Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Αργοπεθαίνει όποιος .../ Pablo Neruda


’Eνα επίκαιρο ποίημα του μεγάλου Ποιητή του Πάμπλο Νερούντα

«Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν
αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο "ι" αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον ερωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για την τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας»

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Ωστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας; : ένα ποίημα / του Τσαρλς Μπουκόφκι

’Ωστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας; Aν δεν ξεχύνεται από μέσα σου ενάντια σ’ ολα τ΄αλλα, μην το κάνεις. Αν δεν έρχεται, χωρίς καν να το ζητήσεις απο την καρδιά σου και το μυαλό σου και το στόμα σου και τα σπλάχνα σου, μην το κάνεις. Αν χρειάζεται να κάτσεις για ώρες κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή σου ή να καμπουριάζεις πάνω απο την γραφομηχανή σου ψάχνοντας για τις λέξεις μην το κάνεις. Αν το κάνεις για τα λεφτά ή τη δόξα, μην το κάνεις Αν το κάνεις γιατι θέλεις γυναίκες στο κρεβάτι σου, μην το κάνεις. Αν χρειάζεται να κάθεσαι και να γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια, μην το κάνεις. Αν σου ειναι δύσκολο και μονο να σκέφτεσαι οτι θα το κάνεις, μην το κάνεις. Αν προσπαθείς να γράψεις σαν κάποιον άλλο καλύτερα ξέχνα το. Αν χρειάζεται να περιμενεις μέχρι να ουρλιάξεις απο μέσα σου, τότε περίμενε υπομονετικά, κι αν δεν ουρλιάξεις ποτέ απο μέσα σου, κάνε κάτι άλλο. Αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στην γυναίκα σου, στην φιλενάδα σου ή στον φίλο σου ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε, τότε δεν είσαι έτοιμος. Μην είσαι σαν τόσους άλλους συγγραφείς, μην εισαι σαν τόσες άλλες χιλιάδες ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς, μην είσαι πληκτικός και βαρετός και ξιπασμένος, μην κατατρώγεσαι απο την αυτολατρεία σου. Οι βιβλιοθήκες του κόσμου χασμουριούνται απο την νύστα μπροστά στο είδος αυτό. Μην το κάνεις αν δεν βγαίνει απο την ψυχή σου σαν ρουκέτα, αν το να μεινεις ήσυχος δεν σου φέρνει τρέλα ή την αυτοκτονία ή τον φόνο, μην το κάνεις. Αν ο μέσα σου ήλιος δεν σου καίει τα σπλάχνα, μην το κάνεις Όταν θα’ ναι στ΄αλήθεια η ώρα, και αν είσαι ο εκλεκτός, θα συμβεί από μόνο του και θα συνεχίσει να συμβαίνει μέχρι που θα πεθάνεις ή που θα πεθάνει μέσα σου αυτό. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος και ποτέ δεν υπήρξε.

Το χρήμα και η θεοποίησή του / Μίκη Θεοδωράκη



Από το resaltomag.gr

(Μερικές επίκαιρες, αισιόδοξες θέσεις του Μίκη Θεοδωράκη)

Με κάποιες αγωνιώδεις ερωτήσεις που μου θέτουν πολλοί φίλοι, φοβάμαι ότι όλοι έχουμε «μολυνθεί» από τον ιό της απελπισίας, με τον οποίο προσπαθούν εδώ και καιρό κάποιοι γνωστοί-άγνωστοι σκοτεινοί κύκλοι να κάνουν το λαό μας να χάσει την εμπιστοσύνη του στους πάντες και τα πάντα ξεκινώντας από τους πολιτικούς και το κράτος και φτάνοντας ως τον ίδιο τον εαυτό του.

Έχω τελείως διαφορετική άποψη, ειδικά για τη θέση και την κατάσταση της χώρας και του λαού μας, αν λάβουμε υπ' όψιν από πού ξεκινήσαμε και πού φτάσαμε μέσα σε πενήντα μονάχα χρόνια.

Για όσους γνώρισαν την Ελλάδα του ΄30, του ΄40 και του ΄50, η διαφορά είναι όση της νύχτας από τη μέρα. Κι αυτό χάρη κυρίως στην αντοχή, τη δύναμη, την εργατικότητα και τις προσπάθειες του ελληνικού λαού.

Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι τα μεγαλύτερα δεινά ήταν … εισαγόμενα. Δυστυχώς η μοίρα της χώρας μας σφραγίστηκε από τα «ενδιαφέροντα» των ισχυρών, που από την πρώτη στιγμή της επανάστασης του ΄21 έως σήμερα, δεν μας αφήνουν ούτε μια ώρα ησυχίας, να κοιτάξουμε μόνοι μας ελεύθεροι και αδέσμευτοι τη ζωή μας.

Έτσι και σήμερα είμαι βέβαιος ότι το 90% των όσων αρνητικών φαινομένων συγκλονίζουν τον τόπο μας, προέρχονται από ξένα κέντρα και τα εγχώρια όργανά τους, για να αποπροσανατολίσουν και να παραλύσουν τον λαό μας, να τον διαιρέσουν και να τον εκβαρβαρίσουν, να τον καταστήσουν άβουλο υποχείριο στα στρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα.

Και δέχομαι να εκτεθώ λέγοντας ότι πίσω ακόμα και από τις πυρκαγιές και φυσικά απ' τους κάθε λογής «κουκουλοφόρους» που καταστρέφουν περιουσίες, διαλύουν την Παιδεία και σπέρνουν την αμφιβολία και τον φόβο, κρύβεται βασικά το μένος της υπερδύναμης, γιατί η κυβέρνηση της χώρας μας είχε το θάρρος να πει ΟΧΙ στις εντολές της για την Κύπρο, τα Σκόπια και τις οικονομικές σχέσεις με την Ρωσία και την Κίνα.

Μας τιμωρούν! Όχι μόνο την Πολιτεία αλλά και τον ίδιο τον λαό, για την αντίθεσή του στα εγκλήματα που έγιναν στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Γάζα. Μας τιμωρούν, όπως συνέβη τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν. Και όπως έγινε και τότε, έτσι και τώρα μας διαιρούν για να περάσουν ευκολότερα τα σχέδιά τους.

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε την πλήρη ευθυγράμμιση ορισμένων ολιγαρχικών κύκλων με τις ξένες επιταγές, που έχοντας υπό τον πλήρη τους έλεγχο τα ΜΜΕ και σημαντικά τμήματα από πολιτικές δυνάμεις, έχουν αποδυθεί σε έναν άνευ προηγουμένου αγώνα πλύσης εγκεφάλου του ελληνικού λαού με κύριο στόχο όπως είπαμε να τον απογοητεύσουν, να τον αποπροσανατολίσουν και να εξουδετερώσουν κάθε θετικό στοιχείο που υπάρχει μέσα του, ώστε να τον μετατρέψουν σε άβουλο όργανο στα σχέδιά τους.

Αν μελετήσουμε την ιστορία μας, θα διαπιστώσουμε ότι, πάντοτε, πριν επιβάλουν οι «προστάτες» μας οποιαδήποτε ανώμαλη λύση, είχαν, προηγουμένως, συστηματικά κατασκευάσει και επιβάλει, παντοιοτρόπως, την ίδια ακριβώς, σημερινή, μαύρη απελπισία μας, πάντοτε, βέβαια,με την κύρια ευθύνη ανίκανων πολιτευτών και εύπιστων οπαδών και τη φανερή συνεργασία των εξαρτημένων Μ.Μ.Ε.

Ανήκω κι εγώ στην σιωπηλή πλειοψηφία των Ελλήνων, που κάτω από την επιφάνεια της λαμπερής αλλά δηλητηριώδους βιτρίνας που σκεπάζει τη χώρα μας, εργάζονται, μοχθούν, προοδεύουν, ελπίζουν και ονειρεύονται ένα μέλλον καλύτερο. Γνωρίζουμε ότι παρά τις δυσκολίες, τα επιτεύγματα που έγιναν στη χώρα μας,ευτυχώς, μάς επιτρέπουν να διαφυλάξουμε τις κατακτήσεις μας, να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες και να εξαπλώσουμε την κοινωνία της αλληλεγγύης που είναι προϋπόθεση για τον εξανθρωπισμό της ζωής μας.
Ποια είναι όμως τα βασικά εμπόδια;

Οι κάθε είδους εξουσίες, οικονομικές, μιντιακές, πολιτικές και ξενόφερτες που μας διαιρούν, μας αγχώνουν και μας διαλύουν πνευματικά, ψυχικά και βιολογικά. Έτσι όλες αυτές οι στρατιές των τίμιων εργαζόμενων, επιστημόνων, διανοουμένων, εργατών, υπαλλήλων, αγροτών, που με το ταλέντο, την αξία και τη συνεχή προσπάθειά τους γυρίζουν καθημερινά τον τροχό της ζωής, παράγοντας τον πλούτο της χώρας, παραμένουν στο σκοτάδι της αφάνειας, μιας και σήμερα μας διαφεντεύουν τα κάθε είδους παράσιτα, που όχι μόνο δεν προσφέρουν αλλά αντίθετα προσπαθούν με κάθε τρόπο να μας πάνε πίσω.

Και κοντά στα δικά μας στραβά και ανάποδα, μάς ήρθε και η διεθνής οικονομική κρίση, για να μας εξουθενώσει.
Πρόκειται για μια ξένη εισβολή χειρότερη ίσως από στρατιωτική. Τι έκαναν οι Έλληνες στο παρελθόν σε παρόμοιες περιπτώσεις; Ας θυμηθούμε την Αλβανία. Ας θυμηθούμε την Κρήτη. Και ποιοι άραγε είναι αυτοί που και σήμερα εμποδίζουν την εθνική ομοψυχία; Αυτοί που πιστεύουν, υπηρετούν και πατούν επί πτωμάτων, δοξάζοντας και προσκυνώντας τον ένα και μοναδικό Θεό τους: ΤΟ ΧΡΗΜΑ..

Και, με οποιοδήποτε βίαιο ή «γοητευτικό» μέσο, μας αναγκάζουν να το δοξάζουμε και να το προσκυνούμε και εμείς… Διαβάζουμε ότι 100, 200, 300 δισεκατομμύρια δολλάρια έφυγαν από μια βιομηχανία που άφησε πίσω της χιλιάδες άνεργους που τρώνε σε συσσίτιο. Έφυγε! Και πού πήγε; Εγώ πάντως δεν καταλαβαίνω τίποτα. Μονάχα ένα: ότι ήρθε ο καιρός να απαλλαγούμε από την λατρεία-θεοποίηση του χρήματος. Και να αναζητήσουμε την κοινωνία της αλληλεγγύης.

Πώς; Πότε; Ποιοι; Δεν ξέρω..Είμαι βέβαιος όμως ότι θα βρεθούν. Αλλοιώς μας περιμένει το απόλυτο χάος.

Όσο για την Ελλάδα, έχει συσσωρευμένο πολιτισμό (κάθε είδους), ικανό να «θρέψει» δέκα γενιές. Εκείνο που μας λείπει είναι η Παιδεία, η αυτοεκτίμηση και η γνώση και προβολή του κάθε καλού και της κάθε αξίας που διαθέτει η χώρα μας. Και ας μην ξεχνάμε ότι κυριαρχούν δυστυχώς δυνάμεις που συστηματικά μποϋκοτάρουν ο,τιδήποτε είναι ελληνικό. Ιδιαίτερα στους ευαίσθητους τομείς της Ιστορίας του Πνεύματος και της Τέχνης.

Αρχής γενομένης από την ίδια την Πολιτεία, που αγνοεί -αν δεν περιφρονεί- κάθε ελληνικό στοιχείο είτε είναι ιστορική παράδοση (ιδιαίτερα πολιτιστική) είτε ατομική δημιουργία στους τομείς της επιστήμης ή -προ παντός-του Πνεύματος και της Τέχνης. Αυτό φαίνεται εξ άλλου από τις κρατικές δαπάνες που δίδονται κάθε χρόνο από τους ίδιους, στους ίδιους..Αυτό το αλισβερίσι, υπήρξε έργο της ελληνικής ολιγαρχίας απʼ τις αρχές του αιώνα μας και συνεχίζεται από όλες τις Κυβερνήσεις όλων των παρατάξεων.

Τώρα δε μετά τον Κίσσινγκερ που διέταξε από το 1974: «Καταστρέψτε το σύγχρονο ζωντανό ελληνικό πολιτισμό», τα χιλιάδες «αμερικανάκια», τα τοποθετημένα σε θέσεις κλειδιά (ραδιόφωνο, τηλεόραση και τα ελεγχόμενα από το Κράτος και τους ολιγάρχες ιδρύματα) έχουν φιμώσει από καιρό όλες τις δημιουργικές φωνές που δεν εννοούν να υποταχτούν στον ψυχοφθόρο,ξενόφερτο,καταναλωτικό αμοραλισμό της εποχής μας..


Μίκης Θεοδωράκης - 21.9.09

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

Θησαυρός Μακεδόνων / Mηνάς Ι. Δόγας



ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ - ΑΛΛ' Ω ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΕΣΤΙ ΜΕΝ ΟΥΝ ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. ΟΙ ΒΑΡΔΑΡΙΤΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ / ΜΗΝΑ Ι. ΔΟΓΑ








http://makedonia.e-e-e.gr/assets/thisavros_makedonon.pdf

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Κραυγή για τη γυναίκα / Παύλου Κυράγγελου

Καταλήγουμε πάντα σ' ενα ερωτηματικό. Άραγε η Λέξη, η ελεύθερη Λέξη, πού εκφράζει την απώτερη επιθυμία, και που θα φύγη απ' το στόμα μας, θα 'ναι για Εκείνη, για μία (πρόσωπο ή απρόσωπη, ιδανικό) Εκείνη; Τόσες αγωνίες, αμφιβολίες, αναζητήσεις (τα φωνήεντα της Λέξης), δημιουργίες (τα σύμφωνα της Λέξης, θα συγκροτήσουν, μετά το πέρασμα του Χρόνου, (στο γοργό, αναπολητικό ξαναγύρισμα του νου στα περασμένα) μια Λέξη (αναγνώριση της επιθυμίας) αφιερωμένη σ' Εκείνη, σε μία (πρόσωπο ή απρόσωπη, ιδανικό) Εκείνη; 'Ή σε κάποια άλλη αξία;


Αθέτηση

α’
Στάθηκα στην άκρη της λίμνης του παρελθόντος,
περιμένοντας το φθινόπωρο.
Στήν άκρη της όχθης αναμνήσεις φυτρωμένες
σκιές μπροστά στην νοσταλγία παρελαύνουν.
Στέκω ορθός δίπλα στην κίνηση,
άγαλμ' αναίσθητο, αφογκραζόμενο
υποήχους παιάνων.
Σέ μία γλώσσα, πού δεν εννοώ,
μια άνοιξη, αγνότατη γιά τον κόσμο τον δικό μου, φλυαρεί.
Πέταξαν πέρ' απ' τον ορίζοντα θελήσεις
— δάκρυ δεν χύθηκε.
Εμενα πάντα δίπλα τους'
κανείς δεν στάθηκε κοντά μου.
Ετσι δεν μάντεψαν το τί ψιθύρισα
ποτέ δεν θα με μεταφράσουν,
(Ήταν η σιωπή μου μία φλυαρία,
τόσο ξενόγλωσση).
Τις τελευταίες χάραξα της απομόνωσης κολώνες
πάνω στα χρώματα των λουλουδιών
αδύνατο να τα αγγίξω.
Με μία βακτηρία μαγεμένη
περνώ ανάμεσα τους αγευστα.
Ούτ’ ένα αγγισμα δεν μου 'δωσαν,
ούτ' ένα πέταλο τους δέν αιστάνθηκα.
Με πληγωμένα όνειρα
απομακρύνθηκα από τη λίμνη
(αυτό σημαίνει: μ' απομάκρυναν
το φθινόπωρο, πού ’ρθε παντοδύναμο,
στολή κίτρινων φύλλων μου επέβαλε).
Στου ήλιου τις αχτίνες
το ύστατο ζωντάνιας βλέμμα αφιέρωσα.
Έπειτα πάτησα το πρώτο σκαλοπάτι
(Η "κλίμαξ της καθόδου")...

β'·
Θυμάμαι... τις πρώτες προφητείες μου,
χαρισμένες στο Χάροντα.
Τότε Εκείνη ήταν Λέξη.
Μιλούσα για τις γκρεμισμένες τις στοές,
για τα ερείπια, για την ψυχρή του σκοταδιού σελήνη.
Στης χαραυγής έπεφτα τις εκστάσεις,
βουνά πορείας πρωταντίκρυζα,
τη λίμνη ακόμα δεν την εβλεπα.
Άνοιγ' έπειτα ο ορίζοντας,
πουλιά καινούργιο έφερνε, με τις φτερούγες τους μεγάλες·
ήτανε νοτισμένες άπ' τη λίμνη,
Τότε διόρθωνα τις προφητείες μου,
με ήλιο τις πλαισίωνα,
τις έπαιρνα από το Χάροντα.
Μιλούσα τώρα για τα στάχυα
— έμοιαζαν τόσο με τη λίμνη,
με τα κύματα —
και τα πουλιά, που έρχονταν, τα πρόσεχα.
Στίς προφητείες μου προσάρμοσα την κίνηση τους,
για τους καρπους των δέντρων μίλησα
και για τα βήματα στην αμμουδιά.
Τότε Εκείνη ήταν Σκέψη.
Εσκέφτηκα πάλι τη λίμνη — μ' απομάκρυνση
σε μία προσμονής αδυναμία την εσυνειδητοποίησα
και την ωνόμασα θάλασσα.
Πάνω, στη θάλασσα τις προφητείες μου άπλωσα,
τις έντυσα αρμύρα,
με φύκια τις πλαισίωσα
και επροφήτεψα τα κύματα,
προφήτεψα τα ψάρια.
όλη τη σαγήνη της υποβρύχιας ζωής.
Για τη λίμνη δεν έκλαψα,
που την είχανε φτιάξει τα ποτάμια,
η θάλασσα μου αρκούσε.
Εκείνη ήταν πλέον Θέληση.
Η γλωσσά μου όμως απόμεινε λιμνιώτικη,
στη διάλεκτο της θάλασσας θα ελεγόταν
θα 'τανε — Εκείνη — Πόθος)

γ’
Τώρα οι προφήτες έφυγαν.
Το τελευταίο επεισόδιο
ήταν η απομάκρυνση του απ' τη θάλασσα
(αυτό σημαίνει: μ' απομάκρυναν).
Χρωμάτισαν με γη τις προφητείες μου,
τις φέραν πάνω σ' έξοχες δενδρόσπαρτες,
βατόμουρα γεμάτες και εληές.
Θυμήθηκα τις προφητείες μου για τα στάχυα,
για τα πουλιά και τους καρπούς των δέντρων
- τότε, που Εκείνη ήταν Σκέψη.
Τώρα δεν προφητεύω,
οι ώρες μου, πεζές, μένουν μέσα σε συλλογές καρπών
απλές.
λείψαν τ' ανθίσματα.
Εκείνη τώρα είν Καρπός.
Αυτό ήταν το τελευταίο επεισόδιο
— έφυγαν οι προφήτες τώρα.

δ'.
Εδώ μ' απαρνηθήκανε κι οι λέξεις,
απόμεινα με λίγα αδύναμα φωνήεντα,
κανένα σύμφωνο ή φθόγγος ισχυρός.
Στα όνειρα πέρασαν όλοι οί καρποί. . .
Στής δύναμης απάνω τα ερείπια έχτισα μιαν ανάμνηση
— όταν θα έρθη το φθινόπωρο ένα τουλάχιστ' όρθιο θα
υπάρχει,
κάτι, για να το αντιμετωπίση, όρθιο.
Τις προφητείες μου, αρχαίες, θα του δείξω
και θα του αποδείξω πώς δεν είμαι ηττημένος :
της άνοιξης τη λίμνη δεν την έχασα,
γιατί δεν πρόλαβε να μου την πάρη :
δεν βρέθηκα ποτέ ανάμεσα στίς καλαμιές της.
Τις απουσίες μόνο απαρίθμησα,
που συγκροτήσανε την αγνοία μου σχετικά μ' αυτήν,
και τις συμμάζεψα με χέρι στοργικό
— θα 'ναι προσκέφαλο παρηγοριάς.

ε'.
Την τράβηξα πολύ προτού εμφανισθή
του φθινοπώρου τη φωτογραφία.
Για ένα προφήτη
ήτανε κάτι εύκολο.
Μπροστά του πήγαινε κάποιου Όνείρου το ξεθώριασμα
— ήταν Εκείνη.
Πρώτη φορά προφήτευα με μιαν εικόνα
— οι λέξεις μ' είχανε απαρνηθή.
Αλλά παρίστανε κάτι από το Παρελθόν :
τότε κατάλαβα πώς δεν ήμουνα πια προφήτης,
τότε εννόησα πώς επιστρέψανε στο Χάροντα οι προφητείες
μου.
Και ήξερα, ΄Εκείνη ήταν πλέον μόνον Όνομα.

ς’
Αναλογίζομαι μιαν αναγέννηση.
Είναι λίγος καιρός, που εγκατέλειψα το πρώτο φέρετρο·
μ' άφησε λέφτερο,
μόνο τις προφητείες μου εκράτησε
— πιστεύω, για τροφή.
Στή λίμνη δίπλα μ' έβαλε
— στη λίμνη, επιτέλους.
Αλλά δεν ήμουν πια προφήτης,
και το φθινόπωρο είχε προηγηθή.
Τί να την κάνης πια τη λίμνη,
όταν έχη περάσει το φθινόπωρο;
Γι' αυτό εσύναζα τις πέντε τελευταίες σκέψεις μου,
μαζί τους στάθηκα στήν άκρη της λίμνης του παρελθόντος
περιμένοντας το φθινόπωρο;
Όχι, είχε περάσει.
Κάποιος προφήτης το αντιμετώπισε,
μόλις πλησίασε.
Η δύναμή του εκρεμόταν στο συλλογισμό
ότι ή λίμνη ήτανε δική του,
πώς το φθινόπωρο δεν την εκέρδισε
(δεν την εκέρδισ' απ' αυτόν,
γιατί ποτέ δεν του την είχε δώσει).
Μα το φθινόπωρο επέρασε
-— επέρασε κυρίαρχο,
δεν ξέρω πια ο θαρραλέος ποιος ήταν προφήτης
(ήταν το μόνο όρθιο κάτι, το φθινόπωρο που πρόσμενε,
με μίσος)
Τώρα με πέντε λέξεις παίζω μέσ' στη χούφτα μου •
— πέντε πιστές ξαναγυρίσαν λέξεις —
τη Λέξη και τη Σκέψη της, τη Θέληση της, τον Καρπό
της, τ' Όνειρο.
Τις πέντε λέξεις τις πιστές μου τις ωνόμασα
(μια μνήμη τα ονόματά τους υπαγόρεψε απρόσωπη),
αλλά το ξέρα, κι ας μην είμαι πια προφήτης,
πώς, και οι πέντε τους μαζί, θα χτίσουνε την ίδια πρόταση.

ζ'.
Έχαοα το συλλογισμό μου.
Στο κουρασμένο μου μυαλό μονάχα μία πρόταση
αναδεύεται,
τη φτιάνουν πέντε λέξεις.
Δεν πίστεψα ποτέ στην πίστη τους,
κι όμως μονάχα τούτες τώρα μου απόμειναν.
Λοιπόν, σ' αυτή τη λίμνη δίπλα κάθισα πολύ.
Ας φύγω από δίπλα της, μιλώ μια γλώσσα άγνωστη της.

η’
Ποτέ μου τόσο δεν περπάτησα.
Μα πόσος τάχα δρόμος για το φώς χρειάζεται;
Περπάτησα πολύ.
Με μια επίσκεψη σε κάποιο φέρετρο άρχισα παληό.
Κάτι παληές, πάνω του ξεχασμένες προφητείες, μου
μίλησαν.
Τις κύτταξα ενωχλημένος, αλλά μου μιλήσανε.
Μου μίλησαν για της φωνής την αναζήτηση. ·
Ηταν η τελευταία λέξη τους.
Τότε τη σημασία εκατάλαβα της λέξης.
Ήξερα πια πώς μέσ' στα σύμφωνά της ήτανε Εκείνη.
Η Λέξη δεν ήταν Εκείνη.
Έτσι εξαναγύρισα στην αναζήτηση,
Στό κλείσιμο του κύκλου μου
(του κύκλου της),
ήξερα :
η προφορά της η ορθή δεν ήταν
ότι 'Εκείνη ήτανε η Λέξη
— και έπειτα η Σκέψη,
μα πώς ή Σκέψη
— και έπειτα ή Λέξη —
δεν ήτανε Εκείνη.
Και πάλι σε γη άγνωστη η άκρη ακούμπησε της
βακτηρίας.
(Εκει, που δεν εσίμωσα,
πάντα θα εμένα
— αλλά είχα σιμώσει αρκετά;)



Αθέτηση

Μαζί,
σ’ ένα χορό αντιφατικών παρορμήσεων,
με χέρια, που ψηφίζουνε την ένωση,
και όμως απομακρυσμένα,
σ’ ένα τοπίο με θαμπό ορίζοντα,
με απροσδιόριστη βούληση,
καραδοκώντας αόριστα
για τη δημιουργία «εντίμου προσδοκίας».
Σταφύλια σε τσαμπιά αφυδατωμένα,
— χωρίς ελπίδα προσευχή —
στην αναπόληση του χυμού τους,
τρυγημένου απ’ τα σερσέγκια,
μια εικόνα πικρής εμπειρίας
σε δακρυσμένη ατμόσφαιρα αναζητήσεως
καταλήγει σε στυφή διαπίστωση,
αναπάντητη αίτηση για έλεος.
Κάποιο σόφισμα για αιτιολόγηση,
κάποια αναγνώριση της παρέκκλισης,
κάποιο σημείο στήριξης,
κάποια νομική θεμελίωση της παρανομίας.
Με μια απελπισμένη φορά,
«σκέψις αλλόφρων», αναμαλλιασμένη,
στη γοργή καταδίωξη των Εριννύων
ζητάει κάποια συμπαράσταση, που δεν ελπίζει,
κομματιασμένη απ’ τον πόνο,
ταπεινωμένη απ’ το γλύστρημα.
Σύνθεση θαμπών εικόνων,
ομίχλη,
μια ταραγμένη διάθεση,
χέρια με ντροπιασμένη θωπεία,
από μια ηθική, πού δεν συμπάθησαν,
κι από μια αδικία, πού αναγνώρισαν,
στο πλαίσιο της ανοδικής προσπάθειας
από σχεδιαστές με σπασμένα φτερά,
σε μια σκοτεινή, φαύλη δίνη,
από λασπωμένο δάκρυ
στο περιθώριο της τιμής.
Χειροπέδες «υπό βούλησιν»
προσκυνούν την αγνότητα
με αναγνώριση της ανωτερότητας,
δοσμένη απο μια κατωτερότητα
πληγωμένη απ’ το λήθαργο της εντιμότητας της.
Τελευταία λέξη
ξανά γι αγάπη της μιλάει·
και είναι ειλικρίνεια,
όλος συντριβή
ψελλίζει την ομολογία αφοσιώσεως,
συνθήκη δίχως όρους :
ανάγει σε λατρεία
αυτήν μόνη. ...
Αναμφισβήτητα είχε υπάρξει απάτη.



Ζητιάνοι της αυγής

Εκείνο το απόγευμα
στους ζητιάνους της αυγής
μοίρασαν βράδυ.
Η χρυσοποίκιλτη αμαξά
πέρασε βιαστικά
μέσα στο φτωχικό σοκκάκι
και πιτσίλισε τα ράκη
της προσδοκίας.
Οι ζητιάνοι περιορίστηκαν
να κυττάζουν τα ίχνη απο τις ρόδες της αμαξάς,
πού ξεμάκρυνε.
Χωρίς σχόλια, με ψιχία στ' ανόρεχτα δάχτυλα.



Αντιθετικό ζεύγος

Την είδε κάποτε.
Του φάνηκε αιθέρια
κι έτσι την αποζήτησ’ ή καρδιά του.
Μετά εγιν' ή πράξη
και το φως ήρθε και κατοίκησε στη γη.
Κάποτ' εκείνη ζήτησε την τυποποίηση.
Τότε τα μάτια του βάφτηκαν μ' άλλο χρώμα·
και του φάνηκε άσχημη.



Κολλάζ

Αμυδρόθωρος πίνακας
συγκεχυμένης εικόνας
της αναπαράστασης.
Κομμάτια απο νύχτες
πάνω σ’ αστρόσκονη,
σπασμένα φώτα,
τεμαχισμένα βράδυα,
θραύσματα καρδιάς
και οί βαλσαμωμένοι χτύποι της
πάνω σ' ένα σταματημένο χρονοδείχτη.
Θολή αναζήτηση
αποκεφαλισμένου προσανατολισμού
βρίσκει στεγνή τη στάχτη
απ' τα δάκρυα. -
Καρβουνιασμένη ύλη
κάποιας φωτιάς,
που ζήλεψαν οι κεραυνοί:
το κάδρο της εικόνας.
Τρελλό κολλάζ
της μνήμης,
μόνο μίσος δε γέννησε.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

Θρησκεία / Παύλου Κυράγγελου

λέγει Κύριος• νηστείαν και αργίαν και τάς νουμηνίας υμών και τάς εορτάς -υμών μισεί ή ψυχή μου.
Ησαΐας

το δε Πνεύμα ρητώς λέγει, ότι εν υστέροις καιροίς αποστήσονταί τίνες της πίστεως, προσέχοντες πνευμασι πλάνοις και διδασκαλίαις δαιμονίων, εν υποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυτηριασμένων την ιδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμείν, απέχεσθαι βρωμάτων. ..
Παύλος


Ναζωραίος και Γεργερηνοί

Εμείς, από τη χώρα τών Γεργεσηνών,
Βόσκαμε τα γουρούνια μας στις άκριες της θάλασσας μας,
ζούσαμε λίγο απομονωμένοι,
κι έτσι περνούσε ό καιρός μας.
Hταν κι ένας δαιμονισμένος και μας διασκέδαζε,
γιατί μ' αυτά, που έκανε, σκότωνε την μονοτονία μας.
Τον δέναμε με αλυσίδες — σίδερο γερο — μ' αυτός
τις εσπαγε.
Δέκα μαζί τον πιάναμε μα δεν κρατιόταν.
Τριγύρναγε στα μνήματα, στις ερημιές — έτσι του αρεσε.
Κανείς πια δεν τον επλησίαζε — γυμνός και άγριος
περιφερόταν.
Εφώναζε, δερνόταν, και τον ξέραμε καλά : ήταν ο Λεγεών.
Αυτά, γίνονταν μέχρι κάμποσο καιρό, ώσπου διάβηκε άπο δω εκείνος ο ραββί, που λένε Ιησού
αυτός, που άλλοι λένε γυιό τ' Άνείπωτου κι' άλλοι του
Βελζεβούλ. . .
Δεν ξέρουμε καλά - καλά τί έγινε. . .
Μας είπαν οί χοιροβοσκοί,
πώς είδαν ξάφνου τα γουρούνια τους να τρέχουν μανιασμένα στο γκρεμό,
γέμισ' ή θάλασσ' από πτώματα, τα είδαμε να πλένε
πάνω - πάνω.

Μας είπανε ακόμη πώς ο Λεγεών πήγε κοντά στον Ιησού
υποταγμένος,
κι εμείς είναι αλήθεια πώς τον είδαμε ντυμένον κι ήσυχο'
κι από το γαλιλαίο ζήτησε να 'ναι μαζί του,
άσχετο που εκείνος του αρνήθηκε.
Πάντως εμείς, της χώρας των Γεργεσηνών,
με μάτι δεν τα βλέπουμε καλό κάτι παρόμοια.
Τί σόϊ άνθρωπος ήταν αυτός, που μας είχε κοπιάσει;
Καλά δεν ήταν στήν πατρίδα του,
μ' εκείνους τους φανατισμένους της Συναγωγής;
Τί του 'ρθε να 'ρθη να μας κάνη άνω-κάτω;
'Εμεις την ησυχία μας ζητάμε μόνο'
και τα γουρούνια μας να τρέφουμε κυττάμε.
Δε μας ενδιαφέρει τίποτ' άλλο.
Έτσι στο γαλιλαίο το ραββί να φυγή είπαμε.
Του το 'παμε παρακαλεστικά, να μη θυμώση.
Δεν ξέρεις τί σου γίνεται με τέτοιου είδους ανθρώπους*
ανθρώπους, που σου κάνει κόπο να το παραδέχεσαι πώς
είναι άνθρωποι.
Κι έτσι τον επαρακαλέσαμε και έφυγε.
Εμεις, της χώρας των Γεργεσηνών,
είμαστε πλέον ήσυχοι και ευχαριστημένοι :
εκείνος ο μεγάλος μάγος έφυγε
και τη σκοτούρα του δεν έχουμε.
Εφυγε και ο Λεγεών και πήγε στη Δεκάπολη να πή
- για κείνον.
Ακόμα πιο καλά — ξεγνοιάσαμε.
Ταίζουμε τα νέα μας κοπάδια με τα ξυλοκέρατα.
Εκείνος δε θα ξαναρθή να μας τα ξαναπνίξη.
Κι ούτε αλλού τί κάνει μας ενδιαφέρει.
Εμείς, από τη χώρα των Γεργεσηνών,
έχουμε ακουστά για το Μεσσία, πού θα 'ρθη.
Μα λένε πώς από τη Ναζαρέτ καλό δε βγαίνει...


Ο "αγρός του Κεραμέως"

Κύριε
πλήθυναν τώρα τελευταία
οι προσευχές μας,
αλλά δεν ανεβαίνουν ως το θρόνο Σου,
παρά πισωλυγάνε,
σαν τον καπνό άπ' το βωμό του Κάϊν,
γιατί ζητάμε, Κύριε, εμάς,
κι όχι Εσένα.
Κι είμαστε Κάιν, Κύριε,
γιατί κι εμείς σκοτώσαμε τον αδερφό μας
τον Άνθρωπο,
και κάθε μέρα τον σκοτώνουμε,
την εντολή Σου καταργώντας την καινή.
Κύριε,
πληθαίνουνε οί προσφορές μας,
άλλα αφτιά γι' αυτές κουφά συναπαντούν
κι αόματες ματιές ανέκφραστα τις βλέπουν.
Γιατί οί προσφορές μας, Κύριε,
φτιάχτηκαν απ' των αδερφιών τις σάρκες
κι από τα κόκκαλα της μάννας μας
κι από το αίμα των παιδιών μας,
πού ολ' αυτά τ' αρπάξαμε
και τα απομυζήσαμε
και πα στις διαμαρτυρίες τους καθίσαμε,
φιμώνοντας τες με την ιδιότητα μας
του να ' μαστέ φορείς τ' ονόματος Σου.
Κι αφού χαρήκαμε το αίμα των παιδιών μας
και των μαννάδων μας τα κόκκαλα
και τις αδερφικές τις σάρκες,
ό,τι περίσσεψε,
Σου το αφιερώνουμε.



Σφετεριστήκαμε τον αμπελώνα

Κύριε,
όταν ή σκέψη μας φοιτά στην έρημο της αδιαφορίας,
όταν το βλέμμα μας στης νέκρας τους λειμώνες βόσκει,
αδυνατούμε να σε δούμε.
Κύριε,
όταν είμαστε ρήτορες καλοί μονάχα —όχι και εφαρμοστές
όταν σε υποδέχονται τα χέρια μας βαΐοφόρα — όχι όμως
κι οι ψυχές
αδυνατούμε να σ’ ακούμε.

Κύριε,
όταν σου στρώνουμε το δρόμο σου με ρούχα, με χαλιά
πολύτιμα, και σου φωνάζουμε τα «ωσαννά» και σου προσφέρουμε
το στέμμα,
δε σε πιστεύουμε,
δεν αγαπούμε, Κύριε,
δε σε ακολουθούμε. Κύριε,
δεν σε υποδεχώμαστε, ,
Αν σε ακολουθούμε,
αν λέμε «ωσαννά»,
υποδεχόμαστε μονάχα την ελπίδα, δύναμη ν’ αρπάξουμε
απ το ιμάτιό σου,
ακολουθούμε μόνο την πεποίθηση, ότι οι άνθρωποι θα μας
τιμήσουν, σα δικούς σου,
και λέμε «ωσαννά», γιατ είν καιρος να εμπαιχθής κι απ’
τα δικά μας χείλη.
Κύριε, τώρα, πού είν χειμώνας, μη χτυπάς την πόρτα μας,
κρυώνουμε.
και δε σ’ ανοίγουμε.
Κύριε,
τώρα, πού είναι, νύχτα, μείς κοιμώμαστε, τα όνειρα δε
διακόπτουμε•
την πόρτα δεν ανοίγουμε
για χάρη κανενός.
Κύριε,
πιστεύουμε ότι υπάρχεις,
αλλά εμείς, τον αμπελώνα το δικό σου που σφετεριστήκαμε,
δεν έχουμε συμφέρον να πιστέψουμε πώς ήρθες.



Η γρηά Μαρία

Η γρηά Μαρία
είχε τρεις μέρες τώρα να ονειρευτή.
Σ αυτές, πού τη ρωτάνε,
δεν απαντά,
τα μάτια της κυττούν άλλου.
Η γειτονιά ανάστατη
τρεις μέρες τώρα τίποτα δεν ξέρει
για της Μαρίας τ όνειρα*
η γρηά Μαρία
τρεις μέρες έχει να ονειρευτή.
Το λάδι σαστισμένο στα καντήλια
σκιές ανέκφραστες φωτίζει.
Νυχτερινό σκοτάδι βγαίνει μόνο
απ τις παμπάλαιες εικόνες,
τις φορτωμένες αφιερώματα.
Τρεις μέρες η γρηά Μαρία
πηχτό το βλέπει το σκοτάδι τούτο
κι ανατριχιάζει.
Προσεύχεται συνέχεια,
αποσπασμένη απ΄τη γειτονιά,
και τρέμει, μήπως κοιμηθη,
και δη το φοβερό το όνειρο,
πού διαισθάνεται
μες στό σκοτάδι των εικόνων...
Τρεις μέρες τώρα ή γρηά Μαρία
δεν είδε όνειρο.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Κύτταγμα μέσα μας / Παύλου Κυράγγελου

υποπτεύομεν εικότως υμάς μη ου κοινοί αποβήτε
Θουκυδίδης

«ιουδαίος γέγονεν ό βασιλεύς τον Βήλ
κατέσπασε
τον δράκοντα απέκτεινε και τους Ιερείς κατέσφαξε»



Θραύσμα

Το πρώτο φως λεγότανε κομμάτι
κι ήρθε
σε μια φούχτα γεμάτη άμμο υγρή
κι ένα σπασμένο κατάρτι
απ΄ τη μπόρα, που μας λύγισε.
(απ΄ την καρδιά μας,
μ΄ άγνοια,
όση κλείνουν
όλα τα βλέφαρα του σκοταδιού):
Στόμα της πείνας. ..
τόσα καρφιά,
να στεριώνουν
πάνω στα διψασμένα δόντια
τ΄ αμέτρητα πτώματα
της βακτηρίας.
.. .καί όμως γλύστρησε.
Πώς να τον σηκώσουν τώρα,
που ελησμόνησε το πρωινό,
πώς να τον πείσουνε για το σκοτάδι,
που στα κομμάτια
του στομαχιού του
φύτεψαν πεινασμένα δόντια,
μεταφυτευμένα
απ' το άσχημο στόμα
του κομμένου κεφαλιού;
... Το πρώτο φως ήταν κομμάτια,
τρελλό πανηγύρι από κομμάτια
θρυψαλλιασμένης στήριξης.


Βασιλική μνήμη

Για το μεγάλο βασιλιά,
που έχασε τη μνήμη του
κι απολησμόνησε τον κόσμο του,
καινούργιο φτιάξανε παλάτι
και τα κλειδιά του του παράδωσαν.
Πρόσεξαν μόνο να 'ναι τόσο απέραντο,
που να μην πρόφθανε ποτέ να φτάση
σε κάποια έξοδο, σ' ένα παράθυρο.
Θα αναγνώριζε τα πλήθη, που τον ξέχασαν,
και κάποια αμυδρή παράσταση του ξεπεσμού,
που ελλοχεύει πάντα στης ανάμνησης του τα γκρεμίσματα,
την τρομερή πραγματικότητα θ' αντίκρυζε.
Θα ήταν τραγικό.



Εγκαταλειμμένο ορυχείο

Ανάμνηση ορυκτή.
Στό εγκαταλειμμένο ορυχείο
φυτρώνει μόνο χλόη.
Το σύρσιμο της σαύρας
δίνει τον τόνο της ζωής.
Ίχνη αόρατα
αδελφωμένων βημάτων,
πού κάποτε εργάστηκαν μαζί,
πνιγήκαν στη σιγή.
Δόνηση τελευταία,
θέλησε,
μα δε μπόρεσε να κινήθη.
Στό ορυχείο των ελπίδων
ο θάνατος εκφράζεται
σε εργαλεία άχρηστα,
παρατημένα στη σκουριά.
Σέ ράγιες εγκαταλειμμένες,
το εκτροχιασμένο βαγονέτο
έχει σπασμένες ρόδες.


Ανείπωτος πόνος

Ανείπωτος πόνος...
Σέ τόσο βαθύ σκοτάδι
βυθισμένη ψυχή.
Κατηφόρισε για τόσο καιρό
τον ανώμαλο δρόμο,
που δεν επιστρέφει στο φως,
Δακρυσμένη κατάσταση
δε μπορεί, να σκεφτή
ούτε τον εαυτό της.
Η μνήμη τη συνοδεύει
δίνοντας της κάποιες ανταύγειες
από κάποιο φως.
Τώρα δεν υπάρχει παρά μόνον το φέρετρο του.
Βαριά φορτωμένοι ώμοι
σκύψανε κάποιο σκοτεινό απόγευμα
από μια νοσταλγία απροσδιόριστη.
Το δάκρυ ήλθε,
αλλά δε μπόρεσε να βγή,
να λύτρωση.
Χωρίς να σταματήση απ' τη σκέψη,
συνέχισε το κατηφόρισμα
με την ίδια ένταση.
Συγκινημένοι θεατές,
πού δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν,
παραστέκονταν ανίσχυροι,
συγκλονισμένοι.


Αποξένωση

Απίθανα υψωμένοι βράχοι
εχτίσανε την αποξένωση.
Γύπες πτωματοφάγοι
δεν αποτόλμησαν τη Βυθομέτρηση της.
Το σκοτάδι, πού τη χρωμάτισε,
εκαρατόμησε τα μάτια
και δεν επέτρεψε δικαιοδοσία
ούτε στο Χώρο.
Ό χρόνος την ετύλιξε σιωπηλά
και τόνοι πένθιμοι φυτρώσανε στην άκρη της.
Η σιωπή την έντυσε
με την απουσία της ζέστης.
Κάθε χρόνος, που κύλαγε,
επρόσθετε στο βάθος της.
Τραγούδι δεν ακούστηκε κοντά της,
σκιά δεν την πλησίασε.
Βράχοι απόκρημνοι, απλησίαστοι,
στα έγκατα χωμένοι,
άγνωστοι στ' άνθη,
χωρίς καν ξεράγκαθα στις ρωγμές τους,
ψυχροί, γυμνοί, ανώνυμοι,
φτιάξανε μέσα τους την απομόνωση,
την κατευθύνανε στο βάθος
και δεν την είδε ουτε ή νύχτα.
Οι χρόνοι, πού κυλήσανε,
προσθέσανε στο βάθος της.
Νεκρή από την κύηση,
βγήκε χωρίς φωνή.
'Όρνεα νεκροφόρα
αηδίασαν τη γεύση της.



Ο κολασμένος των βαθέων μου

Χθες επιστέφτηκα
των βαθέων μου,
τον κράζοντα
εν Γη ερήμω.
Τον κύτταξα σιωπηλά,
λιγόχρονα,
απ' το λιγόφωτο καγκελωτο
του καλοφύλαχτου μικροπαράθυρου
των οριζόντων του.
Τον είδα σα σκιά,
που δε διδάχτηκε τον ήλιο,
και σα φωνή,
που άρθρωση δεν εμαθε.
Τον είδα δίχως άλογα
ταχύποδα στη σκέψη του,
μ' ενα κουρέλι από ζωή
να ολοπλανιέται, άβουλο,
ανάμεσα στα χέρια του
και στους — ολόϊδιο χρώμα —
δεσμοφύλακες τοίχους.
Τον είδα δίχως λύπηση.
με σπάραγμα παληό
και πεθαμένο,
και δίχως γνώση, όμως
ήξερα αλάθητα
πώς ήταν των βαθέων μου
ο κολασμένος,
που επισκέφτηκα


Μάσκα

Σήμερα βγαίνω στο προσκήνιο
φορώντας μια καινούργια μάσκα.
"Ολα τα λόγια
— του ρόλου μου τα λόγια όλα —
είναι γραμμένα πάνω της.
Μορφάζει με χαρακτηριστικά,
πού μου 'ναι άγνωστα,
συνδιαλέγεται σε μία γλώσσα,
π' αγνοώ.
Σήμερα βγαίνω, στο προσκήνιο
φορώντας μια καινούργια μάσκα.
Αυτή η δήλωση δεν είναι ικανή
σε υποψία να σας βάλη,
πώς είν' η πρώτη μου μάσκα.
Ιδίως το επίθετο «καινούργια» είν' καθησυχαστικό.
Καί όμως. .. είν' ή πρώτη.
Άλλα δε βρίσκεται εδώ το ενδιαφέρον της.
Προσεκτικοί μου θεατές,
σε κάποιο θέατρο, πού παίξει βάθος,
παρατηρείστε τη
μορφάζει μ' ένα τρόπο,
που δέ μουν' οικείος,
είναι αυτόβουλη.
Προσεκτικοί ακροατές,
σε κάποιο θέατρο, πού ανεβάζει βάθος,
δεν ειν' ανάγκη ν' απαγγείλω.
Ολα τα λόγια μου
— του ρόλου μου τα λόγια όλα ·—
είναι γραμμένα πάνω της.
Είμαι απλός φορέας της
—- ο ηθοποιός, πού προτιμάτε —

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

Διαπίστωση / Παύλου Κυράγγελου

Με το βιβλίο που φέρει τον τίτλο "H εποχή μας" κι εχει εκδοθεί στην Αθήνα το 1970 και περιέχει πεζά του Βασίλη Ζωγράφου και Ποίηση του Παύλου Κυράγγελου πραγματοποιήθηκε η πρώτη εκδοτική προσπάθεια του Παύλου

Απο την 67η σελίδα του υπάρχουν τα ποιήματα του.

Το παρακάτω κομμάτι είναι μια σημείωση του ιδίου.






Ξεκινώντας απ' τη διαπίστωση, αναγνώστη, για την εποχή μας και αναλύοντας τις εμπειρίες σου, δε μπορείς παρά να κατάληξης σ' ενα συμπέρασμα, σε μια επιστολή, πού θα γράψεις στον αδελφό σου τον άνθρωπο. Η επιστολή αυτη μπορεί να 'ναι ό,τιδήποτε: π.χ. μια κραυγή. Μπορεί να 'ναι και μια σειρά από στίχους, σαν αυτούς εδώ.
Μετά από ένα σύντομο κ ύ τ τ α γ μ α μ έ σ α μ α ς, αναγνώστη, διαπιστώνουμε πώς παραπαίουμε. Ανώμαλα συμπλέκεται ή εποχή μας με τις δυο κυριαρχούσες αξίες:
τη θ ρ η σ κ ε ί α και την κ ρ α υ γ ή γ ι α τ η γ υ ν α ί κ α. Πολεμάει να τις νοθέψη. Αποτέλεσμα; Συχνότερα ο σ υ μ β ι β α σ μ ό ς. Άλλοτε η φ υ γ ή. Η φυγή, αναγνώστη, είναι το δυναμικώτερο στοιχείο της εποχής μας. Εκφράζεται και σαν εκρηξη και σαν άρνηση και σαν ηθικό μεγαλείο. Η φυγή σε φέρνει μπρος στην α ν α φ ο ρ ά σ τ η σ υ ν ε ί δ η σ η. Τότε γνωρίζεις την ε π ι σ τ ή μ η (τη γνώση). Είναι μια λευκή σελίδα στην εποχή μας και τίποτ' άλλο. Επιστήμη δεν υπάρχει, αναγνώστη. Μόνο η φυγή, σα θετικό αποτέλεσμα της διαπίστωσης για την εποχή μας, εκφρασμένη σ' αυτή την επιστολή, για σενα, αναγνώστη.

Παυλός Κυράγγελος



διαπίστωση


στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού καταστραμμένη
Ελύτης

ως ράκος αποκαθημένης πασά η δικαιοσύνη ημών
Ησαΐα



Σε τρυγημένους αμπελώνες

Βρεθήκαμε σε μια στείρα εποχή•
με τα χωράφια της από καιρό ωργωμένα,
τους αμπελώνες τρυγημένους
και τα κυνήγια θηρεμένα όλα —
πλήθος οί σαύρες μέσα στους αμέτρητους τους λάκκους.
Ανασκαμμένη η συνείδηση μας,
με προκαθωρισμένους τους ορίζοντες,
εγκαταλειμμένη σ' ένα τοπίο απροσδόκητο
— με της φιλίας όλα τα δέντρα ξερριζωμένα,
όλα τα καταλύματα κατοικημένα,
όλα τα κορφοτόπια βιασμένα.
Με οδηγό μια παρατήρηση απελπισμένη
ρυμοτομήσαμε ένα απελπιστικά στείρο κύκλο,
δίπλα σε μία θάλασσα χωρίς καράβια,
κάτω, απ ένα ουρανό χωρίς μια στέγη.
Ψάχνοντας στα χαλάσματα του παλαιού αλφάβητου,
να συναρμολογήσουμε μια νέα γλώσσα αποτύχαμε,
βουβά ένας βλέποντας τον άλλον,
με δίχως υλικά για μια, υποτυπώδη έστω, οικοδόμηση.
βρεθήκαμε απροετοίμαστοι σ ένα νεκρό τοπίο, •
χωρίς το όνομα του κυβερνήτη μας του Παρελθόντος
ή την εικόνα του δημιουργού μας του Παρόντος,
με το Μέλλον φυλακισμένο στων χεριών μας τα δεσμά,
Βρισκόμαστε έπειτα από μια ξηρασία απομακρυσμένη•
αποσυντίθενται στους λάκκους τους, μαύρα στοιβάγματα,
οι γυρίνοι,
ακαταδίωκτο οί σαύρες πλήθος δίπλα τους κινούνται,
τρέχουν αόρατες μέσα στις αγκαθιές,
σωρούς από βούρλα,
πυκνοκατοικημένα από σαλιγκάρια.
Της μοίρας μας τον απροσδιόριστο αέρα αναπνέουμε,
φερμένον από ενα πέλαγος ανώνυμο, ανέκφραστο.
Του Παρελθόντος τελευταία θύματα και του Παρόντος
πρώτα,
με το Μέλλον παγιδευμένο στων χεριών μας τα δεσμά,
παγιδευτήκαμε μαζί του σε μια εποχή χωρίς καρπούς,
σε μια τόσο τρυγημένη περίοδο,
πού να της δώση όνομα δεν τόλμησε κανείς.



Ο ερημίτης του Αιώνα

Ακουστέ, κάμποι, κι ενωτίζεσθε,
ακούστε πέλαγα καί ερημιές,
ακουστέ, χιόνια και οάσεις:
τάδε εφη ο ερημίτης του αιώνα,
γυρνάει σε σπηλιές, σ΄ απόβραδα,
σε πρωινά και λεωφόρους,
σε ευτυχίες, σε κακά,
στο θερισμο και στη σπορά.
ζητά τον άνθρωπο,
δε βρίσκει μήτ΄ αυτό το μνήμα του.
Ακουστέ, παρελθόν και αύριο,
ακούστε, ποταμιές και καλοκαίρια,
ακουστέ, -ψίθυροι και λόγια φανερά:
τάδε εφη των πεποιθήσεων μας ό 'Ηλίας,
ήρθε χωρίς να τον γνωρίσετε,
περπάτησε στις καληνύχτες σας και στα φιλιά,
στάθηκε στις συναγωγές και στα στενά
και αφογκράστηκε τις βαρυγκόμιες σας.
Έβόησε στην Ερημο
και τα λιθάρια της δε γίναν τέκνα Αβραάμ,
μόνο, που του γύρισαν πίσω τη φωνή του
και μόνο τα κοράκια του 'φεραν τροφή"
έτσι, σαν έρθη ο μεσσίας μας,
θα πούμε :
που είν ο προπομπός του ο 'Ηλίας;
και δε θα τον πιστέψουμε.
Ακουστέ, σκελετοί και ήβη,
ακουστέ, χθες και σήμερα,
ακουστέ, δύναμη κι απελπισία :
τάδε λέγει ο ερημίτης του αιώνα μας,
που στάλθηκε ίνα ποίηση τήν οδόν αυτού ευθείαν :
ρώτησε τη διεύθυνση της κατοικίας τ΄ ανθρώπου,
δεν έμαθε ουτε που ειν΄ ο τάφος του.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Για τον Παύλο Κυράγγελο


Το βιογραφικό του νομικού και συγγραφέα Παύλου Κυράγγελου όπως ο ίδιος είχε επιλέξει να εμφανίζεται στο βιβλίο του "H Aστρολογική Πραγματικότητα".

Eνας μικρος φόρος τιμής για τον ένα χρόνο απουσίας του απο κοντά μας.

Ειναι σημαδιακή η χθεσινή και η σημερινή ημέρα για μένα γιορτάζω μία γέννηση και ταυτόχρονα θρηνώ εναν θάνατο, μια φυγή και το χάσιμο ενός πολυτιμου φίλου και δασκάλου.

στου Κλήδονα την μέρα με τις φωτιές ν΄αναβουν για την εαρινή ισημερία.

Δεν βρίσκω λόγια να πώ, δεν βρίσκω λέξεις να εκφράσουν αυτον τον βουβό πόνο. Νομίζω οτι μπορώ να σηκώσω το τηλέφωνο και ν΄ακουσω τον Παύλο να μου μιλά και να με συμβουλευει όπως τοσες και τοσες φορές. Να μου εξηγεί τους 153 ιχθείς και να ενθουσιάζεται για κάθε νέα εικόνα ή για ένα νέο λήμμα που βρήκε.

Να εισαι καλά εκει πάνω Παύλο να συνεχιζεις το εργο σου με τις ιδέες σου και την αγάπη σου για την ελληνική γλώσσα.
Να εισαι εκει πάνω και να μας προσέχεις, να μας δίνεις τα φώτα σου, ολους εμάς που σε ειχαμε για λιγο εδω κάτω. Για λιγο που όμως μας έδωσες νέα πνοή στην σκέψη μας, νέα ώθηση στα ονειρά μας, νέες ερμηνείες στις ελληνικές λέξεις και παλιά μέσα απο τον χρόνο "εργαλεία" όπως οι λεξάριθμοι να πορευθούμε μαζί τους και μαζί σου.

Κάποια μέρα θα ξανανταμώσουμε και θα εχουμε τοσα πολλά να μοιραστούμε όλοι εμείς που σαν τυφλά κουτάβια μας ανοιξες τα μάτια και μας έμαθες τοσα πολλά.

Απο την μεριά μου ενα μεγάλο Ευχαριστώ για κάθε στιγμή που ήσουν δίπλα μου οταν σε χρειάστηκα, για κάθε χαμόγελο και κάθε γελιο που μου χάρισες ακομα και μέσα απο το τηλέφωνο και για το χαμόγελο που μου ζήτησες να μην λειπει απο τα χειλη μου.

Δεν προλάβαμε Παύλο να στήσουμε την ιστοσελίδα σου όπως θα την ήθελες. Δεν προλάβαμε μας προλαβε άλλος να σου στήσει σελίδα εκει ψηλά στ΄αστρα και να περάσεις ετσι στην Αθανασία...


Βιογραφικό του Παύλου Κυράγγελου όπως θα ηθελε να τον θυμούνται....

Οι εκδόσεις ευρέως φάσματος «ΑΛΦΑ — ΒΗΤΑ» παρουσιάζουν με ιδιαίτερη Ικανοποίηση στο ελληνικό κοινό την νέα εκδοτική τους προσπάθεια, τον ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΣΤΡΟΛΟΓΟ, πού αποτελεί επιστημονική έκδοση σε εκλαϊκευμένη βάση του τρόπου πού εργάζεται, σκέπτεται καί αποφασίζει για το μέλλον ο επιστήμων Αστρολόγος.
Ό συγγραφέας Παύλος Κυράγγελος είναι γνωστός Αθηναίος νομικός, πού ασχολήθηκε από νεαρή ηλικία με τη μελέτη του Εσωτερισμού καί των Επιστημών. Σπούδασε Νομικά καί Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα, παράλληλα με το δίπλωμα Έθελ. Σαμαρείτη του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, πού κατέχει από το 1975.
Ασχολήθηκε συγγραφικά με την ποίηση, το διήγημα, το θεατρικό μονόπρακτο, την ετυμολογία, τη φιλοσοφία, τη θρησκειολογία, την Ιστορία, την επιφυλλίδα, τις επιστημονικές μεταφράσεις, τη μεταφυσική, την ψυχολογία, την κριτική βιβλίου.
Ό Παύλος Κυράγγελος πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με την ποιητική συλλογή «Ή εποχή μας» το Δεκέμβρη του 70 καί παράλληλα, ίδρυσε καί διηύθυνε, από τον Απρίλη του 70, το φιλολογικό περιοδικό «ΝΕΟ-ΓΡΑΜΜΗ» καί αργότερα, από τον Ιούνιο του 71, το επίσης φιλολογικό περιοδικό «ΟΜ», στο όποιο δημοσίευσε φιλολογικές καί πρωτότυπες φιλοσοφικές εργασίες. Ανέλαβε την προώθηση του φοιτητικού περιοδικού «ΝΕΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ». Υπήρξε Σύμβουλος "Έκδοσης στο φιλολογικό περιοδικό «ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ» καί αρχισυντάκτης στο περιοδικό «ΑΝΤΙΚΕΣ». Εισήγαγε την έννοια των «Φωσφαινίων» στην Ελλάδα (μετάφραση από το Scientific American). Προλόγισε ή επιμελήθηκε την έκδοση πολλών πρωτοποριακών βιβλίων, όπως το «Εγώ» του Τρύφωνα Ζαχαριάδη, την «Ανηθικότητα της Ηθικής» του Χρ. Παππά καί τη «Γκουανταλαχάρα» του Μ. Άποστολάτου. Ανθολογήθηκε από τον εκδοτικό οίκο «"Αγκυρα» καί υπήρξε Γεν. Γραμματέας στο Λογοτεχνικό Σύλλογο Ελλάδος.
Βαθύς μελετητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς, έσκυψε πάνω στον Εσωτερικό Χριστιανισμό, στην Ψυχολογία, στην Αριθμολογία καί στη Φυσιογνωμική καί κατέληξε στη «Βασιλική Επιστήμη» της Αστρολογίας, Το Δεκέμβρη του 77 βγήκε το πρώτο του βιβλίο, ή «Αστρολογική Πραγματικότητα», πού αποτέλεσε τομή όχι μόνο για την ελληνική, αλλά καί για την ευρωπαϊκή βιβλιογραφία, καί όπου για πρώτη φορά αναλύθηκαν καί συνδέθηκαν με την Αστρολογική Θεωρία οι έννοιες των Βιορρυθμών, των Βιοκύκλων καί (για την Ελλάδα) των Τάττβας.
Παράλληλα απ’ τον Ιούλιο του 78 ίδρυσε καί διηύθυνε το αστρολογικό περιοδικό ΔΩΔΕΚΑΕΔΡΟ, διεθνούς επιπέδου έκδοση, στο οποίο επιχειρήθηκε ο συνδυασμός της Αστρολογίας με την Καβάλλα καί τις χαμένες ηπείρους, καί παράλληλα άρχισε τη μοναδική στον κόσμο συμπιληματική εργασία πάνω στίς Μοίρες του Ζωδιακού, με 12 κύρια λήμματα, απ’ τα όποια τα δύο δικά του.
Για την όλη δράση του τιμήθηκε από την Π.Ψ.Κ.Ε.Ε. (Παρα-Ψυχό-Κοινωνιολογική Εταιρία Ελλάδος) με τη διάκριση του Επιτίμου Αντιπροέδρου της καί Διδάκτορας της Παραψυχολογίας. Στην ίδια Εταιρία είναι Επιστημονικός Σύμβουλος καί Σύμβουλος του Δ.Σ. απ’ το 1979.
Κατανάλωσε όλη την τρέχουσα δεκαετία σε πληθώρα διαλέξεων πάνω σε κοινωνικά, φιλοσοφικά, υγιεινολογικά καί εσωτερικά θέματα. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα θέματα:
1) Ή δυναμική παρέμβαση εξωγήινων πολιτισμών στην πορεία του δικού μας — 2) Φεμινισμός — 3) Εσχατολογία — 4) Σεξουαλική Υγιεινή — 5) Εισαγωγή στην Άριθμοσοφία — 6) Ή έννοια "Ανθρωπος — 7)1) UFO: Χθες - σήμερα - αύριο — 8) Εξωγήινοι: μύθος ή πραγματικότητα; — 9)RADIONICS: ενέργεια καί δραστηριότητες της ψυχής — 10) Ορισμός, περιεχόμενο καί Ιστορία της Μεταφυσικής "Ερευνας καί Επιστήμης — 11) Ή μεθοδολογία της μακροπολιτικής των μικροπολιτικών — 12) Ή Υγιεινή στη Γιόγκα — 13) Ή αναλογία των εννοιών Γάμου καί Γονιμότητας μεταξύ Μικρόκοσμου καί Μακρόκοσμου
— 14) Ή εσχάτη «χείρων πλάνη» των μαθητών.
Μελέτησε τα συστήματα των κυριωτέρων Σχολών Εσωτερισμού (Γιόγκα, Θεοσοφίας κλπ.) καί διαπίστωσε πώς αποτελούν ξένα σώματα καί για τον Ελληνικό Στοχασμό καί για το Φιλοσοφικό Λόγο, με αποτέλεσμα να παράγουν μια αφθονία Υπνωτισμένων Παπαγάλων, πού επαναλαμβάνουν τα σλόγκαν του αυτόκλητου «Διδάσκαλου», προσπαθώντας να βρουν — μάταια— την ολοκλήρωση καί τη γαλήνη του πνεύματος. Για την αντιμετώπιση αυτού του κύματος παγίδευσης της ελληνικής νεολαίας — πού καθοδηγείται πάντα απ’ έξω — ίδρυσε την ΕΣΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΘΕΙΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΛΙΣΙΟΛΟΠΑΣ, με εξωτερικούς καί εσωτερικούς μαθητές, σε αυστηρά περιορισμένα αριθμητικά δεδομένα, ώστε να ενεργοποιούνται καί να αξιώνονται μόνο οι εκλεκτοί.
Ασχολήθηκε Ιδιαίτερα με το θέμα της προληπτικής των Ασθενειών καί της Διάγνωσης τους με βάση τα Άστριατρικά Δεδομένα, προωθεί δε τη δυνατότητα μιας Άριθμολογικής "Ομοιοπαθητικής, πάνω στην οποία μελετά τα τελευταία χρόνια.
Από το 1979 ίδρυσε καί τελειοποίησε το σύστημα της νέας Επιστήμης της Κλισιολογίας, πού βασίζεται στο συνδυασμό Αριθμολογίας, Αστρολογίας, Όνοματολογίας καί άλλων επιστημών, καί την προώθησε με προσωπικές εργασίες καί Ανακοινώσεις, όπως το Άριθμογράφημα στην Αριθμολογία καί: 1) τη Θεωρία των Σημείων Πάθους — 2) την ετήσια Οικολογική αντιστοιχία — 3) την περιοφθάλμιο οικολογική ζωδιακή πληροφορία — 4) το ημερήσιο ερμηνευτικό Ωρολόγιο στην Αστρολογία καί τέλος την Οικολογική Πληροφορία στην Κλισιολογία. Με βάση το Οικολογικό σύστημα της Αστρολογικής Ερμηνείας δίδαξε όλο το σύστημα της Αστρολογίας σε 13 μαθήματα σε προφορικά γκρουπ καί συνεχίζει τίς συνεργασίες του με διακεκριμένους ιατρούς, ηλεκτρονικούς καί ειδικευμένους συνεργάτες του, προκειμένου να αποκρυπτογράφηση, Ιδιαίτερα στον τομέα της Προληπτικής καί Διαγνωστικής Ιατρικής, τα χαμένα ή ανερμήνευτα δεδομένα των παλαιών πολιτισμών καί Ιδιαίτερα της Ινδικής Αστρολογίας.
Από το 1979 ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέμα της Αύρογραφίας, γνωστής σαν φωτογραφίας Κιρλιάν, πού τη συνέδεσε με την οικολογική Ερμηνευτική με αξιόλογα αποτελέσματα. Τα πρώτα πορίσματα των ερευνών αυτών δημοσιεύονται στην ανά χείρας έκδοση.
Ό Παύλος Κυράγγελος πιστεύουμε πώς είναι ο ανανεωτής της Επιστήμης της Αστρολογίας, όχι μόνο για την αγνή επιστημονική φλόγα, πού τον διακρίνει καί την επιθυμία του να επαναφέρει σε επικοινωνία την πλατειά μάζα με την αστρολογική γνώση, αλλά καί για την πληθώρα των επιστημονικών ανακοινώσεων πού φέρουν το όνομά του, καί τον χαρακτηρίζουν σαν τον μοναδικό συγγραφέα του είδους του. Βασισμένοι πάνω σ' αυτά τα δεδομένα καί γνώστες της ειδικής φήμης, πού φέρει, σαν συγγραφέας, σαν επιστήμονας ειδικών επιτυχιών καί προ πάντων σαν άνθρωπος, αποφασίσαμε αυτή την έκδοση, πού πιστεύουμε πώς θα αποτελέσει σταθμό στον τομέα της επιστημονικής Αστρολογίας