Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Μελαναιγίδα Διόνυσον



Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)
Alphabetic entry mu, page 387, line 38

<Μενδήσιος>, μένδος ἐλέγετο παρ' Αἰγυπτίοις ὁ τράγος,
 ἐκ τοῦ μένδος, μένδητος, μενδήτιος καὶ μενδήσιος· ἢ ὅτι
 τοπικόν ἐστι, ὡς θαλάσσιος, οὐράνιος.
<Μέλας>, ε
ἰς τὸ λάας.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)
Alphabetic entry pi, page 458, line 25

                                    πέλειαν δὲ ἄλλοι φασὶ
 περιστερᾶς εἶδος, οἷον φάσσαν· ἐτυμολογεῖται παρὰ τὸ
 πέλαν ὃ σημαίνει τὸ μέλας· πέλειαι περιστεραὶ λέγον-
 ται κα
ὶ μαντεῖαι.


Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari
Alphabetic entry alpha, page 43, line 22

Αἰθάλη>· παρὰ τὸ αἴθω, ὅ ἐστι καίω. αἰθάλη δέ ἐστι σπ⌊οδὸς τοῦ πυρός⌋.
 <Αἰθάλη>· παρὰ τὸ αἴθω, τὸ καίω…
⌊<Αἰθιοπία> <Ps. 67, 32>· παρὰ τὸ Αἰθίοψ· τοῦτο παρὰ τὸ αἴθω, τὸ καίω.⌋
 <Αἰθίοψ>· ὁ μέλας· οἱονεὶ ὁ εἰς ὄψιν ὢν θείας δόξης, ἣν ὀπτάνεται <ἐντὸς>
τοῦ ἐν Ἐδὲμ ⟦παραδείσου. τὴν⟧ δὲ διαγωγὴν καὶ τὴν πολιτείαν τῶν Βραγμάνων
κέκτηται, οἵτινές εἰσιν οἱ ἅγιοι μάκαρες· οὐδὲν ὑπάρχει αὐτοῖς ⟦πρὸς διαγωγήν⟧,
ἀλλὰ οὐρανὸς σκέπη, στρωμνὴ ὕλη, τράπεζα ἡ γῆ, ἀκρόδρυα εἰς βρῶσιν αὐτοῖς,
καὶ τρυφὴ ⟦εὐχαὶ καὶ ὕμνοι⟧ ⌊εἰς θεὸν γινόμενοι. ὁ αὐτὸς Αἰθίοψ
περ⌋ισσόχειλος, χαλαστόδοντος, εὐρωστόψυχος, τολμηρὸς ⌊ἐν ψύχει, δειλὸς ἐν καύ-
ματι, ἀνεπιθύμητος πόλ⌋εων, ἐπιθυμητὸς δὲ μᾶλλον καθεύδειν ἐν τῇ ἰδίᾳ γαίᾳ
⌊καὶ ἀπολαύειν τῶν αὐτῆς παγκοσμίων ἀρωμ⌋άτων.  
 <Αἰθίοψ>· οὐχ, ὥς τινες, παρὰ τὸ ⌊ἔχειν τὴν ὄπα μελανήν, ὃ σημαίνει τὴν
φωνὴν ἢ τὸν ὀφθαλμόν· ἀλλ' ὁ ἔχων τὴν ὄψιν καυστικήν. καὶ γράφεται διὰ
τοῦ <ο> μικροῦ⌋.
 {Ὁμήρου} <Αἴθουσαι> <θ 57>· αἱ ὑπὸ τοῦ ἡλίου καταυγαζόμεναι στοαί· παρὰ τὸ
αἴθεσθαι, ὅ ἐστι καίεσθαι καὶ φλέ⟦γεσθαι⟧.
⌊<Αἴθριος>. ἔξω, ὑπὸ τὸν αἰθέρα ἤτοι ἀέρα.⌋
Etymologicum Symeonis, Etymologicum Symeonis (α – ἁμωσγέπως)
Volume 1, page 136, line 15

<αἰθάλειος>· τὰ ἀπὸ τῶν εἰς <λος> βαρυτόνων ὑπὲρ δύο
συλλαβὰς ὄντων μὴ ἐθνικὰ διὰ τῆς <ει> διφθόγγου γράφονται· αἰόλος,
ὁ κατάστικτος, αἰόλειος, ὁ ποικίλος· αἴθαλος αἰθάλειος, σημαίνει
δὲ τὸν καπνόν….
<αἶθος> (Eur. Rhes. 990?)· ἰστέον, ὅτι αἶθος ἐστὶν ὁ
καίων· παρὰ τὸ αἴθω, τὸ καίω, αἰθός δὲ ὁ καιόμενος. οὕτω Φιλό-
ξενος εἰς τὸ Ῥηματικόν Z68. Et. gen. 188.  
<αἰθύσσειν> (Soph. Fr. 542)· ἀνασείειν, ἀνακαίειν
<αἴθω>· τὸ καίω· ἐκ τοῦ δαίω, τὸ καίω, ὑπερβιβασμῷ
αἴδω καὶ τροπῇ τοῦ <δ> εἰς <θ> αἴθω. ἐκ δὲ τοῦ αἴθω γίνεται αἰθός,
ὁ μέγας ἢ μέλας. καὶ αἴθων (Soph. Ai. 222 teste Eust. 357, 14)
ἀνδρεῖος ἢ πολεμικός c 220 Z91. Et. gen. p. 136, 4.
<αἴθινα>· τὰ εὔκαυστα καὶ καύσιμα ξύλα. Et. gen. p.

Scholia In Aeschylum, Scholia in Aeschylum (scholia recentiora)
Play Pr, hypothesis-verse of play 428bis, line 14

                                            βοᾷ δὲ καὶ στενάζει διὰ τοῦτο
ἡ θάλασσα καὶ ὁ βυθὸς καὶ ὁ μέλας τόπος τοῦ Ἅιδου ὑποβρέμει καὶ
ὑποστενάζει, ἢ μετὰ στεναγμοῦ ἦχον ἐμφέρει.

Ενώ υπάρχουν αναφορές για τον ναό του  Διονύσου του Μελαναιγίδος, του Διονύσου εκείνου που φέρει ή κρατά την Μαύρη ΑΙΓΙΔΑ ή φέρει την μαύρη κατ-ΑΙΓΙΔΑ …
 Απατούρια/ Απατουρία είναι η ανάλογη τελετή των Αθηναίων στην οποία εορτάζεται ο προστάτη-θεού της φρατρίας, συνήθως ο Δία Φρατρίου ή της Αθηνάς Φρατρίας καθώς και ο Μελαναιγὶς Διόνυσος.

 Θεωρείτε ότι είναι η εορτή εισόδου των νέων εφήβων στην φρατρία… Εορτάζεται από τις 27-29 Πυανεψιώνος (12-14 Νοεμβρίου) όπου γράφονται τα παιδιά τους στα μητρώα…Η εορτή των νέων κλάδων/υιών με την αιγίδα του Διονύσου, ενώ θεωρούσαν ότι μέχρι τότε οι παίδες δεν είχαν πατέρα – Α-πάτορες και τώρα αποκτούν  αφού έχουν δηλωθεί και αναγνωριστεί και επίσημα πλέον , από τους γονείς-πατέρες τους, ως γνήσια τέκνα τους στην φρατρία !!!


Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 118, line 55

                 Καὶ <ἀπατουρία>, ἑορτὴ ἐπιτελουμένη
τῷ Διονύσῳ τῷ πυανεψιῶνι [μηνί·] ἢ ἐπειδὴ ἐν ταύτῃ
τῇ ἑορτῇ τοὺς γεννωμένους ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ
παῖδας τότε ἐνέγραφον ὀμνύντες οἱ πατέρες, ἦ μὴν
Ἀθηναίους ἐξ αὐτῶν Ἀθηναίων· ἐδόκουν τε οἱ παῖδες
πρὸ τούτου ἀπάτορες ὄντες, τότε πατέρας ἔχειν.


Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter alpha, entry 5842, line 1

<Ἀπατούρια>· ἑορτὴ Ἀθήνησιν ἐπὶ ἡμέρας τέσσαρας, ὧν ἡ
 πρώτη <δορπία> καλεῖται, ἡ δευτέρα <ἀνάῤῥυσις>, ἡ τρίτη
 <κουρεῶτις>, ἡ τετάρτη <ἐπίβδα>

 Pausanias Perieg., Graeciae descriptio
Book 2, chapter 35, section 1, line 2

τὸ δὲ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πόλει. πλη-
σίον δὲ αὐτοῦ Διονύσου ναὸς Μελαναίγιδος· τούτῳ
μουσικῆς ἀγῶνα κατὰ ἔτος ἕκαστον ἄγουσι, καὶ ἁμίλλης
κολύμβου καὶ πλοίων τιθέασιν ἆθλα·

( μέλαιναν αἰγίδα φοροῦσα. )

Suda, Lexicon
Alphabetic letter mu, entry 451, line 3

Μελαναιγὶς Διόνυσος.> καὶ ζήτει ἐν τῷ Ἀπατούρια.
<Μέλαν:> τὸ ἀντιδιαιρούμενον τῷ λευκῷ χρώματι· καὶ ἰδίως, ᾧ
γράφομεν. μέλαν δέ ἐστι χρῶμα συγκριτικὸν ὄψεως, λευκὸν δὲ χρῶμα
διακριτικὸν ὄψεως. καὶ <Μελαναιγίδα Διόνυσον> ἱδρύσαντο ἐκ
τοιαύτης αἰτίας. αἱ τοῦ Ἐλευθῆρος θυγατέρες θεασάμεναι φάσμα τοῦ
Διονύσου ἔχον μελάνην αἰγίδα ἐμέμψαντο· ὁ δὲ ὀργισθεὶς ἐξέμηνεν
αὐτάς. μετὰ ταῦτα ὁ Ἐλευθὴρ ἔλαβε χρησμὸν ἐπὶ παύσει τῆς μανίας
τιμῆσαι Μελαναιγίδα Διόνυσον.

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus rhetoribus et sapientibus multis (Σ<b>) (recensio aucta e cod. Co
Alphabetic entry alpha, page 113, line 15

                   
ἐκ δὲ τούτου ἥ τε ἑορτὴ Ἀπατούρια
 
καὶ Διονύσου Μελαναιγίδος [ἐδομ]ήσαντο βωμόν. 


Scholia In Aeschylum, Scholia in Aeschylum (scholia vetera)
Play Th, hypothesis-epigram-scholion 699k, line 1

μελαναιγὶς] ἡ τὴν μέλαιναν καὶ φοβερὰν αἰγίδα ἔχουσα. ADNaP
μελαναιγὶς] θανατηρά. BH  
μελαναιγὶς] μέλαιναν αἰγίδα φοροῦσα. CQθT
μελαναιγὶς] ἡ μελαίνας καταιγίδας ἐμποιοῦσα. Ξa

Scholia In Aeschylum, Scholia in Aeschylum (scholia vetera)
Play Th, hypothesis-epigram-scholion 700c, line 4

 θT ἡμέτερον· + οὐ χρὴ πρὸς τὸ <εἶσι> τὸ <δόμον> συντάσσειν καὶ σμι-
κρύνειν τὸ μον – οὐ γὰρ ἁρμόζει τῷ μέτρῳ οὕτως – , ἀλλὰ πρὸς τὸ <Ἐριν-
νὺς> καὶ μεγεθύνειν καὶ συντάσσειν οὕτως· ἡ Ἐριννὺς γὰρ τῶν δόμων ἡ
μελαναιγ
ὶς οὐκ εἶσι καὶ ἐπελεύσεταί τινι, ὅταν δέχωνται οἱ θεοὶ θυσίαν ἐκ
χειρ
ῶν αὐτοῦ.

Michael Apostolius Paroemiogr., Collectio paroemiarum
Centuria 3, section 31, line 17

                              ἐκ δὲ τούτου ἥ τε ἑορτὴ Ἀπα-
τούρια καὶ Διονύσου Μελαναιγίδος βωμὸν ἐδομήσαντο.

Suda, Lexicon
Alphabetic letter mu, entry 451, line 3

 καὶ <Μελαναιγίδα Διόνυσον> ἱδρύσαντο ἐκ τοιαύτης αἰτίας.

Suda, Lexicon
Alphabetic letter mu, entry 451, line 7

         μετὰ ταῦτα ὁ Ἐλευθὴρ ἔλαβε χρησμὸν ἐπὶ παύσει τῆς μανίας
τιμῆσαι Μελαναιγίδα Διόνυσον.

Suda, Lexicon
Alphabetic letter alpha, entry 2940, line 14

ἐκ δὲ τούτου ἥ τε ἑορτὴ Ἀπατούρια, καὶ Διονύσου Μελαναιγίδος
ἐδομήσαντο.



Συνεχίζετε

ἕλιξ: νέος κλάδος ps μέλας




Είδαμε σε προηγούμενα κείμενα την σύνδεση της Σεμέλης με τον αιθέρα καθώς και την σύνδεση του Διονύσου ως φυλακισμένου στον αιθέρα από τον Δία για να κατευνάσει την οργή της Ηρας, καθώς και τον μύθο του  Διόνυσου που μεγαλώνει στο Κέρας της Αμάλθειας . Να υπενθυμίσω ότι ως «έσπερος θεός» χαρακτηριζόταν από τους αρχαίους ο Αδης.
Και ότι Εσπέρου Κέρας, ονομάζει ο Πτολεμαίος,  ένα ακρωτήριο της δυτικής Αφρικής.
Και ότι ο πλανήτης της Αφροδίτης όταν αυτός εμφανίζεται μετά τη δύση του Ήλιου (την «εσπέρα»), ονομάζεται και Από-σπεριτης. Ενδεικτικό κείμενο 

Ο Διόνυσος θεωρείτε λατρεμένος θεός και αντιγραφή του μύθου του αιγυπτιακού θεού ‘Οσιρη, στους ‘Ελληνες. O παρ΄ όλιγον καμμένος υιός- θεός που γλυτώνει μέσα από τις στάχτες και την φωτιά. Και είναι ο μοναδικός που θα κρατήσει το σκήπτρο του ιδίου του Διός. Σκήπτρο της απόλυτης εξουσίας του Πατέρα των θεών και των ανθρώπων. Όμως και ο Όσιρης όμως θεωρείτε μελάγχροος, μελας την όψη και «καμμένος»


 Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon
Alphabetic letter alpha, page 68, line 2

Αἰθαλώδης>. σκοτώδης.
<Αἰθήρ>. ὁ ἐν ὕψει ἀὴρ, ὁ ἐπάνω τοῦ ἀέρος, καιό-
 μενος ἐκ τοῦ ἡλίου. παρὰ τὸ αἴθω αἰθήρ. πυ-
 ρώδης γὰρ ὁ τόπος ὁ ὑπεράνω τὸν αἰθέρα. καὶ
 λέγεται θηλυκὸν ὁ αἰθήρ. τὸ παράγωγον αἰ-
 θέριος. καὶ αἰθερία καὶ τῆς αἰθέρος, αἰθερί-
 της. ἀστροειδέα νῶτα διφρεύουσ' αἰθέρος ἱερᾶς….
<Αἰθιοπεύς>. ὁ ἀπὸ Αἰθιοπίας. [ἡ αἰτιατικὴ τῶν
 πληθυντικῶν Αἰθιοπῆας.]
<Αἰθίοψ>. ὁ μέλας.
<Αἶθος>. ὁ ἐκκαύστης· ὁ αἴθων καὶ καίων. παρὰ
 τὸ αἴθω τὸ καίω. [αἰθὸς δὲ ὁ αἰθόμενος καὶ
 καιόμενος.]
<Αἴθωνας>. λαμπροὺς, πυροειδεῖς ἢ καυστικούς.
<Αἴθοπα>. μέλανα, διάπυρον ἢ τὸν ποιοῦντα
 ἐρυθροὺς, ἢ τὸν καυστικὸν, ὡς τό·    – αἴθοπα οἶνον.
 ἡ εὐθεῖα ὁ αἴθοψ.
<Αἴθων>. ὁ βίαιος λιμός. [ἀπὸ τοῦ αἴθωνος ἡλίου  τινός.]
<Αἰθονίδης>. κύριον.
<Αἰθριαίνης· Αἴθριξ>. ὀνόματα κύρια.
[<Αἴθριος>. ὁ ὑπὸ τὸν αἰθέρα.]

Suda, Lexicon
Alphabetic letter alpha iota, entry 126, line 1


<Αἰθεροβατεῖν:> εἰς τὸν αἰθέρα βαίνειν. καὶ ὁ δοκῶν αἰθερο-
βατεῖν καὶ αὐτῆς ἧφθαι τῆς οὐρανίας ἁψῖδος καὶ συμπεριπολεῖν τοῖς
ἄστροις ἠγνόησε τὸ κρεουργηθῆναι, καὶ ὡς μύσος ἐκριφῆναι.
alpha iota.118.1
<Αἴθεσι:> λαμπροῖς.
<Αἴθειν:> καίειν. ὡς δὲ ἐνέβαλεν εἰς τὴν πολεμίαν, παρεκελεύετο
αἴθειν καὶ φθείρειν τὴν χώραν.
<Αἴθη:> ὄνομα θηλείας ἵππου. Ὅμηρος· Αἴθην τὴν Ἀγαμεμνονέην.
<Αἰθήρ:> ὁ ἐν ὕψει ἀήρ, ὁ ἐπάνω τοῦ ἀέρος καιόμενος ἐκ τοῦ
ἡλίου.
<Αἰθὴρ> θηλυκῶς Ὅμηρος· αἰθέρος ἐκ δίης. καὶ Πίνδαρος· φρήμας
δι' αἰθέρος. διότι πυρώδης ὢν οὐ τρέφει. καὶ αὖθις· ἀστεροειδέα
νῶτα διφρεύουσ' αἰθέρος ἱερᾶς…
<Αἰθίοπα σμήχειν:> ἐπὶ τῶν μάτην πονούντων.
<Αἰθιοπεὺς> καὶ <Αἰθιοπῆας.
Αἰθιοπία:> χώρα.
<Αἰθιόπιον:> τῆς Εὐβοίας ἐστὶ χωρίον.
<Αἰθίοψ:> ὁ μέλας. καὶ ζήτει ἐν τῷ ἁπλῷ λόγῳ.
<Αἴθλη:> ἡ Χίος.
<Αἰθόμενος:> καιόμενος.
<Αἴθοπα:> ἀντὶ τοῦ διάπυρον, φλεγμαίνουσαν. ἐν Ἐπιγράμμασι·
μέχρι καὶ αὐτοῦ βλέμματος ἐνστήσας αἴθοπα βασκανίην.
<Αἴθοπος:> διαπύρου. θερμοῦ ἐν ταῖς μάχαις. ὁ δὲ Σοφοκλῆς  
ἐπὶ τοῦ παρακεκινηκότος ἐχρήσατο. οἵαν ἐδήλωσας ἀνδρὸς αἴθοπος
ἀγγελίαν ἄτλατον οὐδὲ φευκτόν.
<Αἶθος:> ὁ ἐκκαύστης.
<Αἰθός:> ὁ καιόμενος….
<Αἴθοψ:> ὁ μέλας.
<Αἴθουσα:> ἡ στοά.
<Αἴθω:> τὸ καίω.

Ενώ ο ‘Οσιρης θεωρείτε κι εκείνος μελάγχροος – δηλαδή μελαχρινός, μαυριδερός ή ο έχων μελανή χροιά/επιδερμίδα.

Plutarchus Biogr., Phil., De Iside et Osiride (351c-384c)
Stephanus page 359, section E, line 4

                          
ἱστοροῦσι γὰρ Αἰγύπτιοι τὸν μὲν
Ἑρμῆν τῷ σώματι γενέσθαι γαλιάγκωνα, τὸν δὲ Τυφῶνα
τῇ χρόᾳ πυρρόν, λευκὸν δὲ τὸν Ὧρον καὶ μελάγχρουν τὸν  
Ὄσιριν, ὡς τῇ φύσει γεγονότας ἀνθρώπους.

Plutarchus Biogr., Phil., De Iside et Osiride (351c-384c)

Stephanus page 364, section B, line 4

 
τὸν δ' Ὄσιριν αὖ πάλιν μελάγχρουν γεγονέναι μυθολογοῦσιν,
ὅτι πᾶν ὕδωρ καὶ γῆν καὶ ἱμάτια καὶ νέφη μελαίνει
μιγνύμενον, καὶ τῶν νέων ὑγρότης ἐνοῦσα παρέχει τὰς
τρίχας μελαίνας, ἡ δὲ πολίωσις οἷον ὠχρίασις ὑπὸ
ξηρότητος ἐπιγίνεται τοῖς παρακμάζουσι.

Eusebius Scr.
Eccl., Theol., Praeparatio evangelica
Book 3, chapter 3, section 16, line 3

       “
Ἱστοροῦσι γὰρ Αἰγύπτιοι τὸν μὲν Ἑρμῆν τῷ σώματι γενέσθαι γα-
λιάγκωνα, τὸν δὲ Τυφῶνα τῇ χροιᾷ πυρρόν, λευκὸν δὲ τὸν Ἄρην καὶ μελάγ-
χρουν τὸν Ὄσιριν, ὡς τῇ φύσει γεγονότας ἀνθρώπους.

Ο Οσιρης όμως λατρεύεται και ως ο Απις ή Σεραπις, και σύμβολο του ο μελανός ταύρος με το λευκό τρίγωνο στο κεφάλι…

Plutarchus Biogr., Phil., De Iside et Osiride (351c-384c)
Stephanus page 362, section B, line 12


ὅτι πρῶτος εἰς Αἴγυπτον ἐξ Ἰνδῶν Διόνυσος ἤγαγε δύο
βοῦς, ὧν ἦν τῷ μὲν Ἆπις ὄνομα τῷ δ' Ὄσιρις· Σάραπις
δ' ὄνομα τοῦ τὸ πᾶν κοσμοῦντός ἐστι παρὰ τὸ σαί-
ρειν, ὃ καλλύνειν τινὲς καὶ κοσμεῖν λέγουσιν.

Herodotus Hist., Historiae
Book 2, section 154, line 1

 
Ὁ δὲ Ἆπις κατὰ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσάν ἐστι Ἔπαφος.

Herodotus Hist., Historiae
Book 3, section 27, line 2

Ἀπιγμένου δὲ Καμβύσεω ἐς Μέμφιν ἐφάνη Αἰγυπτίοισι
ὁ Ἆπις, τὸν Ἕλληνες Ἔπαφον καλέουσι· ἐπιφανέος δὲ
τούτου γενομένου αὐτίκα οἱ Αἰγύπτιοι εἵματά τε ἐφόρεον
τὰ κάλλιστα καὶ ἦσαν ἐν θαλίῃσι.

Herodotus Hist., Historiae
Book 3, section 28, line 5

                                   
Ὁ δὲ Ἆπις οὗτος ὁ
Ἔπαφος γίνεται μόσχος ἐκ βοὸς ἥτις οὐκέτι οἵη τε
γίνεται ἐς γαστέρα ἄλλον βάλλεσθαι γόνον· Αἰγύπτιοι δὲ
λέγουσι σέλας ἐπὶ τὴν βοῦν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατίσχειν καί
μιν ἐκ τούτου τίκτειν τὸν Ἆπιν.

Herodotus Hist., Historiae
Book 3, section 28, line 10

                                       
Ἔχει δὲ ὁ μόσχος οὗτος
ὁ Ἆπις καλεόμενος σημήια τοιάδε, ἐὼν μέλας ἐπὶ μὲν τῷ
μετώπῳ λευκόν τι τρίγωνον, ἐπὶ δὲ τοῦ νώτου αἰετὸν
εἰκασμένον, ἐν δὲ τῇ οὐρῇ τὰς τρίχας διπλάς, ὑπὸ δὲ τῇ
γλώσσῃ κάνθαρον. 


Ο Απις ή Σέραπις είναι ο Θεός Οσιρης . Από  Άσερ-χαπι, δηλαδή ‘Οσιρις-Άπις ή Σάραπις (Σέραπις) που θεωρήθηκε πως ήταν η πλήρης μορφή του Όσιρι και όχι απλώς η ζωική του δύναμη (το Κα ).
Ο ποταμός δε ο Νείλος ονομάζεται και Μέλας
Flavius Arrianus Hist., Phil., Bithynicorum fragmenta
Fragment 61, line 3

<Eustath. ad Dionys.> 222, p. 256, 45.

 Τινὲς δὲ Νεῖ-
λόν φασιν ὠνομάσθαι ἀπὸ Νείλου τινὸς ἀπογόνου Ἄτ-
λαντος, βασιλεύσαντος τῶν ἐκεῖ· ἄλλοι δὲ ὅτι Μέλας
πρότερον καλούμενος μετεκλήθη Νεῖλος ἀπό τινος Νεί-
λου βασιλικοῦ παιδὸς ἐκεῖ ῥίψαντος ἑαυτόν· τινὰς μέν-
τοι ἀπό τινος Νειλασίου κεκλῆσθαι οὕτως αὐτὸν εἰπόντας
οὐκ εὖ λέγοντας ἀπελέγχει ὁ <Ἀρριανός.
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 2, page 310, line 5

(v. 266)
Αἶθοψ δὲ οἶνος ὁ μέλας ἢ ὁ θερμός, ὡς ἐν ἄλλοις εἴρηται.
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Odysseam
Volume 2, page 312, line 11
                                                                                      (Vers. 11.)
Ἰστέον δὲ ὅτι
Λευκάδα μὲν πέτραν ὁ μῦθος πρὸς τῷ Ἅιδῃ πλάττει ἢ κατὰ ἀντίφρασιν, μέλας γὰρ ἐκεῖ σκότος, ἢ καὶ διὰ τοὺς ἐσχάτους τῆς ἐκεῖ γῆς τόπους, οὓς εἰκὸς τὸν ἥλιον ἔτι διαλευκαίνειν δυόμενον.
Η σύνδεση με την Πελοπόννησο και τους εκεί ποταμούς της καθώς ένας είναι και ο Μέλας ως άλλος Νείλος της Πελοποννήσου !!! Και ως Απια ή Απίη και η Πελοπόννησος  από τον μυθικό βασιλέα της τον ‘Απι, πριν την έλευση του Πέλοπα.

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarium in Dionysii periegetae orbis descriptionem
Section 414, line 4
Ὅτι Ἀρκάδες περὶ μέσην τὴν Πελοπόννησον
κοίλην χθόνα ναίουσιν ὑπὸ τὸ ὄρος τὸ Ἐρύμανθον, ἐν
ᾧ κάπροι πολλοὶ, ὅθεν καὶ ὁ Ἐρυμάνθιος κάπρος, ὃν
ἔκτανεν Ἡρακλῆς· ἔνθα Μέλας καὶ Κρᾶθις καὶ Λάδων
ῥέουσιν.


Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidem (scholia vetera)
Vita-argumentum-scholion sch Ph, section 651, line 8

<κισσὸς ὃν περιστεφής>: ὁ πανταχόθεν αὐτὸν στέψας. τοῦ
γὰρ οἴκου κεραυνωθέντος ἐξήμβλωσεν αὐτὸν ἡ μήτηρ φοβηθεῖσα, κισσὸς
δὲ περιέλιξεν:  – MTAB
<ἄλλως>: ὅντινα, Διόνυσον, κισσὸς ἔξωθεν περιπλακεὶς ἔτι βρέφος
ὄντα κατὰ τοῦ νώτου ἐκάλυψεν. ἱστορεῖ γὰρ Μνασέας [frg. 18] ὅτι τῶν
Καδμείων βασιλείων κεραυνωθέντων κισσὸς περὶ τοὺς κίονας φυεὶς ἐκά-
λυψεν αὐτὸν, ὅπως μὴ αὐθημερὸν καὶ ἐν μηδενὶ τὸ βρέφος διαφθαρῇ
 [καλυφθέν κισσῷ]· διὸ καὶ περικιόνιος ὁ θεὸς ἐκλήθη παρὰ Θηβαίοις:  –  
MTAB

Όμως δεν φτάνουν οι παραπάνω αναφορές, όπου ο θεός καλύπτετε από τον κισσό που καλύπτει, όχι μόνο τους κίονες, αλλά και τον ίδιο για να μην καταστραφεί ή αφανισθεί ο νέος ΥΙΟΣ , κι έτσι ονομάζεται και Περικιόνιος από τους Θηβαίους,  Μπορούμε να συνδέσουμε την ΕΛΙΞ/ΚΑ και με τις έλικες του κισσού αλλά και του αμπελιού καθως και  με την παρακάτω παραπομπή, εξάλλου ο νέος κλάδος συχνά εννοείτε ως ο Υιός που «φυτρώνει» φύεται εκ του πατρός, ο καρπός και ο σπόρος που αναδύεται.  Γι αυτό και στις Βάκχες αλλά και στα σχόλια του Ευριπίδη, οι ‘Ελικες, τα νεαρά βλαστάρια  περικυκλώνουν και σώζουν τον υιό από την φωτιά αλλά με την παρουσία τους δηλώνουν ταυτόχρονα και την γέννηση του Νέου Κλάδου/Υιού.

Euripides Trag., Bacchae
Line 12
ὁρῶ δὲ μητρὸς μνῆμα τῆς κεραυνίας
 τόδ' ἐγγὺς οἴκων καὶ δόμων ἐρείπια
 τυφόμενα Δίου πυρὸς ἔτι ζῶσαν φλόγα,
 ἀθάνατον Ἥρας μητέρ' εἰς ἐμὴν ὕβριν.
 αἰνῶ δὲ Κάδμον, ἄβατον ὃς πέδον τόδε
 τίθησι, θυγατρὸς σηκόν· ἀμπέλου δέ νιν
 πέριξ ἐγὼ 'κάλυψα βοτρυώδει χλόηι.

Και της κεραυνοσκοτωμένης μου της μάνας
 βλέπω το μνήμα, εδώ κοντά στου παλατιού της
τα γκρεμισμένα αποκαΐδια, που καπνίζουν ακόμα,
από την άσβηστη του Δία φλόγα,
-σημάδι αιώνιο οργής στη μάνα μου απ΄ την Ηρα_
Μα εύγε στον Κάδμο που έκαμε σ΄ αυτόν τον τόπο
Ιερό στην κόρη του, κι απάτητο να ΄ ναι
Κι εγώ τον έζωσα χλωρά αμπελιού βλαστάρια …
Ενώ κόρυμβοι λέγονται και οι βοτρυώδεις καρποί του κισσού

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarium in Dionysii periegetae orbis descriptionem
Section 566, line 19

 
Κόρυμβοι δὲ νῦν οἱ βοτρυώδεις λέγονται καρποὶ τοῦ κισσοῦ.
Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter epsilon, entry 2098, line 1

<ἕλιξ>· νέος κλάδος ps μέλας.

<ἕλικας βοῦς>· ἤτοι ἀπὸ τῶν κεράτων, ἢ ἀπὸ τῶν ποδῶν
 ἑλικοειδεῖς. <ἑλικὸν> γὰρ τὸ συνεστραμμένον (Φ 448)
<ἑλικοί>· οἱ ἀσφοδελοί
<ἑλικόν>· ὀρθόν. καὶ ⌊μέλαν r περιφερές
<ἕλικος βοὸς ἀμφὶ φονῆισι>· περὶ βοὸς φόνοις ἐκκειμένης
Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter epsilon, entry 2098, line 1

<ἕλιξ>· νέος κλάδος ps μέλας. καὶ ὁ αἰγίλωψ. καὶ ἡ κατάγραφος
 καὶ ἡ ἀναγλυφὴ παρὰ τοῖς ἀρχιτέκτοσι. [καὶ ὁ καρπός]. καὶ
 ψέλιον. καὶ τοῦ ὠτὸς ἡ περιοχή. καὶ δεσμός τις. ἢ τύλιγμα.
 ἢ †παράκλησις
*<ἑλιξάμενος>· ἐπιστραφείς (Μ 408) An
<ἑλίξας>· πλέξας. ⌊κάμψας S, στρέψας (Ψ 466)
<ἑλιξόκερως>· στρεβλόκερως...
<πέρκανα>· τὰ ἱστοῦ περιπλέγματα
<περκνόν>· μελανόν. ποικίλον
<περκνός>· γλαυκός. μέλας. καὶ τὰ ὅμοια


συνεχίζετε ...