αυτά τα κείμενα ξαναγράφτηκαν αργότερα, δέχτηκαν προσθήκες και διευρύνθηκαν, έτσι ώστε να εξυπηρετήσουν τη χριστιανική πολεμική εναντίον του παγανισμού και της αυτοκρατορίας.

 Hesychius Illustrius Hist., Fragmenta
Fragment 7, line 916

 <Σίβυλλα> Ῥωμαϊκὴ λέξις ἐστὶν, ἑρμηνευομένη προφῆτις.

 Joannes Laurentius Lydus Hist., De mensibus
Book 4, section 47, line 23

  Τὸ σίβυλλα Ῥωμαϊκὴ λέξις ἐστὶν ρμηνευομένη

προφῆτις ἤγουν μάντις, ὅθεν ἑνὶ ὀνόματι αἱ θήλειαι

μάντιδες ὠνομάσθησαν Σίβυλλαι

 Το Σίβυλλα θεωρείτε ρωμαϊκή λέξη που ερμηνεύετε ως προφήτις/σα ή μάντις/σα, και έτσι όλες οι γυναίκες μάντισσες ονομάζονται Σίβυλλες.

Σίβυλλα όμως θ΄ ονομασθεί και η Άρτεμις η αδελφή του Απόλλωνα που

την χαιρετούσαν και την προσφωνούσαν και Σίβυλλα Δελφική, η των

Δελφών. Προέβλεπαν γεγονότα που επρόκειτο να συμβούν και ιδιαίτερα

τα δυσάρεστα και φοβερά. Όταν έδιναν τις προφητείες τους ήταν σε

κατάσταση έκστασης και οι απλοί άνθρωποι πίστευαν ότι οι

λόγοι τους αποτελούσαν τη φωνή θεών. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι

μάντισσες αυτές έδιναν τις προφητείες τους χωρίς να ερωτηθούν και

χωρίς να έχουν σχέση με κανένα μαντείο. Η Σίβυλλα μπορούσε να

πηγαίνει από τον ένα τόπο στον άλλο, όπου λατρευόταν ως μια θεία

μορφή και αυτό ήταν ένας σοβαρός λόγος για να προκύψουν μαρτυρίες

για πολλές Σίβυλλες.


  Suda, Lexicon
Alphabetic letter sigma, entry 354, line 1

<Σίβυλλα Δελφίς,> ἣν καὶ Ἄρτεμιν προσηγόρευσαν.

 Δέκα - οι πιο γνωστές - τον αριθμό Σίβυλλες ονομάζονται και καταγράφονται κατά το Λεξικό του Σουίδα.

 Suda, Lexicon
Alphabetic letter sigma, entry 361, line 17

 ὅτι Σίβυλλαι γεγόνασιν ἐν

διαφόροις τόποις καὶ χρόνοις τὸν ἀριθμὸν δέκα.

 πρώτη οὖν ἡ Χαλδαία ἡ καὶ Περσίς, ἡ κυρίῳ ὀνόματι καλουμένη Σαμβήθη.

 δευτέρα ἡ Λίβυσσα.

 τρίτη Δελφίς, ἡ ἐν Δελφοῖς τεχθεῖσα.

 τετάρτη Ἰταλική, ἡ ἐν Κιμμερίᾳ τῆς Ἰταλίας.

πέμπτη Ἐρυθραία, ἡ περὶ τοῦ Τρωϊκοῦ προειρηκυῖα πολέμου.

 ἕκτη Σαμία, ἡ κυρίῳ ὀνόματι καλουμένη Φυτώ· περὶ ἧς ἔγραψεν Ἐρατοσθένης.

 ἑβδόμη ἡ Κυμαία, ἡ καὶ Ἀμαλθία, ἡ καὶ Ἱεροφίλη.

ὀγδόη Ἑλλησποντία, τεχθεῖσα ἐν κώμῃ Μαρμισσῷ, περὶ

τὴν πολίχνην Γεργίτιον, αἳ τῆς ἐνορίας ποτὲ Τρῳάδος ἐτύγχανον, ἐν

καιροῖς Σόλωνος καὶ Κύρου.

ἐνάτη Φρυγία.

 δεκάτη ἡ Τιγουρτία, ὀνόματι Ἀβουναία. φασὶ δὲ ὡς ἡ Κυμαία ἐννέα βιβλία χρησμῶν ἰδίων προσεκόμισε Ταρκυνίῳ Πρίσκῳ τῷ τηνικαῦτα βασιλεύοντι τῶν Ῥωμαίων· καὶ τούτου μὴ προσηκαμένου, ἔκαυσε βιβλία βʹ. ὅτι Σίβυλλα Ῥωμαϊκὴ λέξις ἐστίν, ἑρμηνευομένη προφῆτις, ἤγουν μάντις· ὅθεν ἑνὶ ὀνόματι αἱ θήλειαι μάντιδες ὠνομάσθησαν. Σίβυλλαι τοίνυν, ὡς πολλοὶ ἔγραψαν, γεγόνασιν ἐν διαφόροις τόποις καὶ χρόνοις τὸν ἀριθμὸν ιʹ.

 


<Σιβυλλιᾷ:> ἀντὶ τοῦ χρησμῶν ἐρᾷ καὶ ἐπιθυμεῖ· ἢ ἀπατᾶται

καὶ μαντικῶς ἔχει, χρησμοὺς φαντάζεται· χρησμολόγος γὰρ ἡ Σίβυλλα.

ἢ μέγα φρονεῖ καὶ ἐπαίρεται. Ἀριστοφάνης· ᾄδει δὲ χρησμούς…

 Σιβυλλιάω : προφητεύω, μανιάζω σαν την Σίβυλλα. Αυτή που αγαπά και επιθυμεί τον χρησμό, ή απατάται/ξεγελιέται και έχει την μαντική δύναμη και χρησμούς φαντάζεται. Προφήτης δίδουσα χρησμούς, μαντέματα, μαντείες η Σίβυλλα, ή κάτι μεγάλο καταλαβαίνει, αντιλαμβάνετε, περηφανεύεται, καυχιέται.. Αυτή που ψέλνει, τραγουδάει χρησμούς κατά τον Αριστοφάνη…

 Ο Λακτάντιος γράφει ότι η λέξη ήταν σύνθετη, από τον δωρικό τύπο του ουσιαστικού «θεός» (σιός) και τον αιολικό τύπο του ουσιαστικού «βουλή» = θέληση (βόλλα). Σίβυλλα, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, σήμαινε επομένως εκείνη που αποκαλύπτει τη θέληση του Θεού. Η ετυμολογία αυτή ωστόσο δεν φαίνεται πιθανή από τη νεότερη έρευνα. Βάρρων γράφει ότι το όνομα  προέρχεται το όνομα από θεόβουλος  «θεία σύμβουλος»

 Joannes Laurentius Lydus Hist., De mensibus
Book 4, section 47, line 23

 Τὸ σίβυλλα Ῥωμαϊκὴ λέξις ἐστὶν ἑρμηνευομένη

προφῆτις ἤγουν μάντις, ὅθεν ἑνὶ ὀνόματι αἱ θήλειαι

μάντιδες ὠνομάσθησαν Σίβυλλαι· γεγόνασι δὲ Σίβυλλαι

δέκα ἐν διαφόροις τόποις καὶ χρόνοις. πρώτη ἡ καὶ

Χαλδαία ἡ καὶ Περσὶς ἡ καὶ πρός τινων Ἑβραία ὀνομα-

ζομένη, ἧς τὸ κύριον ὄνομα Σαμβήθη, ἐκ τοῦ γένους

τοῦ μακαριωτάτου Νῶε, ἡ περὶ τῶν κατὰ Ἀλέξανδρον

τὸν Μακεδόνα λεγομένη προειρηκέναι, ἧς μνημονεύει

Νικάνωρ ὁ τὸν Ἀλεξάνδρου βίον ἱστορήσας, ἡ περὶ

τοῦ δεσπότου θεοῦ μυρία προθεσπίσασα καὶ τῆς αὐ-

τοῦ παρουσίας· ἀλλὰ καὶ αἱ λοιπαὶ συνᾴδουσιν αὐτῇ,

πλὴν ὅτι ταύτης εἰσὶ βιβλία εἰκοσιτέσσαρα περὶ παν-

τὸς ἔθνους καὶ χώρας περιέχοντα. ὅτι δὲ οἱ στίχοι

αὐτῆς ἀτελεῖς εὑρίσκονται καὶ ἄμετροι, οὐ τῆς προφή-

τιδός ἐστιν ἡ αἰτία ἀλλὰ τῶν ταχυγράφων, οὐ συμ-

φθασάντων τῇ ῥύμῃ τῶν λεγομένων ἢ καὶ ἀπαιδεύτων

γενομένων καὶ ἀπείρων γραμματικῶν· ἅμα γὰρ τῇ ἐπι-

πνοίᾳ ἐπέπαυτο ἐν αὐτῇ ἡ τῶν λεχθέντων μνήμη, καὶ

διὰ τοῦτο εὑρίσκονται στίχοι ἀτελεῖς καὶ διάνοια σκά-

ζουσα, εἴτε κατ' οἰκονομίαν θεοῦ τοῦτο γέγονεν, ὡς

μὴ γινώσκοιντο ὑπὸ τῶν πολλῶν καὶ ἀναξίων οἱ χρη-

σμοὶ αὐτῆς. δευτέρα Σίβυλλα ἡ Λίβυσσα, τρίτη Σίβυλλα  

ἡ Δελφίς, ἡ ἐν Δελφοῖς τεχθεῖσα· γέγονε δὲ αὕτη πρὸ

τῶν Τρωϊκῶν καὶ ἔγραψε χρησμοὺς δι' ἐπῶν ἐν τοῖς χρό-

νοις τῶν κριτῶν, ὁπηνίκα Δεβώρα προφῆτις ἦν παρὰ

Ἰουδαίοις. τετάρτη Ἰταλικὴ ἡ ἐν Κιμμερίᾳ τῆς Ἰτα-

λίας, πέμπτη Ἐρυθραία ἀπὸ πόλεως Ἐρυθρᾶς καλου-

μένης ἐν Ἰωνίᾳ, ἡ περὶ τοῦ Τρωϊκοῦ προειρηκυῖα πο-

λέμου. ἕκτη Σαμία, ἧς τὸ κύριον ὄνομα Φυτώ, περὶ

ἧς ἔγραψεν Ἐρατοσθένης, καὶ αὕτη ἐν τοῖς χρόνοις

τῶν παρὰ Ἰουδαίοις κριτῶν ἦν. ἑβδόμη Κυμαία ἡ καὶ

Ἀμάλθεια ἢ Ἡροφίλη· ἡ δὲ Κύμη πόλις ἐστὶν Ἰτα-

λική, ἧς πλησίον ἄντρον ἐστὶ συνηρεφὲς καὶ γλαφυ-

ρώτατον, ἐν ᾧ διαιτωμένη ἡ Σίβυλλα αὕτη τοὺς χρης-

μοὺς ἐδίδου τοῖς πυνθανομένοις. ὀγδόη ἡ Γεργιθία·

πολίχνη δὲ περὶ τὸν Ἑλλήσποντον τὸ Γεργίθιον. ἐν-

νάτη Φρυγία, δεκάτη ἡ Τιβουρτία ὀνόματι Ἀλβουναία.

ὅτι ἡ Ἰουδαία Σίβυλλα καὶ Χαλδὶς ἐκαλεῖτο…

 

…προέλαβε δὲ τὴν τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν αὕτη ἡ Σί-

βυλλα ἔτη δισχίλια, ἧς ἐστι καὶ τοῦτο τὸ ἔπος τὸν

τίμιον σταυρὸν προμηνύον·

 


Pausanias Perieg., Graeciae descriptio
Book 10, chapter 12, section 1, line 3

  πέτρα δέ ἐστιν ἀνίσχουσα ὑπὲρ τῆς γῆς· ἐπὶ ταύτῃ

Δελφοὶ στᾶσάν φασιν ᾆσαι τοὺς χρησμοὺς <γυναῖκα>

ὄνομα Ἡροφίλην, Σίβυλλαν δὲ ἐπίκλησιν. τὴν <δὲ>

πρότερον γενομένην, ταύτην ταῖς μάλιστα ὁμοίως οὖσαν

ἀρχαίαν εὕρισκον, ἣν θυγατέρα Ἕλληνες Διὸς καὶ

Λαμίας τῆς Ποσειδῶνός φασιν εἶναι, καὶ χρησμούς τε

αὐτὴν γυναικῶν πρώτην ᾆσαι καὶ ὑπὸ τῶν Λιβύων

Σίβυλλαν λέγουσιν ὀνομασθῆναι. ἡ δὲ Ἡροφίλη νεω-

τέρα μὲν ἐκείνης, φαίνεται δὲ ὅμως πρὸ τοῦ πολέμου

γεγονυῖα καὶ αὕτη τοῦ Τρωικοῦ, καὶ Ἑλένην τε προ-

εδήλωσεν ἐν τοῖς χρησμοῖς, ὡς ἐπ' ὀλέθρῳ τῆς Ἀσίας

καὶ Εὐρώπης τραφήσοιτο ἐν Σπάρτῃ, καὶ ὡς Ἴλιον

ἁλώσεται δι' αὐτὴν ὑπὸ Ἑλλήνων. Δήλιοι δὲ καὶ

ὕμνον μέμνηνται τῆς γυναικὸς ἐς Ἀπόλλωνα. καλεῖ

δὲ οὐχ Ἡροφίλην μόνον ἀλλὰ καὶ Ἄρτεμιν ἐν τοῖς

ἔπεσιν αὑτήν, καὶ Ἀπόλλωνος γυνὴ γαμετή, τοτὲ δὲ  

ἀδελφὴ καὶ αὖθις θυγάτηρ φησὶν εἶναι. ταῦτα μὲν

δὴ μαινομένη τε καὶ ἐκ τοῦ θεοῦ κάτοχος πεποίηκεν·

ἑτέρωθι δὲ εἶπε τῶν χρησμῶν ὡς μητρὸς μὲν ἀθανάτης

εἴη μιᾶς τῶν ἐν Ἴδῃ νυμφῶν, πατρὸς δὲ ἀνθρώπου,

καὶ οὕτω λέγει τὰ ἔπη·

 

 εἰμὶ δ' ἐγὼ γεγαυῖα μέσον θνητοῦ τε θεᾶς τε,

 νύμφης [δ'] ἀθανάτης, πατρὸς δ' αὖ κητοφάγοιο,

 μητρόθεν Ἰδογενής, πατρὶς δέ μοί ἐστιν ἐρυθρή

 

 Μάρπησσος, μητρὸς ἱερή, ποταμός <τ'> Ἀιδωνεύς.

ἦν δὲ ἔτι καὶ νῦν ἐν τῇ Ἴδῃ τῇ Τρωικῇ πόλεως

Μαρπήσσου τὰ ἐρείπια καὶ ἐν αὐτοῖς οἰκήτορες ὅσον

ἑξήκοντα ἄνθρωποι· ὑπέρυθρος δὲ πᾶσα ἡ περὶ τὴν

Μάρπησσον γῆ καὶ δεινῶς ἐστιν αὐχμώδης, ὥστε καὶ

τῷ Ἀϊδωνεῖ ποταμῷ καταδύεσθαί τε ἐς τὴν χώραν καὶ

ἀνασχόντι τὸ αὐτὸ αὖθις πάσχειν, τέλος δὲ καὶ ἀφα-

νίζεσθαι κατὰ τῆς γῆς, αἴτιον ἐμοὶ δοκεῖν ἐστιν ὅτι

λεπτή τε κατὰ τοῦτο καὶ σηραγγώδης ἐστὶν ἡ Ἴδη.

ἀπέχει δὲ Ἀλεξανδρείας τῆς ἐν τῇ Τρῳάδι τεσσαρά-

κοντα ἡ Μάρπησσος καὶ διακόσια στάδια. τὴν δὲ

Ἡροφίλην οἱ ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ ταύτῃ νεωκόρον τε

τοῦ Ἀπόλλωνος γενέσθαι τοῦ Σμινθέως καὶ ἐπὶ τῷ

ὀνείρατι τῷ Ἑκάβης χρῆσαί φασιν αὐτὴν ἃ δὴ καὶ

ἐπιτελεσθέντα ἴσμεν. αὕτη ἡ Σίβυλλα ᾤκησε μὲν τὸ

πολὺ τοῦ βίου ἐν Σάμῳ, ἀφίκετο δὲ καὶ ἐς Κλάρον

τὴν Κολοφωνίων καὶ ἐς Δῆλόν τε καὶ ἐς Δελφούς·

ὁπότε δὲ ἀφίκοιτο, ἐπὶ ταύτης ἱσταμένη τῆς πέτρας

ᾖδε. τὸ μέντοι χρεὼν αὐτὴν ἐπέλαβεν ἐν τῇ Τρῳάδι,  

καί οἱ τὸ μνῆμα ἐν τῷ ἄλσει τοῦ Σμινθέως ἐστὶ καὶ

ἐλεγεῖον ἐπὶ τῆς στήλης·

 ἅδ' ἐγὼ ἁ Φοίβοιο σαφηγορίς εἰμι Σίβυλλα

  τῷδ' ὑπὸ λαϊνέῳ σάματι κευθομένα,

 παρθένος αὐδάεσσα τὸ πρίν, νῦν δ' αἰὲν ἄναυδος,

  μοίρᾳ ὑπὸ στιβαρᾷ τάνδε λαχοῦσα πέδαν.

 ἀλλὰ πέλας Νύμφαισι καὶ Ἑρμῇ τῷδ' ὑπόκειμαι,

  μοῖραν ἔχοισα κάτω τᾶς τότ' ἀνακτορίας.

ὁ μὲν δὴ παρὰ τὸ μνῆμα ἕστηκεν Ἑρμῆς λίθου τετρά-

γωνον σχῆμα· ἐξ ἀριστερᾶς δὲ ὕδωρ τε κατερχόμενον

ἐς κρήνην καὶ τῶν Νυμφῶν ἐστι τὰ ἀγάλματα. Ἐρυ-

θραῖοι δὲ – ἀμφισβητοῦσι γὰρ τῆς Ἡροφίλης προ-

θυμότατα Ἑλλήνων – Κώρυκόν τε καλούμενον ὄρος

καὶ ἐν τῷ ὄρει σπήλαιον ἀποφαίνουσι, τεχθῆναι τὴν

Ἡροφίλην ἐν αὐτῷ λέγοντες, Θεοδώρου δὲ ἐπιχωρίου

ποιμένος καὶ νύμφης παῖδα εἶναι· Ἰδαίαν δὲ ἐπίκλησιν

γενέσθαι τῇ νύμφῃ κατ' ἄλλο μὲν οὐδέν, τῶν δὲ χω-

ρίων τὰ δασέα ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ἴδας τότε ὀνομά-

ζεσθαι. τὸ δὲ ἔπος τὸ ἐς τὴν Μάρπησσον καὶ τὸν

ποταμὸν τὸν Ἀϊδωνέα, τοῦτο οἱ Ἐρυθραῖοι τὸ ἔπος

ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τῶν χρησμῶν.

 τὴν δὲ ἐπὶ ταύτῃ χρησμοὺς κατὰ ταὐτὰ εἰποῦσαν

ἐκ Κύμης τῆς ἐν Ὀπικοῖς εἶναι, καλεῖσθαι δὲ [αὐτὴν]

Δημὼ συνέγραψεν Ὑπέροχος ἀνὴρ Κυμαῖος. χρησμὸν

δὲ οἱ Κυμαῖοι τῆς γυναικὸς ταύτης [ἐς] οὐδένα εἶχον

ἐπιδείξασθαι, λίθου δὲ ὑδρίαν ἐν Ἀπόλλωνος ἱερῷ δει-

κνύουσιν οὐ μεγάλην, τῆς Σιβύλλης ἐνταῦθα κεῖσθαι  

φάμενοι τὰ ὀστᾶ. ἐπετράφη δὲ καὶ ὕστερον τῆς Δη-

μοῦς παρ' Ἑβραίοις τοῖς ὑπὲρ τῆς Παλαιστίνης γυνὴ

χρησμολόγος, ὄνομα δὲ αὐτῇ Σάββη· Βηρόσου δὲ εἶναι

πατρὸς καὶ Ἐρυμάνθης μητρός φασι Σάββην· οἱ δὲ

αὐτὴν Βαβυλωνίαν, ἕτεροι δὲ Σίβυλλαν καλοῦσιν

Αἰγυπτίαν.

 Φαεννὶς δὲ θυγάτηρ βασιλεύσαντος ἀνδρὸς ἐν

Χάοσι καὶ αἱ Πέλειαι παρὰ Δωδωναίοις ἐμαντεύσαντο

μὲν ἐκ θεοῦ καὶ αὗται, Σίβυλλαι δὲ ὑπὸ ἀνθρώπων

οὐκ ἐκλήθησαν. τῆς μὲν δὴ πυθέσθαι τὴν ἡλικίαν

καὶ ἐπιλέξασθαι τοὺς χρησμούς *** Ἀντιόχου γὰρ

μετὰ τὸ ἁλῶναι Δημήτριον αὐτίκα ἐς τὴν ἀρχὴν καθι-

σταμένου γέγονε Φαεννίς. τὰς Πελειάδας δὲ Φημονόης

τε ἔτι προτέρας γενέσθαι λέγουσι καὶ ᾆσαι γυναικῶν

πρώτας τάδε τὰ ἔπη·

 Ζεὺς ἦν, Ζεὺς ἐστίν, Ζεὺς ἔσσεται· ὦ μεγάλε Ζεῦ.

 Γᾶ καρποὺς ἀνίει, διὸ κλῄζετε Ματέρα γαῖαν.

 χρησμολόγους δὲ ἄνδρας Κύπριόν τε Εὔκλουν καὶ

Ἀθηναίους Μουσαῖον τὸν Ἀντιοφήμου καὶ Λύκον τὸν

Πανδίονος, τούτους τε γενέσθαι καὶ ἐκ Βοιωτίας Βά-

κιν φασὶ κατάσχετον ἄνδρα ἐκ νυμφῶν·

 12. Υπάρχει ένας βράχος o oποίος εξέχει από το έδαφος. λέγουν ότι επάνω εις αυτόν εστάθη και έψαλε τούς χρησμούς της μία γυναίκα, η Ηροφίλη, η οποία όμως ελέγετο καί Σίβυλλα. Την παλαιοτέραν από αυτήν, η οποία ήτο η αρχαιότερα όλων, οι Έλληνες την ενόμιζον θυγατέρα του Διός και τής θυγατρός του Ποσειδώνος Λαμίας- αυτή ήτο ή πρώτη γυναίκα πού έψαλε χρησμούς καί αυτήν οι Λίβυες ωνόμαζαν Σίβυλλαν. Η Ηροφίλη ήτο νεωτέρα από εκείνην, φαίνεται όμως ότι καί αυτή έζησε προ του Τρωικού πολέμου, καί ότι είχε προφητεύσει διά τήν Ελένην ότι θά ανατροφή εις τήν Σπάρτην διά τήν καταστροφήν τής Ασίας καί τής Ευρώπης, ακόμη δέ καί ότι εξ αιτίας της θά κυριευθή ή Τροία από τούς "Ελληνας. Οι Δήλιοι αναφέρουν καί ύμνον τής γυναικός αυτής προς τον Απόλλωνα. Εις το ποίημά της ονομάζει τον εαυτόν της όχι μόνον Ηροφίλην καί Άρτεμιν, αλλά ακόμη λέγει ότι είναι σύζυγος του Απόλλωνος, άλλοτε αδελφή του καί αλλού πάλιν κόρη του. Αυτά βεβαίως τα είπε ευρισκομένη εις μανιακήν κατάστασιν καί κατεχομένη από τον θεόν- εις άλλο μέρος των χρησμών της είπεν, ότι ήτο κόρη μιας αθανάτου νύμφης τής "Ιδης καί ενός θνητού- οί στίχοι λέγουν τά εξής :

«Eγώ είμαι γεννημένη εξ ήμισείας θνητή καί θεά από αθάνατη νύμφη καί πατέρα ψαροφάγο (Κητοφάγο ή σιτοφάγο) Από την μητέρα μου κατάγομαι από τήν Ίδην, πατρική μου γή είναι ή ερυθρά Μάρπησσος, ιερά τής μητρός, καί ο ποταμός Άϊδωνεύς».

Καί επί τής εποχής μου ακόμη ευρίσκονται ερείπια τής Μάρπήσσου εις τήν Τρωικήν Ίδην καί εις αυτά διαμένουν εξήκοντα περίπου άνθρωποι- ολόκληρον τό πέρι τής Μάρπήσσου έδαφος είναι κοκκινωπόν καί πάρα πολύ ξηρόν- ως εκ τούτου και ο ποταμός Άϊδωνεύς εξαφανίζεται εντός τού εδάφους, πάλιν ανέρχεται καί πάλιν πάσχει τό ίδιον, μέχρις ότου εξαφανίζεται τελείως- αιτία τούτου, κατά τήν γνώμην μου, είναι ότι εις τό μέρος αυτό η Ίδη είναι λεπτή καί πωρώδης. Ή Μάρπησσος απέχει από την Τρωικήν Αλεξάνδρειαν διακόσια τεσσαράκοντα στάδια. Οι κάτοικοι τής Αλεξάνδρειας αυτής λέγουν ότι η Ηροφίλη ήτο νεωκόρος του ναού του Σμινθέως Απόλλωνος καί εξ αφορμής τού ονείρου τής Εκάβης  επροφήτευσεν όσα γνωρίζομεν ότι έγιναν. Ή Σίβυλλα αυτή έζησε τον περισσότερον καιρόν είς την Σάμον, επήγεν όμως καί είς την Κλάρον τών Κολοφωνίων και εις την Δήλον και είς τούς Δελφούς· οσάκις ήρχετο εις τούς Δελφούς εστέκετο επάνω εις τον βράχον αύτόν καί έψαλλεν. Απέθανεν είς την Τρωάδα, τό δέ μνήμα της εύρίσκεται είς τό άλσος του Σμινθέως καί επάνω εις την στήλην υπάρχει η εξής επιγραφή :

«Εδώ είμαι εγώ η Σίβυλλα, ή αλάνθαστος προφήτις του Φοίβου, θαμμένη κάτω από τό πέτρινον αυτό μνήμα, παρθένος ή οποία προηγουμένως είχε φωνήν, τώρα όμως είμαι αιωνίως άφωνος, αφού ή ισχυρά μοίρα με έρριψεν εις αυτά εδώ τα δεσμά. Εδώ κάτω όμως πού ευρίσκομαι, είμαι πλησίον των Νυμφών και του Έρμου και διατηρώ ένα μέρος από την παλαιάν μου κυριαρχίαν».

Πλησίον του μνήματος είναι άγαλμα του Ερμού λίθινον σχήματος τετραγώνου- αριστερά είναι πηγή, τής οποίας τό ύδωρ κατέρχεται είς μίαν κρήνην, καί τά αγάλματα τών Νυμφών. Έξ άλλου οι Έρυθραΐοι —διότι αυτοί διεκδικούν την Ηροφίλην περισσότερον από όλους τούς 'Ελληνας—δεικνύουν όρος λεγόμενον Κώρυκον καί εις τό όρος εν σπήλαιον, όπου ισχυρίζονται ότι εγεννήθη η Ήροφίλη από ένα εντόπιον ποιμένα καί μίαν νύμφην, η νύμφη ελέγετο Ιδαία όχι διά κανένα άλλον λόγον, άλλα μόνον διά το ότι τα δασώδη μέρη οι τότε άνθρωποι τά ονόμαζαν Ίδας. Τους στίχους του χρησμού που αναφέρονται εις την Μάρπησσον καί τον ποταμόν Άϊδωνέα, οι Ερυθραίοι τούς διαγράφουν.


Ό Υπέροχος από την Κύμην έγραψεν ότι μετά την Σίβυλλαν αυτήν, έλεγε κατά τον ίδιον τρόπον χρησμούς μία άλλη γυναίκα, άπό την Κύμην τής Οπικής , ονομαζόμενη Δημώ. Δεν είχον όμως οί Κυμαίοι νά παρουσιάσουν κανένα χρησμόν τής γυναικός αυτής, επιδεικνύουν δέ μίαν μικράν υδρίαν λιθίνην είς τό Ιερόν του Απόλλωνος καί λέγουν ότι εκεί ευρίσκονται τά οστά τής Σιβύλλης. Μετά την Δημώ ανετράφη μεταξύ των πέραν τής Παλαιστίνης Εβραίων μία γυναίκα προφήτις, ή οποία Ιλέγετο Σάββη, κόρη του Βηρόσου καί τής Έρυμάνθης άλλοι τήν ονομάζουν Βαβυλωνίαν καί άλλοι Αΐγυπτίαν Σίβυλλαν.

Ή θυγάτηρ του βασιλέως των Χαόνων Φαεννίς καί αί Πέλειαι τής Δωδώνης έδωσαν καί αυται χρησμούς εξ ονόματος κάποιου θεού, οί άνθρωποι όμως δεν τάς ώνόμασαν καί αυτας Σιβύλλας. Τής Φαεννίδος τήν ήλικίαν νά εξακριβώση καί τούς χρησμούς νά μάθη κανείς... διότι αυτή εγεννήθη όταν έγινε βασιλεύς ό Άντίοχος μετά την αιχμαλωσίαν του Δημητρίου. Διά τάς Πελειάδας λέγουν ότι ήσαν αρχαιότεροι τής Φημονόης και πρώται αύται από τάς γυναίκας έψαλαν τούς εξής στίχους :

 «Ό Ζεύς υπήρχεν, ό Ζευς υπάρχει, ο Ζεύς θά υπάρχει" ώ μεγάλε Ζευ. Η Γή παράγει καρπούς, δ’ αυτό δοξάζετε την Μητέρα Γήν».

"Ανδρας προφήτας αναφέρουν τον Κύπριον Εύκλουν, τούς Αθηναίους Μουσαίον του Άντιοφήμου καί Λύκον του Πανδίονος, καί τον Βάκιν από την Βοιωτίαν, ο οποιος ένεπνέετο από νύμφας. Τούς χρησμούς των χρησμολόγων αυτών, πλήν του Λύκου, τούς ανέγνωσα.

Τόσαι είναι αί γυναίκες καί τόσοι οί άνδρες οι οποίοι αναφέρονται μέχρις εμού ότι επροφήτευαν εμπνεόμενοι από θεόν εις τό μέλλον όμως είναι δυνατόν νά αναφανούν καί άλλοι παρόμοιοι.

 

συνεχίζετε


Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

πολλά της θείας κατοκωχής είδη και πολλαχώς η θεία επίπνοια

 Για την ένθεον μαντική, η ευαίσθητη γυναικεία ψυχή φαινόταν πιο επιδεκτική θείας επιρροής.
Άλλωστε η αληθινή μαντική επιτυγχάνεται με τον "ενθουσιασμό" όπως είπαμε σε προηγούμενο κείμενο, από την παρουσία δηλαδή του Θεού μέσα στην ψυχή της προφήτιδος- ιέρειας που δέχεται κάποια θεότητα της αποκάλυψης. Ας μην ξεχνούμε ότι  γύρω από την θεά Μεγάλη Μητέρα -Παμμήτειρα Γαία περιστρέφονται όλοι οι μύθοι για ιερά Μαντεία, όμοια με αυτά των παλαιότερων Σπηλαίων.

Η μαντική, δηλαδή η προαίσθηση και η γνώση της βουλήσεως των Θεών. Η μαντική υιοθετεί συχνά την μέθοδο των εξιλασμών και των καθαρμών, των εξορκισμών, που οι Έλληνες ονόμασαν "Κάθαρσιν" και που λειτουργούσε πρωτίστως στα αρχαία Μυστήρια.


Ο Ιάμβλιχος στο κείμενο του «Περί Αιγυπτίων μυστηρίων» γράφει για την μαντική τέχνη:  

ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ, Περί αιγυπτίων μυστηρίων 3.4-6 

Iσχυρίζεσαι πως υπάρχουν πολλοί που αντιλαμβάνονται το μέλλον μέσω της έκστασης και της θεϊκής κατοχής και πως είναι ξύπνιοι, όσον αφορά την ικανότητά τους να ενεργούν σύμφωνα με τις αισθήσεις τους, από την άλλη όμως, χάνουν τη συνείδηση του εαυτού τους ή δεν την έχουν όσο και πριν. Θέλω και σ’ αυτήν την περίπτωση να εκθέσω τα χαρακτηριστικά όσων κατέχονται πραγματικά από το θεό- γιατί εάν θέτουν όλη τη ζωή τους εν είδει οχήματος ή οργάνου στη διάθεση των θεών που τους εμπνέουν, εάν αλλάζουν την ανθρώπινη ζωή τους για τη θεϊκή ή ακόμη διαμορφώνουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις του θεού, τότε ούτε ενεργούν σύμφωνα με τις αισθήσεις τους, ούτε γρηγορούν στον ίδιο βαθμό με όσους έχουν τις αισθήσεις τους σε διέγερση, ούτε προσλαμβάνουν οι ίδιοι το μέλλον, ούτε κινούνται όπως εκείνοι που ενεργούν εξαιτίας μιας ορισμένης ορμής• αλλά δεν έχουν πια συνείδηση του εαυτού τους, ούτε όπως πριν, ούτε με κανέναν άλλο τρόπο, ούτε στρέφουν καθόλου τη φυσική τους διάνοια προς τον εαυτό τους, ούτε και προβάλλουν κάποια ιδιαίτερη γνώση.

Η μεγαλύτερη απόδειξη γι’ αυτά είναι το εξής: πολλοί [οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση καταληψίας], ακόμη και όταν τους πλησιάζει φωτιά, δεν καίγονται, γιατί η φωτιά δεν τους αγγίζει εξαιτίας της έμπνευσης του θεού- και πολλοί, μολονότι καίγονται, δεν αντιδρούν, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ζουν τη ζωή ενός [φυσιολογικού] έμψυχου όντος. Ορισμένοι που τρυπιούνται με σουβλιά, δεν νιώθουν τον πόνο- άλλοι χτυπιούνται με τσεκούρια στην πλάτη, άλλοι κατακόβουν τα χέρια τους με μαχαίρια, κι όμως δεν αισθάνονται τίποτα. Οι ενέργειες τους δεν είναι με κανένα τρόπο ανθρώπινες• Τα απρόσιτα γίνονται προσιτά γι’ αυτούς που τους έχει εμπνεύσει ο θεός• και στη φωτιά ρίχνονται και μέσα από τη φωτιά διαβαίνουν και ποταμούς διασχίζουν, όπως η ιέρεια στα Καστάβαλλα. Απ’ όλα αυτά γίνεται φανερό πως δεν αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, όταν κατέχονται από το θεό, και πως δεν ζουν ζωή ανθρώπινη ή γενικά έμψυχου όντος, σύμφωνα με τις αισθήσεις ή τις ορμές, αλλά παίρνουν για αντάλλαγμα μια άλλη, πιο θεϊκή υπόσταση, απ’ την οποία εμπνέονται και κατέχονται ολοκληρωτικά.

 
Υπάρχουν διάφορα είδη θεϊκής κατοχής και η θεϊκή έμπνευση τίθεται σε κίνηση με πολλούς τρόπους, με αποτέλεσμα τα σημάδια της να είναι πολλά και διαφορετικά. Αφ’ ενός οι διαφορετικοί θεοί, απ’ τους οποίους εμπνεόμαστε, προκαλούν διαφορετικά είδη έμπνευσης, αφ’ ετέρου, και ο τρόπος της ένθεης κατάστασης με τις διάφορες παραλλαγές του μορφοποιεί και την ανάλογη θεοφορία. Γιατί ή ο θεός αναλαμβάνει την κατοχή μας ή γινόμαστε εξ ολοκλήρου μέρος του θεού ή προσαρμόζουμε τις ενέργειές μας με τη δική του• ενίοτε συμμετέχουμε στην κατώτερη δύναμη του θεού, κάποτε στη μέση δύναμή του, κάποτε στην ανώτερη• ορισμένες φορές πρόκειται για απλή συμμετοχή, άλλοτε για ένα είδος κοινωνίας, άλλοτε συνδυασμός αυτών των δύο τύπων ένθεης κατάστασης• άλλοτε πάλι το απολαμβάνει ή μόνη η ψυχή ή συμμετέχει μαζί με το σώμα ή το απολαμβάνει και όλη η προσωπικότητα.
Κατά συνέπεια, τα χαρακτηριστικά αυτών που βιώνουν την έμπνευση είναι ποικίλα: κίνηση του σώματος ή κάποιων μερών του, ολική ηρεμία του σώματος, αρμονικοί τόνοι, χοροί, μελωδικές φωνές ή τα αντίθετα. Και το σώμα φαίνεται να υψώνεται ή να διογκώνεται ή να αιωρείται στον αέρα• παρατηρούνται, όμως, και φαινόμενα αντίθετα από τα προηγούμενα. Η φωνή [του κατεχόμενου] είναι πολλές φορές ομοιόμορφη ως προς την ένταση ή τα διαστήματα που διασπούν τη σιωπή, άλλοτε όμως είναι ανομοιόμορφη: ορισμένες φορές οι ήχοι αυξάνονται και ελαττώνονται με τρόπο μουσικό, ενίοτε όμως με κάποιον άλλο τρόπο.
Το πλέον σημαντικό: ο θεουργός βλέπει το πνεύμα που κατεβαίνει και εισέρχεται στο μέντιουμ, πόσο μεγάλο είναι και με τι μοιάζει- με κάποιο μυστηριώδη τρόπο μπορεί να το πείθει και να το εξουσιάζει. Το μέντιουμ επίσης βλέπει το πνεύμα, πριν το δεχτεί, με τη μορφή φωτιάς- ορισμένες φορές η φωτιά γίνεται ορατή σε όλους όσους παρακολουθούν, είτε την ώρα που ο θεός κατεβαίνει είτε την ώρα που αναχωρεί. Συνεπώς, αυτοί που γνωρίζουν, κατορθώνουν να κατανοήσουν τη βαθύτερη αλήθεια, την αληθινή δύναμη, την αληθινή τάξη, την οποία αντιπροσωπεύει [ο θεός] και καταλαβαίνουν αναφορικά με ποια πράγματα λέει εκ φύσεως την αλήθεια και ποια δύναμη παρέχει ή ασκεί. Όσοι, όμως, έλκουν κάτω τα πνεύματα δίχως αυτές τις εξαίσιες εμπειρίες, στα κρυφά, ψηλαφούν στο σκοτάδι και δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν, εκτός από ορισμένα εντελώς ασήμαντα σημάδια στο σώμα του κατεχόμενου προσώπου και κάποιες άλλες εκδηλώσεις ορατές με ευκολία- την πλήρη ουσία, όμως, της θεϊκής έμπνευσης, που παραμένει στα σκοτάδια γι’ αυτούς, την αγνοούν.
Ένα άλλο είδος θείας κατοχής, πολύμορφο και ένθεο, η μαντεία, είναι φημισμένο και εξαιρετικά εναργές• γι’ αυτό μπορείς να εκφραστείς ως εξής: «υπάρχουν κάποιοι που πίνουν νερό, όπως ο ιερέας του Κλαριού Απόλλωνα στην Κολοφώνα- άλλοι κάθονται κοντά στο στόμιο μιας σπηλιάς, όπως η ιέρεια που χρησμοδοτεί στους Δελφούς• άλλοι εισπνέουν ατμούς υδάτων, όπως οι προφήτισσες στους Βραγχίδες». Ανάφερες αυτά τα τρία διάσημα μαντεία, όχι γιατί ήταν τα μόνα (γιατί πολύ περισσότερα είναι όσα παρέλειψες), αλλά επειδή ήταν πιο σημαντικά από τα άλλα και συνάμα επειδή μπόρεσες να αναδείξεις το πρόβλημα -εννοώ τον τρόπο με τον οποίο οι θεοί στέλνουν τη μαντεία στους ανθρώπους- με αρκετή σαφήνεια- γι’ αυτό αρκέστηκες σ’ αυτά τα παραδείγματα. Έτσι κι εγώ θα κάνω λόγο μόνον γι’ αυτά τα τρία, παραλείποντας το μεγαλύτερο αριθμό των μαντείων.
Το μαντείο στην Κολοφώνα, κατ’ αρχήν όλοι συμφωνούν πως δίνει χρησμούς χρησιμοποιώντας νερό. Λένε πως υπάρχει μια πηγή σε ένα υπόγειο κτίσμα και πως απ’ αυτήν πίνει ο προφήτης σε καθορισμένες μέρες, αφού πρώτα λάβουν χώρα πολλές προκαταρτικές τελετουργίες• αφού πιει, αρχίζει να χρησμοδοτεί, χωρίς πια να τον βλέπουν οι θεατές που είναι παρόντες. Ότι εκείνο το νερό είναι μαντικό, καθίσταται πρόδηλο απ’ αυτό το γεγονός (δηλαδή ότι ο προφήτης χρησμοδοτεί, αφού το πιει). Με ποιο τρόπο, όμως, είναι μαντικό, δεν μπορεί, όπως λέει η παροιμία, «να το μάθει ο καθένας». Γιατί φαίνεται σαν κάποιο μαντικό πνεύμα να διέρχεται μέσα από αυτό. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι αλήθεια. Γιατί το θείο δεν μεταφέρεται, σε όσους μετέχουν σ’ αυτό, με ένα μέσο που διαιρείται και μερίζεται τόσο εύκολα, αλλά με την παρουσία του εκεί, φωτίζει την πηγή και τη γεμίζει με τη δική του μαντική δύναμη. Ωστόσο, δεν προέρχεται από το νερό το σύνολο της έμπνευσης που παρέχει ο θεός• [το νερό] δημιουργεί μονάχα μια κατάλληλη διάθεση και επιφέρει την κάθαρση του φωτεινού πνεύματος που υπάρχει εντός μας, διαμέσου της οποίας [κάθαρσης] γινόμαστε ικανοί να δεχτούμε το θεό. Υπάρχει μια άλλη παρουσία του θεού, προγενέστερη, που λάμπει από •ψηλά. Αυτή δεν μένει μακριά από κανέναν, ο οποίος, λόγω της οικειότητάς του μ’ αυτήν, είναι σε επαφή μαζί της. Έρχεται ξαφνικά και χρησιμοποιεί τον προφήτη ως όργανο. Δεν είναι πια ο εαυτός του, ούτε καταλαβαίνει όσα λέει ή σε ποιο μέρος βρίσκεται. Σαν αποτέλεσμα, ακόμη και αφού έχει πια δώσει το χρησμό, μόλις που καταφέρνει να ξαναβρεί τον εαυτό του. Πριν πιει από το νερό, μένει νηστικός για μια ολόκληρη μέρα και νύχτα και, αρχίζοντας να εκστασιάζεται, αποτραβιέται μοναχός του σε ένα μέρος του ιερού απρόσιτο στο πλήθος. Απομακρυσμένος και απαλλαγμένος από τις ανθρώπινες έγνοιες, παρέχει τον εαυτό του καθαρό και έτοιμο να δεχτεί το θεό. Έτσι, η έμπνευση του θεού λάμπει στο καθαρό ιερό της ψυχής του- η θεϊκή έμπνευση τον κυριεύει δίχως καθυστέρηση και η τέλεια παρουσία [του θεού] δεν βρίσκει εμπόδια.

 
Η προφήτισσα των Δελφών χρησμοδοτεί χάρη σε μια λεπτή και πυρώδη πνοή που ανεβαίνει από ένα στόμιο ή όταν κάθεται στο άδυτο, πάνω σε ένα χάλκινο τρίποδα ή πάνω σε ένα κάθισμα με τέσσερα πόδια, το οποίο είναι αφιερωμένο στο θεό
Σε κάθε περίπτωση, αφήνει τον εαυτό της στο πνεύμα του θεού και καταυγάζεται με την ακτίνα του θεϊκού πυρός. Και όταν η φωτιά, που ανεβαίνει από το στόμιο πυκνή και μεγάλη, την κυκλώνει από κάθε μεριά, γεμίζει από θεϊκή λάμψη, ενώ όταν κάθεται στην έδρα του θεού προσαρμόζεται στη σταθερή μαντική δύναμή του. Συνεπεία και των δύο αυτών προπαρασκευών, γίνεται εξ ολοκλήρου κτήμα του θεού. Και τότε της παρουσιάζεται ο θεός λάμποντας, ως μια οντότητα ξεχωριστή, καθώς είναι διαφορετικός απ’ τη φωτιά και την πνοή, την έδρα του, και απ’ όλο το φυσικό και ιερό περίγυρο.
Η προφήτισσα στους Βραγχίδες επίσης δέχεται μέσα της το θεό, είτε γεμίζοντας από τη θεϊκή ακτινοβολία καθώς κρατά τη ράβδο που αρχικά την παρέδωσε κάποιος θεός, είτε προλέγοντας το μέλλον καθώς κάθεται πάνω σε έναν άξονα, είτε βυθίζοντας τα πόδια της ή την άκρη του φορέματος της στο νερό, είτε εισπνέοντας ατμούς που βγαίνουν από το νερό- με όλες αυτές τις προπαρασκευές ετοιμάζεται να δεχτεί απ’ έξω το θεό και να γίνει μέρος του.


Αυτό το φανερώνει και το μεγάλο πλήθος θυσιών και το τυπικό της όλης ιεροτελεστίας και όλες οι άλλες πράξεις που εκτελούνται ευλαβικά πριν δοθεί η μαντεία: το λουτρό της προφήτισσας, η νηστεία για τρεις ολόκληρες μέρες, η διαμονή της στο άδυτο του ιερού και το γεγονός πως ήδη συμμετέχει στο φως και το απολαμβάνει για πολύ καιρό. Όλα αυτά αποσκοπούν στο να δείξουν πως ο θεός καλείται να παρουσιαστεί με προσευχή και πως έρχεται απ’ έξω και πως μια θαυμάσια έμπνευση λαμβάνει χώρα, προτού ακόμη αυτή [η προφήτισσα] πάρει τη συνηθισμένη της θέση. Ακόμη, πως ο θεός που βρίσκεται μέσα στην πνοή, η οποία ανεβαίνει από την πηγή, είναι ξεχωριστός από το μέρος και παλαιότερος, και πως είναι η αιτία της χρήσης του τόπου και της πηγής και της μαντικής διαδικασίας στο σύνολό της.

Διασώζονται σε αρχαία συγγράμματα, σε Επιτύμβια και ανάγλυφα ονόματα γυναικών που άσκησαν την μαντική υπηρετώντας κάποιο Θεό, αποκαλύπτοντας στους μυημένους την Θεϊκή Γνώση. Φημισμένες, ταγμένες μέσα στην καταχνιά των αρχαιοτάτων χρόνων είναι και οι Σίβυλλες.


Στους Δελφούς ο βράχος της "Σίβυλλας" στο Ιερόν της Γής διατηρούσε την ανάμνηση της Ερωφίλης, πσυ προφήτευε εκεί πριν από τις πρώτες Πυθίες. Άλλη η Ηροφίλη: η αγαπητή της Ήρας, παλαιότατη Σίβυλλα, ιέρεια τσυ Σμινθέως Απόλλωνος (Σμίνθη: πόλη της Τρωάδας) αφού εγκατέλειψε κατά προτροπήν του Θεού την Κύμη της Ευβοίας.
Η Οιδιπόχθη, η Οινώπη, νύμφες, ιέρειες, μάντισσες, ποιος ξέρει,ακόλουθοι του θεού Διονύσου, όπως δηλώνει και το όνομά της. Το πρωτότυπο των Σιβυλλών υπάρχει ήδη μέσα στο Έπος και βεβαίως στο Δράμα. Είναι η παράδοξη μορφή της Τρωαδίτισσας Κασσάνδρας, η μάγισσα Κίρκη αλλά και η Καλυψώ, η Λευκοθέα που με τις μαντείες της βοηθάει τον Οδυσσέα, ως ευεργετική σώτειρα θεά θαλασσία, των Καβείρων.

Mάντισσες-ιέρειες υπήρχαν σ' όλους τους ιερούς μυσταγωγικούς χώρους. Γιατί κάθε κοιλότητα στο έδαφος ήταν στα μάτια των Ελλήνων μία πύλη επικοινωνίας με το υπερπέραν όπως στο Τροφώνιον μαντείον - Περί Τροφωνίου μαντείου σε κάποιο επόμενο κείμενο - .


Μάντισσες, αγαθοδαίμονες ήσαν και οι κόρες του Μάντεως Πρωτέως, όπως η Ειδοθέα, που έσωσε τον Μενέλαο. Γνωστή είναι και η ιστορία της νεαρής Πυθίας Φενιμόης, που πλήρωσε με πρόωρο
θάνατο την φοβερή θεϊκή κατοχή. Αυτά τα μισοποιητικά-μισοϊστορικά επεισόδια της δράσης και της ζωής των εμπνευσμένων αυτών γυναικών, οδήγησαν τον Πλάτωνα στην διαμόρφωση της γνωστής προσωπικότητας της Διοτίμας, ιέρειας της Μαντινείας, προφήτιδος αλλά και διδασκάλισσας του Σωκράτη στην μύησή του προς τον Θεϊκό έρωτα, όπως σκιαγραφείται στο Πλατωνικό "Συμπόσιον".
Η ευσεβής ανάγκη για μύηση, θεραπεία, χρησμούς, θεουργία, συνένωση με το θείον, οδηγούσε τους Έλληνες σε πανελλήνια ιερά όπου ικέτευαν τους θεούς να ικανοποιήσουν κάποια συγκεκριμένη ανάγκη, κυρίως την ανάγκη της ψυχής για επιβεβαίωση της μεταθανάτιας ζωής,
καθώς και την επιβεβαίωση της πίστης των ότι οι θεοί δρούσαν και επενέβαιναν στην ζωή των ατόμων και στις υποθέσεις των πόλεων.
Για τις Σίβυλλες και τους χρησμούς τους δεν μπορούμε παρά ν΄ αναφέρουμε ότι διασώθηκαν δύο συλλογές χρησμών που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ: οι «Σιβυλλικοί χρησμοί» και οι «Χαλδαϊκοί χρησμοί».

 

 Οι Σίβυλλες ήταν γυναίκες οι οποίες, όπως η Κασσάνδρα ή η Δελφική Πυθία, προφήτευαν σε κατάσταση καταληψίας. Δέκα τοποθεσίες στο χώρο της Μεσογείου είναι γνωστές ως κατοικίες των Σιβυλλών, αν και αρχικά φαίνεται ότι ήταν μόνο μία.

συνεχίζετε ..