Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Αιθέρα σεμνότατον, βιοθρέμμονα πάντων

Ο Διόνυσος, όπως και η Ηρα/Ρεα  βαπτίζονται  ή φυλακίζονται στον ΑΙΘΗ(ε)Ρ(Α) ως έναν αναγραμματισμό στον όνομα της ΙΘ/ΔΑΣ- ΗΡ-ΑΣ/ΡΕΑΣ και έτσι γλυτώνει μεν ο Διόνυσος αλλα και ο πατέρας του Δίας τη γκρίνια της Ηρας  αλλα και την ζωή του. Ομοια η Ηρα είναι αυτή που τιμωρείτε από τον Δια και φυλακίζεται στον Αιθέρα
Γιατί όμως στον Αιθέρα ;;;
Ίσως έχουμε απόλυτη σχέση εκτός από τον ιερό γάμο και  με το μετέπειτα αερο-βαπτισμό και την σωτηρία του Διονύσου ή με την πρώτη μύηση του και την αποδοχή του και από έτερη μητέρα/τροφό.
 Συγχρόνως  είναι και η πρώτη επαφή και η πρώτη μύηση στα μυστήρια του σύμπαντος για τους αδαής θνητούς…
Το βάπτισμα είναι το πρώτο και βασικό ιερό Μυστήριο της Εκκλησίας, με το οποίο ο άνθρωπος απαλλάσσεται από την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος και γίνεται μέλος της Εκκλησίας του Χριστού. ‘Σύμφυτος’ με το θάνατο, την ταφή και την Ανάσταση του Σωτήρα (Ρωμ. στ΄, 3, 4΄Κολ. Β΄, 12). Πραγματοποιείται με την τριπλή κατάδυση και ανάδυση στο αγιασμένο νερό της κολυμβήθρας ή του βαπτιστηρίου στο όνομα της Αγίας Τριάδος. (Η κατάδυση συμβολίζει το θάνατο και την ταφή του Χριστού και η ανάδυση την ανάσταση μαζί Του).
Με το βάπτισμα ο πιστός γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. στ; 19) πιστς Θες δι᾿ ο κλήθητε ες κοινωνίαν το υο ατο ησο Χριστο το Κυρίου μν.

αλλά και  το θετό παιδί του Πατέρα (Γαλ. Δ΄, 5 καί εξ.),

1 Λγω δ, φ’ σον χρνον κληρονμος νπις στιν, οδν διαφρει δολου, κριος πντων ν,
2 λλ π πιτρπους στ κα οκονμους χρι τς προθεσμας το πατρς.
3 οτω κα μες, τε μεν νπιοι, π τ στοιχεα το κσμου μεν δεδουλωμνοι· 4 τε δ λθε τ πλρωμα το χρνου, ξαπστειλεν Θες τν υἱὸν ατο, γενμενον κ γυναικς, γενμενον π νμον,
5 να τος π νμον ξαγορσ, να τν υοθεσαν πολβωμεν.

Όταν δε συνεπληρώθη ο χρόνος και ήλθεν ο κατάλληλος καιρός, που είχεν ορισθή μέσα στο θείον σχέδιον, έστειλεν ο Θεός, από τον ουρανόν εις την γην, τον Υιόν του, ο οποίος έλαβε σάρκα ανθρωπίνην δια μέσου παρθένου γυναικός και υπετάχθη θεληματικά στον μωσαϊκόν Νόμον. 5 Και τούτο, δια να εξαγοράση εκείνους που ευρίσκοντο κάτω από την κατάραν του Νόμου, δια να πάρομεν όλοι την υιοθεσία, που μας είχεν υποσχεθεί ο Θεός. (μετάφραση Ι. Θ. Κολιτσάρα)
Όπως με το βάπτισμα στο πρώτο και βασικό ιερό μυστήριο όμοια υπάρχει και  το βάπτισμα ανάγκης, (το αεροβάπτισμα), που συντελείτε στον αέρα, όταν το παιδί κινδυνεύει να πεθάνει.
 Υψώνεται τρις στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ενώ προηγουμένως έχουμε πει: βαπτίζεται ο δούλος του Θεού τάδε. Τελείται από κάθε πιστό άνδρα ή γυναίκα.
Όμοια και ο Διόνυσος γίνεται το υιοθετημένο παιδί της Ηρας/Ρέας Αιθ-Ηρας  δίδοντας  μ΄αυτόν τον τρόπο, συγχρόνως και άφεση αμαρτιών στον σύζυγό της !!!  

Γιατί όμως έχουμε αναφορά στον Αιθέρα και τι αποτελεί αυτός ;

ΑΙΘΗΡ (ο στα έπη του Ομήρου είναι θηλυκό- εξ αυτής η αγγλική λέξη ether και aether – η ιταλική etere, η γαλλική ether, η γερμανική Aether  ως το επάνω στρώμα ατμόσφαιρας, αέρας αιθέρας, αήρ
Αιθέριωδης = αιθεριος, ανάερος, άυλος, αφροπλαστος, διάφανος, λεπτός, ουράνιος
Αιθέρος γύαλα – ουράνιος θόλος
Αιθέρος οφθαλμός = ήλιος,  σελήνη
Αιθίοψ – μαύρος, αράπης,
Αίθομαι – ανάβω, φλέγομαι, καίγομαι, λάμπω
Αιθός, μαυρισμένος, καμένος, μαυροκοκκινος, διάπυρος, ερυθροπυρωμένος
Αίθος καύμα, κάψιμο, καύσωνας, κάψα
Αίθοψ μαυρισμένος, καμένος, μαυροκόκκινος, διάπυρος, ερυθροπυρωμένος
Αιθρα – αιθρία, ξαστεριά, λιακάδα ευδία,
Αιθρηγενή- γεννημένος από τον αιθέρα
Αιθρηγενέτης
Galenus Med., An in arteriis natura sanguis contineatur
Kühn volume 4, page 707, line 17
ο μν ατός γε καθ' αυτν τμς ἀὴρ αθρ λως πνεμα
περιεχόμενον ν ατας φαίνεται.
Suda, Lexicon
Alphabetic letter alpha iota, entry 122, line 1
<Αθέριον ψος:> τ το αθέρος. κα <Αθέριος,> ν τ αθέρι.
θέριος:> πν ποιητής. γραψε διάφορα, κα πιθαλάμιον
δι' πν ες Σιμπλίκιον τν διον δελφόν.
θεροβατεν:> ες τν αθέρα βαίνειν. κα δοκν αθερο-
βατεν κα ατς φθαι τς ορανίας ψδος κα συμπεριπολεν τος
στροις γνόησε τ κρεουργηθναι, κα ς μύσος κριφναι.
θεσι:> λαμπρος.
θειν:> καίειν. ς δ νέβαλεν ες τν πολεμίαν, παρεκελεύετο
αθειν κα φθείρειν τν χώραν.
θήρ:> ν ψει ήρ, πάνω το έρος καιόμενος κ το λίου.
θρ> θηλυκς μηρος· αθέρος κ δίης. κα Πίνδαρος· φρήμας
δι' αθέρος. διότι πυρώδης ν ο τρέφει. κα αθις· στεροειδέα
ντα διφρεύουσ' αθέρος ερς.
θίοψ:> μέλας. κα ζήτει ν τ πλ λόγ.
θλη:> Χίος.
θόμενος:> καιόμενος.
θοπα:> ντ το διάπυρον, φλεγμαίνουσαν. ν πιγράμμασι·
μέχρι κα ατο βλέμματος νστήσας αθοπα βασκανίην.
θοπος:> διαπύρου. θερμο ν τας μάχαις. δ Σοφοκλς  
π το παρακεκινηκότος χρήσατο. οαν δήλωσας νδρς αθοπος
γγελίαν τλατον οδ φευκτόν.
θος:> κκαύστης.
<Αθός:> καιόμενος.

Scholia In Pindarum, Scholia in Pindarum (scholia vetera et recentiora partim Thomae Magistri et Alexandri Phortii) (e cod. Patm.)
Ode O 1, scholion 10, line 6

ρήμας δι' αθέρος] Μ πό τινων οκουμένου έ-
ρος.  – ρήμας δι' αθέρος]* ν γρ τ έρι, φησν Τζέτζης,
συνίσταται, κατ ριστοτέλη κα πάντας σοφος, τά τε νέφη
κα α (κα)ται(γίδ)ες? κα τ πνεύματα· δ αθρ ρημος τού-
των πάντων καθέστηκεν.  – Αθρ]* νταθα θηλυκς κεται,
καθ' μοιότητα τς έρος. Αθρ ορανς κατ τν κοινν
φράσιν· θεν παιθρον τ μ στεγασμένον. Ερηται δ παρ
τ ε θεν, ς φησιν ριστοτέλης περ Κυρηναίων.  –   

Scholia In Pindarum, Scholia et glossae in Olympia et Pythia (scholia recentiora Triclinii, Thomae Magistri, Moschopuli, Germani) (col
Ode-treatise O 13, scholion-section 125, line 2

Th. <
Αθέρος> επε θηλυκς ς ποιητής· <ψυχρς> δέ,
πε κα ἀὴρ αθρ λέγεται, ψυχρότερον δ τ βόρειον μέρος,
νθα οκοσιν α μαζόνες.

 [D]HQ <αθέρος ρήμας:> μν θάλασσα χει τος
χθς, δ γ τ τετράποδα κα τ ρπετ, δ ἀὴρ τ
πτηνά· μέντοι αθρ πυρώδης ν οκ χει.
         ρήμης,
τς μ χούσης νέφος· ο γρ συνίσταται ες θερμασίαν.
δι τ μ φαίνεσθαι οκούμενον.
         ς πρς
μς ρήμης, δι τ σύχιον κα ρεμον. 14a
AglE διαφέρει αθρ κα αθρ, διότι αθρ
λέγεται τοτο τ στερέωμα, αθρ δ ρσενικς να-
στρος σφαρα, πόλος κενος. insor. E 

Ο Αιθέρας σύμφωνα με την αρχαία και την μεσαιωνική αντίληψη ήταν το υλικό που γέμιζε τον χώρο του σύμπαντος γύρω από την γήινη σφαίρα. Παρ’ όλ’ αυτά η ιδέα της ύπαρξης του αιθέρα δεν ήταν αποδεχτή μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, ενώ την ιδέα της ύπαρξής του εισήγαγαν οι αρχαίοι Ελληνες ονομάζοντας τον  ως το αόρατο πέμπτο στοιχείο, τη πεμπτουσία.  (Πέμπτος + ουσία ) το πιο ουσιώδες και το πιο κυρίαρχο.
Ετυμολογικά η σημασία της λέξεως Αιθήρ είναι το ανώτατον και καθαρότατον στρώμα του αέρος. Παράγεται από το ρήμα αίθω που σημαίνει ανάβω, αναφλέγω, φέγγω, φλέγομαι, καίομαι «αίθω γάρ ού μόνον το καίω, αλλά και το λάμπω» (Ευστάθιος Παρεκβολαί Είς Ιλιάδα Ψ 250).
Άλλα παράγωγα της λέξεως είναι η αιθάλη, ο αιθίοψ, και πιθανώς και η Αίτνα.


Ο Πλάτων στον «Κρατύλο» ετυμολογεί την λέξη λέγοντας ότι παράγεται από «αεί θεί» που σημαίνει αυτό που κινείται συνεχώς. (Κρατύλος 440 b)

Scholia In Pindarum, Scholia in Pindarum (scholia vetera et recentiora partim Thomae Magistri et Alexandri Phortii) (e cod. Patm.)
Ode O 1, scholion 10, line 6

Αθρ]* νταθα θηλυκς κεται,
καθ' μοιότητα τς έρος. Αθρ ορανς κατ τν κοινν
φράσιν· θεν παιθρον τ μ στεγασμένον. Ερηται δ παρ
τ ε θεν, ς φησιν ριστοτέλης περ Κυρηναίων.  –   

Ο Αιθήρ σύμφωνα με την αρχαία ελληνική γραμματεία είναι και το  Πυρ που δίνει ζωή, είναι ο σπινθήρας της ζωής για κάθε πλάσμα
Ο Όμηρος δεν θεωρούσε τον Αιθέρα ως κάποια θεότητα ούτε και ως κάποια περιοχή, αλλά ως μία ιδιαίτερη κατάσταση του Ουρανού , ο οποίος βρίσκεται κάτω από τον Ουρανό (Ιλιάς . Ξ. 288, Θ. 556, Β 412, Ο 192, Π 300, T 351). 

Ο Αριστοφάνης τον αποκαλεί ζωοδότη των πάντων «Αιθέρα σεμνότατον, βιοθρέμμονα πάντων» 

 Aristophanes Comic., Nubes Line 570
Ζνα τύραννον ες χορν
πρτα μέγαν κικλήσκω·
τόν τε μεγασθεν τριαίνης ταμίαν,
γς τε κα λμυρς θαλάσσης γριον μοχλευτήν·  
κα μεγαλώνυμον μέτερον πατέρ'
Αθέρα σεμνότατον, βιοθρέμμονα πάντων·


Scholia In Aristophanem, Scholia in nubes (scholia vetera)
Argumentum-dramatis personae-scholion sch nub, verse 570a alpha, line 4

<Αθέρα σεμνόν> E: ντ τοέρα”. EMbis γρ αθρ δι-
ακας ν νέφελός στιν. κα κ το
<“βιοθρέμμονα”> δλον, τι ήρ, οχ αθήρ. EM   
<Αθέρα:> τν έρα· γρ αθρ
νέφελος. κα βιοθρέμμων ήρ,
οχ αθήρ. RV   
<βιοθρέμμονα:> πειδ ρδεύει τν γν. E
πειδ EM τ ζα ν τ έρι χει τν ζωήν. RVEM  
Αθέρα] έρα.
Th1/2Tr1/2 βιοθρέμμονα πάντων Th1Tr1/2 [βιοθρέμμον' πάντων Th2]] τν
βίου κα ζως παρεκτικν κα Th2 [γουν Tr1/2] τροφέα πάντων Th1Tr1
[πάντων Tr2] ζων, φυτν, κα Th1Tr1/2 ζωοφύτων

Scholia In Pindarum, Scholia et glossae in Olympia et Pythia (scholia recentiora Triclinii, Thomae Magistri, Moschopuli, Germani) (col
Ode-treatise O 1, scholion-section 10, line 11

(Nub. 569)· μέτερον πατέρ' αθέρα βιοθρέμμονα πάντων. ν  
γρ τ έρι κα ο τ πυρ νεφέλαι συνίστανται, κα οτος
πσι φυτος κα ζώοις τ ζν παρέχει.


Στον «Ύμνο προς Πρωτόγονον» βλέπουμε την πίστη των Ορφικών ότι ο Αιθήρ προϋπήρχε πριν από οποιαδήποτε γέννηση – εμφάνιση, αφού ο Πρωτόγονος, ή Έρως, ή Φάνης πλανιόταν μέσα στον Αιθέρα όταν γεννήθηκε από το αυγό. 
«Πρωτόγονον καλέω διφή, μέγαν, αιθερόπλαγκτον, ωογγενή» 

<Πρωτογόνου>, θυμίαμα σμύρναν.

Πρωτόγονον καλέω διφυ, μέγαν, αθερόπλαγκτον,
ιογεν, χρυσέαισιν γαλλόμενον πτερύγεσσι,
ταυροβόαν, γένεσιν μακάρων θνητν τ' νθρώπων,
σπέρμα πολύμνηστον, πολυόργιον, ρικεπαον,
ρρητον, κρύφιον οιζήτορα, παμφας ρνος,
σσων ς σκοτόεσσαν πημαύρωσας μίχλην
πάντη δινηθες πτερύγων ιπας κατ κόσμον  
λαμπρν γων φάος γνόν, φ' ο σε Φάνητα κικλήσκω
δ Πρίηπον νακτα κα νταύγην λίκωπον.
λλά, μάκαρ, πολύμητι, πολύσπορε, βανε γεγηθς
ς τελετν γίαν πολυποίκιλον ργιοφάνταις. 

Τον δισυπόστατο Πρωτόγονο επικαλούµαι, τον µέγα, τον αιθεροπλάνητο, τον ωογέννητο, µε τα χρυσά φτερά που αγαλλιά, τον ταυρόφωνο, τη γένεση των µακαρίων και των θνητών ανθρώπων, το πολυενθύµητο σπέρµα, τον πολυόργιο, τον Ηρικεπαίο, τον ανείπωτο, την κρύφια ορµή, τον πάµφωτο βλαστό, συ που διέλυσες τη σκοτεινή οµίχλη των µατιών κυκλοστρεφόµενος µε τις κινήσεις των φτερών παντού στον κόσµο φέρνοντας το ιερό λαµπρό φως, γι’ αυτό Φάνητα σε ονοµάζω κι άνακτα Πρίαπο κι Ανταύγη ζωηροφθαλµο. Αλλά µακάριε, στοχαστικέ, γόνιµε, πήγαινε χαρούµενος στην άγια τελετή την πολυσύνθετη των οργιοφαντών. 


Ενώ δίδεται  και ξεχωριστός ύμνος για τον Αιθέρα που τον αναφέρει ως τον σπινθήρα της ζωής για όλα τα ζωντανά πλάσματα και ως το άριστο και πρώτον στοιχείον του κόσμου…

θέρος>, θυμίαμα κρόκον.

Δις ψιμέλαθρον χων κράτος αἰὲν τειρές,
στρων ελίου τε σεληναίης τε μέρισμα,
πανδαμάτωρ, πυρίπνου, πσι ζωοσιν ναυσμα,
ψιφανς Αθήρ, κόσμου στοιχεον ριστον,
γλαν βλάστημα, σελασφόρον, στεροφεγγές,
κικλήσκων λίτομαί σε κεκραμένον εδιον εναι.   

  Ορφικός ύμνος Αιθέρος (θυμίαμα κρόκον)

Ω εσύ πού έχεις το υψηλόν κράτος του Διός πού είναι πάντοτε ακατανίκητον και έχεις μέρος των άστρων, του ήλιου και της σελήνης πού δαμάζεις τα πάντα και φυσάς φωτιά και είσαι ο σπινθήρ της ζωής εις όλα τα ζωντανά πλάσματα.
ο Αιθήρ πού φαίνεσαι από υψηλά, καί είσαι το άριστον (το πρώτον) στοιχείον του κόσμου ώ λαμπρόν βλαστάρι, πού φέρεις το φως και φέγγεις με τα άστρα.
Εσέ προσκαλώ και σε παρακαλώ να είσαι ήπιος και γαλήνιος εις ημάς.

Άλλη μετάφραση

 Ω εσύ µε την υψηλόβαθρη εξουσία του ∆ιός την ακατάλυτη πάντα, µέρος άστρων και ηλίου και σελήνης, πανδαµάτορα, πυρίπνοε, έναυσμα ζωής σε όλα τα ζωντανά, εσύ ο υψηλόφεγγος Αιθέρας, το άριστο στοιχείο του κόσμου, ω λαμπρό γέννημα, φωτοφόρο, αστροφώτιστο, καλώντας σε ικετεύω να’ σαι µακρόθυµος γαλήνιος. 
Οι Ορφικοί λοιπόν πιστεύουν στην κοσμογονική τους θεωρία ότι ο Αιθήρ είναι ένα πρωταρχικό, βασικό δομικό στοιχείο της Δημιουργίας, ότι είναι η ψυχή του κόσμου, το Θείον Πύρ, ο σπινθήρας που δίνει ζωή σε όλα τα δημιουργήματα.


Lucius Annaeus Cornutus Phil., De natura deorum
Page 28, line 6

σίοδος στορε, μετ δ ατ τν Γν κα
τν Τάρταρον κα τν ρωτα, κ δ το Χάους τ
ρεβος κα τν Νύκτα φναι, κ δ τς Νυκτς τν
Αθέρα κα τν μέραν…


Συνεχίζετε …

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Μετέωρος εν αιθέρι και νεφελησιν



 Ἥρα νιν ἤθελ' ἐκβαλεῖν ἀπ' οὐρανοῦ,
 Ζεὺς δ' ἀντεμηχανήσαθ' οἷα δὴ θεός·
 ῥήξας μέρος τι τοῦ χθόν' ἐγκυκλουμένου
 αἰθέρος, ἔδωκε τόνδ' ὅμηρον, ἐκτιθεὶς
 Διόνυσον Ἥρας νεικέων· χρόνωι δέ νιν
 βροτοὶ ῥαφῆναί φασιν ἐν μηρῶι Διός,

 ὄνομα μεταστήσαντες, ὅτι θεᾶι θεὸς
 Ἥραι ποθ' ὡμήρευσε, συνθέντες λόγον.
 μάντις δ' ὁ δαίμων ὅδε· τὸ γὰρ βακχεύσιμον
 καὶ τὸ μανιῶδες μαντικὴν πολλὴν ἔχει·


Μά τότε ο Δίας, σά θεός, στήν πονηριά της
έκαμε μιά άλλη πονηριά: Άπό τόν αιθέρα,
πού ζώνει ολόγυρα τή γη, άνοιξε ένας μέρος
και τό Διόνυσο όμηρο έκλεισε εκεί μέσα,
κι έτσι από' της "Ηρας πιά ξεγλύτωσε τις γρίνιες

 μέ τόν καιρό πλάσανε οί άνθρωποι τό μύθο
κι' είπαν πώς ήταν στό μηρό του Δία ραμένος,
ξεγελασμένοι άπ' τ' άνομα του, πού, θεός όντας,
τόν είχε κάποτε όμηρο της ή θεά "Ηρα.
Μά είναι και μάντης ο θεός αύτος, γιατί έχουν     
μαντική δύναμη ή βακχεία κ' ή μανία

Ο Διονυσος κρυμμένος ή αιχμάλωτος στον αιθέρα και παραδομένος στις ορέξεις της Ηρας, ή μια ανάποδη γραφή της ιστορίας του Δία/Κρόνου και της Ρέας/Ηρας, όπου ο γιός που αποτελεί ξεκάθαρη απειλή για τον Θεό/Θεά και την παύση της λατρείας του, θα πρέπει μέσω της «δέσμευσης» και της «παράδοσης» να γίνει αποδεκτός, ως νεότερος και ως υιός και από τον έτερο θεό/θεά, όπως και από τα αντίστοιχα πατριαρχικά ή μητριαρχικά ιερατεία και τους κατά τόπους χώρους λατρείας των. Κατ΄ουσίαν όμως ένας νέος «ιερός γάμος» και η συμβολική του σημασία για τα ιερατεία και τους πιστούς τους.

Στο ίδιο κειμενο στις Βάκχες αλλα διαφορετική μετάφραση του Θ. Στεφανόπουλου, διαβάζουμε:   ότι ο Δίας αποσπά ένα κομμάτι αιθέρα που ζώνει τη γή και πλάθει ομοίωμα του Θεού που δίδει όμηρο στην Ηρα

Όταν ο Ζευς τον άρπαξε από το πυρ του κεραυνού
και ανέβασε το τρυφερό βρέφος στον Όλυμπο,
η Ήρα ήθελε να τον πετάξει από τον ουρανό.
Ο Ζευς, καθ’ ο θεός, ιδού τι μηχανεύτηκε:
Απέσπασε ένα κομμάτι από τον αιθέρα  που ζώνει τη γη,
έπλασε ομοίωμα του θεού, έδωσε αυτό ως όμηρο
και προστάτευσε τον Διόνυσο από τον πόλεμο της Ήρας.

Με τον καιρό οι θνητοί παρήλλαξαν τη λέξη
και είπαν ότι ερράφη στου Διός τον μηρό•
επινόησαν την ιστορία, επειδή τον θεό η θεά τον κράτησε όμηρο.
[Mετ. Θ. Στεφανόπουλος]

 Ένας ιερός γάμος που τελειται δια του φαινομενικού θανάτου, και της "δεσμευσης" του  νεαρού βασιλιά/θεού που επιστρέφει ανανεωμένος και δυνατός με τις νέες τους ιδιότητες και την νέα του μορφή, αυτή του υιού/κόρης αντίστοιχα. Εξαρτάται σε ποιο θεό ή θεά προσφέρετε η νέα ταυτότητα. Και ειναι γνωστό ότι «πρέπει τις να αποθάνει δια να ζήσει».  Εκ του ιερού γάμου και εκ της ενώσεως αυτής μπορεί να ερμηνευθεί και η εναλλαγή ή ανταλλαγή των ρόλων ή και των ιδιοτήτων των φύλων. – η έχουσα εν εαυτή το άρρεν θα ηδύνατο να θεωρηθεί ως έχουσα τις ιδιότητες αυτού και τουμπαλιν.


Υπάρχει και ο αντίστοιχος μύθος όπου η Ηρα ειναι αυτή που γεννά εκ του μηρού της τον Ηφαιστο, ο οποίος θα την "δεσμεύσει" κι αυτός με την σειρά του στον αιθέρα, όπως και ο Ζεύς για να την τιμωρήσει. Ετσι ή ΗΡΑ/ΡΕΑ "δεσμεύεται" και μάλιστα δύο φορές, εις τον ΑΙΘΕΡΑ.
 Ο Ζεύς την τιμωρεί δια την κατ΄αυτού απάτήν και τον εναντίον του Ηρακλέους χειμώνα δια του περίεργου τρόπου της εν τω αέρι δεσμεύσεως. Ο Ζεύς πεδήσας δια χρυσών δεσμών τας χείρας της και εξάψας απο των ποδών δύο άκμωνας την εκρέμασεν απο του ουρανίου βήλου εις τον αέραν. Μετέωρος η Ηρα εν αιθέρι και νεφελησιν ουδεμίαν ηδύνατον να εύρει βοήθεια. Ενώ ο Ηφαιστος εκδικούμενος την αποστροφή την οποία αισθάνετο δι αυτόν η μητηρ του λόγω της ασκήμιας του την καθηλώνει αφύκτως επι του μαγικού του θρόνου...

Sextus Empiricus Phil., Adversus mathematicos
Book 1, section 290, line 10

Ζεύς τε ὁ τούτου παῖς ἀφελόμενος αὐτὸν τῆς ἡγεμονίας
  γαίης νέρθε καθεῖσε καὶ ἀτρυγέτοιο θαλάσσης,
  τῆλε μάλ' ἧχι βάθιστον ὑπὸ χθονός ἐστι βέρεθρον.
τῷ δὲ Διὶ ἐπιβουλεύουσιν οἱ συγγενεῖς, παρὸ καὶ ὑπὸ
Θέτιδος βοηθεῖται,
  ὁππότε μιν ξυνδῆσαι Ὀλύμπιοι ἤθελον ἄλλοι,
 Ἥρη τ' ἠδὲ Ποσειδάων καὶ Παλλὰς Ἀθήνη·
ὠμότατος γάρ ἐστι, καὶ τὴν μὲν ἀδελφὴν καὶ γυναῖκα
ἱεροσύλου τρόπον κρεμάσας οὐκ ἀρκεῖται, ἀλλὰ καὶ ὀνει-
δίζει λέγων
  ἢ οὐ μέμνῃ ὅτε τ' ἐκρέμω ὑψόθεν, ἐκ δὲ ποδοῖιν
  ἄκμονας ἧκα δύω, περὶ χερσὶ δὲ δεσμὸν ἴηλα
  χρύσεον ἄρρηκτον, σὺ δ' ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσιν
  ἐκρέμω, ἠλάστεον δὲ θεοὶ κατὰ μακρὸν Ὄλυμπον;
τὸν δὲ Ἥφαιστον ὀργισθεὶς ῥίπτει ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, ὁ δὲ
  κάππεσεν ἐν Λήμνῳ, ὀλίγος δ' ἔτι θυμὸς ἐνῆεν.
τὸν δὲ ἀδελφὸν ὑπερορᾷ  
   οἰκί' ἔχοντα
  σμερδαλέ' εὐρώεντα, τά τε στυγέουσι θεοί περ.
πρόσεστι δὲ αὐτῷ πρὸς τῇ ἀποτομίᾳ καὶ ἀκρασία, ὃς
θεασάμενος τὴν Ἥραν ἐπὶ τῆς Ἴδης κεκοσμημένην οὐ
καρτερεῖ μέχρις τῶν ἀποδεδειγμένων αὐτοῖς θαλάμων
ἐλθεῖν, ἀλλ' ἐπὶ τοῦ ὄρους χαμαὶ ῥίψας ἑαυτὸν συγκυ-

λίνδεται τῇ γυναικί,
  τοῖσι δ' ὑπὸ χθὼν δῖα φύεν νεοθηλέα ποίην,
  λωτόν θ' ἑρσήεντα ἰδὲ κρόκον ἠδ' ὑάκινθον.
ποικίλης οὖν πεφωραμένης τῆς ποιήσεως ἀνωφελὴς ἡ
γραμματικὴ μὴ δυναμένη ἀποδεῖξαι τίσι πιστευτέον ἐστὶν
ὡς ἀληθέσι καὶ τίσιν ἀπιστητέον ὡς μυθικοῖς ψεύς μασιν.

Celsus Phil., Ἀληθὴς λόγος
Chapter 6, section 42, line 41

ἀντιδοξοῦντος. οὕτω δ' ἀκούει καὶ Ὁμήρου, ὡς τὰ παραπλήσια τῷ
Ἡρακλείτῳ καὶ Φερεκύδῃ καὶ τοῖς τὰ περὶ Τιτᾶνας καὶ Γίγαντας
μυστήρια εἰσάγουσιν αἰνιττομένου ἐν τούτοις <τοῖς> τοῦ Ἡφαίστου
πρὸς τὴν Ἥραν λόγοις, φάσκοντος·  
  ἤδη γάρ <με> καὶ ἄλλοτ' ἀλεξέμεναι μεμαῶτα
  ῥῖψε ποδὸς τεταγὼν ἀπὸ βηλοῦ θεσπεσίοιο,
καὶ τοῖς τοῦ Διὸς πρὸς τὴν Ἥραν οὕτως·
  ἢ οὐ μέμνῃ, ὅτε τ' ἐκρέμω ὑψόθεν, ἐκ δὲ ποδοῖιν
  ἄκμονας ἧκα δύω, περὶ χερσὶ δὲ δεσμὸν ἴηλα
  χρύσεον ἄρρηκτον, σὺ δ' ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλησιν
  ἐκρέμω· ἠλάστεον δὲ θεοὶ κατὰ μακρὸν Ὄλυμπον,
  λῦσαι δ' οὐκ ἐδύναντο παρασταδόν· ὃν δὲ λάβοιμι,
  ῥίπτασκον τεταγὼν ἀπὸ βηλοῦ, ὄφρ' ἂν ἵκοιτο
  γῆν ὀλιγηπελέων. 




Παρακάτω θα δούμε και έτερο κείμενο όπου ο ‘Αμμωνας –πατέρας του Αιγύπτιου/ Λίβυου Διονύσου και της νύμφης Αμάλθειας κρύβει τον υιό Διόνυσο για να τον προστατεύσει από την ζηλοτυπία της γυναίκας του Ρέας,  τον στέλνει να μεγαλώσει από την χωρα καταγωγής της μητέρας του, την χώρα του Κέρατος του ΄Εσπερου   ή Εσπέρου  Κέρας, ή του Κέρατος της Αμάλθειας στην πόλη Νύσσα και στις πύλες της Νυσίας … όμοια ιστορία αναφέρει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης
Να υπενθυμίσω ότι ως «έσπερος θεός» χαρακτηριζόταν από τους αρχαίους ο Αδης.
Και ότι Εσπέρου Κέρας ονομάζει ο Πτολεμαίος  ένα ακρωτήριο της δυτικής Αφρικής.
Και ότι ο πλανήτης της Αφροδίτης όταν αυτός εμφανίζεται μετά τη δύση του Ήλιου (την «εσπέρα»), ονομάζεται και Από-σπεριτης.


 Το παρακάτω κείμενο…του Διονυσίου του Σκυτοβραχίωνα

Dionysius Scytobrachion Gramm., Fragmenta
Volume-Jacobyʹ-F 1a,32,F, fragment 8, line 41

 (68) Φησὶ δ' οὖν Ἄμμωνα βασιλεύοντα <τούτου> τοῦ μέρους τῆς Λιβύης
Οὐρανοῦ γῆμαι θυγατέρα τὴν προσαγορευομένην Ῥέαν, ἀδελφὴν οὖσαν
Κρόνου τε καὶ τῶν ἄλλων Τιτάνων. ἐπιόντα δὲ τὴν βασιλείαν εὑρεῖν πλησίον
τῶν Κεραυνίων καλουμένων ὀρῶν παρθένον τῶι κάλλει διαφέρουσαν Ἀμάλ-
θειαν ὄνομα. (2) ἐρασθέντα δ' αὐτῆς καὶ πλησιάσαντα γεννῆσαι παῖδα
τῶι τε κάλλει καὶ τῆι ῥώμηι θαυμαστόν· καὶ τὴν μὲν Ἀμάλθειαν ἀπο-
δεῖξαι κυρίαν τοῦ σύνεγγυς τόπου παντός, ὄντος τῶι σχήματι παραπλησίου
κέρατι βοός, ἀφ' ἧς αἰτίας Ἑσπέρου κέρας προσαγορευθῆναι· διὰ δὲ τὴν
ἀρετὴν τῆς χώρας εἶναι πλήρη παντοδαπῆς ἀμπέλου καὶ τῶν ἄλλων δένδρων τῶν
ἡμέρους φερόντων καρπούς. (3) τῆς δὲ προειρημένης γυναικὸς τὴν δυναστείαν
παραλαβούσης, ἀπὸ ταύτης τὴν χώραν Ἀμαλθείας κέρας ὀνομασθῆναι·
διὸ καὶ τοὺς μεταγενεστέρους ἀνθρώπους διὰ τὴν προειρημένην αἰτίαν τὴν
κρατίστην γῆν καὶ παντοδαποῖς καρποῖς πλήθουσαν ὡσαύτως Ἀμαλθείας
κέρας προσαγορεύειν. (4) τὸν δ' οὖν Ἄμμωνα φοβούμενον τὴν τῆς Ῥέας
ζηλοτυπίαν κρύψαι τὸ γεγονὸς καὶ τὸν παῖδα λάθραι μετενεγκεῖν εἴς
τινα πόλιν Νῦσαν, μακρὰν ἀπ' ἐκείνων τῶν τόπων ἀπηρτημένην. (5) κεῖσθαι
δὲ ταύτην ἔν τινι νήσωι περιεχομένηι μὲν ὑπὸ τοῦ Τρίτωνος ποταμοῦ,
περικρήμνωι δὲ καὶ καθ' ἕνα τόπον ἐχούσηι στενὰς εἰσβολάς, ἃς ὠνομάσθαι
πύλας Νυσίας.
εἶναι δ' ἐν αὐτῆι χώραν εὐδαίμονα λειμῶσί τε μαλακοῖς
διειλημμένην καὶ πηγαίοις ὕδασιν ἀρδευομένην δαψιλέσι, δένδρα τε καρπο-
φόρα παντοῖα καὶ πολλὴν ἄμπελον αὐτοφυῆ, καὶ ταύτης τὴν πλείστην  
ἀναδενδράδα. (6) ὑπάρχειν δὲ καὶ πάντα <τὸν> τόπον εὔπνουν, ἔτι δὲ
καθ' ὑπερβολὴν ὑγιεινόν· καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ἐν αὐτῶι κατοικοῦντας μακρο-
βιωτάτους ὑπάρχειν τῶν πλησιοχώρων. εἶναι δὲ τῆς νήσου τὴν μὲν πρώτην
εἰσβολὴν αὐλωνοειδῆ, σύσκιον ὑψηλοῖς καὶ πυκνοῖς δένδρεσιν ὥστε τὸν
ἥλιον μὴ παντάπασι διαλάμπειν διὰ τὴν συνάγκειαν, αὐγὴν δὲ μόνην ὁρᾶ-
σθαι φωτός. (69) πάντηι δὲ κατὰ τὰς παρόδους προχεῖσθαι πηγὰς ὑδάτων
τῆι γλυκύτητι διαφόρων; ὥστε τὸν τόπον εἶναι τοῖς βουλομένοις ἐνδιατρῖψαι
προσηνέστατον. ἑξῆς δ' ὑπάρχειν ἄντρον τῶι μὲν σχήματι κυκλοτερές, τῶι
δὲ μεγέθει καὶ τῶι κάλλει θαυμαστόν· ὑπερκεῖσθαι γὰρ αὐτοῦ πανταχῆι
κρημνὸν πρὸς ὕψος ἐξαίσιον, πέτρας ἔχοντα τοῖς χρώμασι διαφόρους· ἐναλλὰξ
γὰρ ἀποστίλβειν τὰς μὲν θαλαττίαι πορφύραι τὴν χρόαν ἐχούσας παρα-
πλήσιον, τὰς δὲ κυανῶι, τινὰς δ' ἄλλαις φύσεσι περιλαμπομένας, ὥστε
μηδὲν εἶναι χρῶμα τῶν ἑωραμένων παρ' ἀνθρώποις περὶ τὸν τόπον ἀθεώ-
ρητον. (2) πρὸ δὲ τῆς εἰσόδου πεφυκέναι δένδρα θαυμαστά, τὰ μὲν κάρ-
πιμα, τὰ δὲ ἀειθαλῆ, πρὸς αὐτὴν μόνον τὴν ἀπὸ τῆς θέας τέρψιν ὑπὸ
τῆς φύσεως δεδημιουργημένα·



και παρακάτω το αντίστοιχο κείμενο από τον Διόδωρο Σικελιώτη

περὶ δὲ Ὀρφέως τοῦ τρίτου μαθητοῦ τὰ κατὰ μέρος
ἀναγράψομεν, ὅταν τὰς πράξεις αὐτοῦ διεξίωμεν.
τὸν δ' οὖν Λίνον φασὶ τοῖς Πελασγικοῖς γράμμασι
συνταξάμενον τὰς τοῦ πρώτου Διονύσου πράξεις καὶ
τὰς ἄλλας μυθολογίας ἀπολιπεῖν ἐν τοῖς ὑπομνήμασιν.
ὁμοίως δὲ τούτοις χρήσασθαι τοῖς Πελασγικοῖς γράμ- 
μασι τὸν Ὀρφέα καὶ Προναπίδην τὸν Ὁμήρου διδά-
σκαλον, εὐφυῆ γεγονότα μελοποιόν· πρὸς δὲ τούτοις
Θυμοίτην τὸν Θυμοίτου τοῦ Λαομέδοντος, κατὰ τὴν
ἡλικίαν γεγονότα τὴν Ὀρφέως, πλανηθῆναι κατὰ
πολλοὺς τόπους τῆς οἰκουμένης, καὶ παραβαλεῖν τῆς
Λιβύης εἰς τὴν πρὸς ἑσπέραν χώραν ἕως ὠκεανοῦ·
θεάσασθαι δὲ καὶ τὴν Νῦσαν, ἐν ᾗ μυθολογοῦσιν
οἱ ἐγχώριοι ἀρχαῖοι τραφῆναι τὸν Διόνυσον, καὶ
τὰς κατὰ μέρος τοῦ θεοῦ τούτου πράξεις μαθόντα
παρὰ τῶν Νυσαέων συντάξασθαι τὴν Φρυγίαν ὀνο-
μαζομένην ποίησιν, ἀρχαϊκοῖς τῇ τε διαλέκτῳ καὶ
τοῖς γράμμασι χρησάμενον. φησὶ δ' οὖν Ἄμμωνα
βασιλεύοντα τοῦ μέρους τῆς Λιβύης Οὐρανοῦ γῆμαι
θυγατέρα τὴν προσαγορευομένην Ῥέαν, ἀδελφὴν
οὖσαν Κρόνου τε καὶ τῶν ἄλλων Τιτάνων. ἐπιόντα
δὲ τὴν βασιλείαν εὑρεῖν πλησίον τῶν Κεραυνίων
καλουμένων ὀρῶν παρθένον τῷ κάλλει διαφέρουσαν
Ἀμάλθειαν ὄνομα. ἐρασθέντα δ' αὐτῆς καὶ πλησιά-
σαντα γεννῆσαι παῖδα τῷ τε κάλλει καὶ τῇ ῥώμῃ
θαυμαστόν,
καὶ τὴν μὲν Ἀμάλθειαν ἀποδεῖξαι κυρίαν
τοῦ σύνεγγυς τόπου παντός, ὄντος τῷ σχήματι παρα-
πλησίου κέρατι βοός, ἀφ' ἧς αἰτίας Ἑσπέρου κέρας
προσαγορευθῆναι· διὰ δὲ τὴν ἀρετὴν τῆς χώρας
εἶναι πλήρη παντοδαπῆς ἀμπέλου καὶ τῶν ἄλλων
δένδρων τῶν ἡμέρους φερόντων καρπούς. τῆς δὲ
προειρημένης γυναικὸς τὴν δυναστείαν παραλαβού- 
σης, ἀπὸ ταύτης τὴν χώραν Ἀμαλθείας κέρας ὀνομα-
σθῆναι· διὸ καὶ τοὺς μεταγενεστέρους ἀνθρώπους
διὰ τὴν προειρημένην αἰτίαν τὴν κρατίστην γῆν καὶ
παντοδαποῖς καρποῖς πλήθουσαν ὡσαύτως Ἀμαλ-
θείας κέρας προσαγορεύειν. τὸν δ' οὖν Ἄμμωνα
φοβούμενον τὴν τῆς Ῥέας ζηλοτυπίαν κρύψαι τὸ
γεγονός, καὶ τὸν παῖδα λάθρᾳ μετενεγκεῖν εἴς τινα
πόλιν Νῦσαν
, μακρὰν ἀπ' ἐκείνων τῶν τόπων
ἀπηρτημένην. κεῖσθαι δὲ ταύτην ἔν τινι νήσῳ
περιεχομένῃ μὲν ὑπὸ τοῦ Τρίτωνος ποταμοῦ, περι-
κρήμνῳ δὲ καὶ καθ' ἕνα τόπον ἐχούσῃ στενὰς εἰσβο-
λάς, ἃς ὠνομάσθαι πύλας Νυσίας. εἶναι δ' ἐν αὐτῇ
χώραν εὐδαίμονα λειμῶσί τε μαλακοῖς διειλημμένην
καὶ πηγαίοις ὕδασιν ἀρδευομένην δαψιλέσι, δένδρα
τε καρποφόρα παντοῖα καὶ πολλὴν ἄμπελον αὐτοφυῆ,
καὶ ταύτης τὴν πλείστην ἀναδενδράδα. ὑπάρχειν
δὲ καὶ πάντα τὸν τόπον εὔπνουν, ἔτι δὲ καθ' ὑπερ-
βολὴν ὑγιεινόν· καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ἐν αὐτῷ κατοι-
κοῦντας μακροβιωτάτους ὑπάρχειν τῶν πλησιοχώρων.



Plutarchus Biogr., Phil., Παροιμίαι αἷς Ἀλεξανδρεῖς ἐχρῶντο
Centuria 2, section 27, line 1


 <Ἀμαλθείας κέρας:> ἡ Ῥέα τεκοῦσα τὸν Δία
ἔδωκεν Ἀμαλθείᾳ τρέφειν
· ἡ δὲ οὐκ ἔχουσα γάλα, αἰγὶ
ὑπέβαλεν αὐτόν. ὅθεν Αἰγίοχος ἐκλήθη. ὁ τοίνυν Ζεὺς
τὴν μὲν αἶγα κατηστέρισε· τὸ δὲ ἕτερον τῶν κεράτων
αὐτῆς ἀφελὼν παρέσχε τῇ Ἀμαλθείᾳ, παρασκευάσας γί-
γνεσθαι αὐτῇ ὃ ἂν παρὰ τοῦ κέρατος αἰτήσειε. ὅθεν τοὺς
εὐδαίμονάς φασιν <Ἀμαλθείας κέρας> ἔχειν.


Plutarchus Biogr., Phil., Παροιμίαι αἷς Ἀλεξανδρεῖς ἐχρῶντο
Centuria 2, section 27, line 2

< Ἀμαλθείας κέρας:> ἡ Ῥέα τεκοῦσα τὸν Δία ἔδωκεν Ἀμαλθείᾳ τρέφειν· ἡ δὲ οὐκ ἔχουσα γάλα, αἰγὶ ὑπέβαλεν αὐτόν.



συνεχίζετε ...