Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Διόνυσον νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον ...



Στην Ελληνική ανθολογία  όπως ονομάζεται από τους μελετητές  όπου υπάρχουν καταγεγγραμμένα επιγραμμάτα και ποιημάτα αρχαίων κλασσικών Ελλήνων και βυζαντινών ποιητών από τον 7ο π.Χ. μέχρι τον 10ο ή και το 12ο μ.Χ. αιώνα και σ’ έναν Αδέσποτο Ύμνο του Διονύσου, διάβαζουμε δύο επίθετα του που θα μας απασχολήσουν στην παρακάτω ανάρτηση. Νεβρωδέας και Νεβριδόπεπλος –δίδω ολόκληρο τον ύμνο παρακάτω :

Anthologia Graeca, Anthologia Graeca
Book 9, epigram 524, line 14

Αδέσποτον
Ύμνος εις Διόνυσος

Μέλπωμεν βασιλήα φιλεύιον, ειραφιώτην,
αβροκόμην, αγροίκον, αοίδιμον, αγλαόμορφον,
Βοιωτόν, βρόμιον, βακχεύτορα, βοτρυοχαίτην,
γηθόσυνον, γονόεντα, γιγαντολέτην, γελόωντα,
Διογεν, δίγονον, διθυραμβογεν, Διόνυσον,
Ειον, εχαίτην, εάμπελον, γρεσίκωμον,
ζηλαον, ζάχολον, ζηλήμονα, ζηλοδοτρα,
πιον, δυπότην, δύθροον, περοπα,
θυρσοφόρον, Θρήικα, θιασώτην, θυμολέοντα,
νδολέτην, μερτόν, οπλόκον, ραφιώτην,
κωμαστήν, κεραόν, κισσοστέφανον, κελαδεινόν,
Λυδόν, ληναον, λαθικηδέα, λυσιμέριμνον,
μύστην, μαινόλιον, μεθυδώτην, μυριόμορφον,
νυκτέλιον, νόμιον, νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον,
ξυστοβόλον, ξυνόν, ξενοδώτην, ξανθοκάρηνον,
ργίλον, βριμόθυμον, ρέσκιον, ορεσιφοίτην,
πουλυπότην, πλαγκτρα, πολυστέφανον, πολύκωμον,
ηξίνοον, αδινόν, ικνώδεα, ηνοφορα,
σκιρτητήν, Σάτυρον, Σεμεληγενέτην, Σεμελα,
τερπνόν, ταυρωπόν, Τυρρηνολέτην, ταχύμηνιν,
πνοφόβην, γρόν, μενήιον, λήεντα,
φηρομαν, φρικτόν, φιλομειδέα, φοιταλιώτην,
χρυσόκερων, χαρίεντα, χαλίφρονα, χρυσεομίτρην,
ψυχοπλανή, ψεύστην, ψοφομηδέα, ψυχοδέκτην,
ώριον, ωμηστήν, ωρείτροφον, ωρεσίδουπον.
μέλπωμεν βασιλήα φιλεύιον, ειραφιώτην.)

Μερικές αναγραφές σε λεξικά για να δούμε  τις ερμηνείες που δίδονται για τον νεβρό.


Νεβρός (βλ. νέος, νήπιος) το νεογνό του ελαφιού, επί παραδόξου πράγματος, νέβραξ, νέβρειος, νεβρή, νευρίας, νεβρίδιον, νεβριδο- νεβρίζω, νεβρίς, νεβρισμός, νεβρίτης, νεβρόομαι, νεβρόω, νεβρώδης.

Νεύρον (νεαρόν (α>υ) βλ. νεβρός, διότι από διότι από έντερα νεαρών ζώων ή από νεβρίδες ( = δέρματα νεβρών), κατασκεύαζαν χορδές.- χορδή ή σχοινί, από νεύρα ή άκρα του μυός, με τα οποία αυτός προσκολλάται στο οστό, νεύρο του νευρικού συστήματος, ρώμη, ισχύς, δύναμη, η χορδή του τόξου, ή σφενδόνης, νευρία, νεύρα, νευρή, νευράς, νευρικός, νευρικόν, νεύρινος, νευρο-, νευρόω, νεύρωσις, νευροειδής, νευρώδης, νευρωτικός, νεύρ-, νευριάζω, νευρίασμα, νευριαστικος, νευρισμένος, νευρικότητα, νευρίνωμα

Ελλός το νεογνόν της Ελάφου, διότι κρύπτεται, λουφάζει επί του εδάφους, Ελλάς, Σελλοί- Ελλοί, Ελλην, Ελλάδα, Έλληνας, Έλλην είναι όλες λέξεις με κοινή ρίζα

Από το Ετυμολογικόν Λεξικόν Ελληνικής γλώσσας του Σταύρου Ν. Βασδέκη…

Suda, Lexicon
Alphabetic letter nu, entry 127, line 1

<Νεβρίζων·> Δημοσθένης πρ Κτησιφντος. ο μν ς το
τελοντος νεβρίδα νειμένου κα τος τελουμένους διαζωννύντος νε-
βρίσιν, π τ νεβρος διασπν κατά τινα ρρητον λόγον.
<Νεβρίς:> λάφου δέρμα. ν πιγράμμασι· νθετό σοι κορύναν
κα νεβρίδας μέτερος Πάν.
<Νεβρίς.> κισσωτν στέρνοις νεβρίδ' ναπτομένη.
<Νεβρός:> λάφου γέννημα, οονε π τν βορν ξιν κα νε-
μόμενον. τυμολογεται δ νεοπόρος τις ν. κα <Νεβρείη
καρδία.> Βάβριος· πεινσα κερδώ, καρδίην δ νεβρείην λάπτει πεσοσαν,
ρπάσασα λαθραίως.
<Νεβρώδ:> νομα κύριον. φ' ο ο γίγαντες.
<Νεβρώδης:> νομα κύριον
 
Cyranides, Cyranides
Book 2, section 27, line 2


Περ νεβρο.
 Νεβρός στι τ τς λάφου γέννημα.

Εustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarium in Dionysii periegetae orbis descriptionem
Section 310, line 5

                                 Σημείωσαι δ τι νεβρός
μν τ γέννημα τς λάφου δι το β γράφεται,
Νευροί δ τ θνικν, ο κα Νευρται, δι τς ευ διφθόγγου.


Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarium in Dionysii periegetae orbis descriptionem
Section 700, line 24

Οτοι ο Καμαρται τν Βάκχον
νδν κ πολέμου, φησ, δεξάμενοι ξένισαν, κα τας
Λήναις, στι τας Βάκχαις, συνεχόρευσαν, τ κείνων
φορήματα, ζώματα δηλαδ κα νεβρδας, π στήθεσι
βαλόντες, εο Βάκχε λέγοντες. μνητικν δ ν τοτο
τ λόγιον τ Διονύσ πιφωνούμενον, σπερ κα τ
εάν· θεν κα τ εόζειν παράγεται, κα Διόνυσος  
Εϊος λέγεται. Τατα δ ο μν δάσυνον, ς νθου-
σιαστικ πρωτόθετα πιρρήματα, ο δ ψίλουν, ντ
το ε ο, τουτέστιν ατ, κλαμβανόμενοι τν το
Περιηγητο ταύτην φωνν, κα ξ ατς τ εάν προά-
γοντες, τάχα μν ν μι λέξει, τάχα δ κα ς κ δύο
σύνθετον, το ε κα το αν. στέον δ τι α Βάκχαι
α το Διονύσου παδο ες μπέλους λληγορονται·
τροφο γρ αται το ες ονον κλαμβανομένου Διονύ-
σου. Α δ Διονυσιακα νεβρδες τν τν σταφυλν ν
χρό ανίττονται πολυείδειαν· πολύχροοι γρ κα α νε-
βρδες κα ποικίλαι τος στίγμασιν· κα τ τν με-
θυόντων πεμφαίνουσιν γενές· δειλν γρ νεβρς,
τ τς φυζακινς λάφου νεογνν, ο δορ νεβρίς·
κα διότι ποικίλοι τ ες νον δι τ εμετάβολον
ο μεθύοντες, ποικίλον δ κα νεβρς δι τ πολύ-
στικτον.

Οι Διονυσιακές νεβρίδες επικροτούν και επιδοκιμάζουν την χροιά, την ποικιλία την πολυμορφία των δερμάτων που ομοιάζουν την χροιά των σταφυλιών – αποχρώσεις … Διαφορετικές αποχρώσεις έχουν και οι νεβρίδες και πολλές μορφές στο χρώμα και στα πλουμίδια, στα σχέδια τους πάνω στο δέρμα των νεαρών ελαφιών…
Ή και των μεθυσμένων φανερώνει την αγένεια, την ανανδρία τους, καθώς είναι δειλό το ελαφάκι, της δειλής ελαφίνας ο νεογνός, και δεν θα πρέπει να σκοτώνεται ή ότι η ευμετάβλητη, αλλοπρόσαλλη, ασταθής και ευμετάβλητη σκέψη  στον νου των μεθυσμένων, ποικίλει όπως και της νεβρίδος το κατάστικτο, κηλιδωτό, παρδαλό πιτσιλωτό, ποικιλόχρωμο δέρμα…


συνεχίζετε ...

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

γίγαντες οἱ ἀπ' αἰῶνος, οἱ ἄνθρωποι οἱ [ὀνο]μαστοί



Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 391, line 15

 <Εϊος> κα <εσιος>: Διόνυσος· κα τ ες
ατν πίφθεγμα, Εσοι κα Εο, κατ Λάκωνας·
Δωρικ γρ διαλέκτ μεταγενεστέρ κατ' νδειαν
το σ φασ γεγενσθαι εϊος· κα Εο κα Εάν.

Commentaria In Dionysii Thracis Artem Grammaticam, Scholia Marciana (partim excerpta ex Heliodoro, Tryphone, Diomede, Stephano, Georgio Choerobosco, Gregorio Corint Page 433, line 34

Κα πάλιν θειασμο λέγεται πιρρήματα, θειάζοντές τινες κα κά-
τοχοι τ Διονύσ γινόμενοι, τουτέστιν μφορούμενοι π <σφοδρο>
τινος πνεύματος, πιφθέγγονται κα λέγουσιν εὔἁν εο· τατα ον 
στι το Διονύσου, πειδ κα ατς μανίας στ ποιητής, κα τατα
> πιφθέγματα π τν μυστν πρς ατν λέγεται.

Ως Εϊος αλλα  κασιος επίθετο του Διονύσου αλλά και επίφθεγμα  Ευσοί και Ευοί, κατά τους Λάκωνες,  στην Σπάρτη ονομάζετε ο θεός.


Εσιος ο καλός θεός, αναλυτικότερα όπου Ευ = ο καλός, ο καθώς πρέπει, ο δίκαιος, σωστός, ορθός και  – σιός = ο θεός, η θεότητα, ο Κύριος και –σιά ο δωρικός τύπος της Θεάς
Όμως ο Νεβρώδ αναφέρετε και ως γίγας σε μια σειρά κειμένων κι πολλές φορές ταυτίζεται και με τον Ωρίωνα- δες προηγούμενο κείμενο:  καλετο δ Νεβρδ κα Εήχιος.
Περισσότερα περί γιγάντων, κάποιες ενδιαφέρουσες επισημάνσεις, πριν περάσω σε άλλες αναφορές  περί Νεβρώδ.

Constantinus Manasses Hist., Poeta, Compendium chronicum Line 469

 πέγγονοι δ' γένοντο το Νε το δικαίου,
σν λλοις ψηλόφροσιν κγόνοις πεκγόνοις,
Μεσρμ δευτερότοκος το Χμ υο το Νε,
Νεβρώδ τε γίγας, πολς τ τς χειρς σχύϊ.

Στο ίδιο κείμενο του Κωνσταντίνου Μανασσή  αναφέρετε και το παρακάτω απόσπασμα :

ν τας μέραις βραμ ρξε τν σσυρίων
Βλος νρ βριαρός, κραταιόχειρ γίγας,
ν ς θεν τίμησαν ο πεφενακισμένοι
κα Κρόνον μετωνόμασαν. οτος δ' Κρόνος σχε
γυνακα τν Σεμίραμιν τν λεγομένην έαν

Ο χεροδύναμος ή χειροδύναμος γίγας ο Βήλος που ξεκίνησε το γένος ή βασιλεία των Ασσυρίων …και τον τίμησαν οι εξαπατημένοι ή οι πλανεμένοι και τον μετονόμασαν  Κρόνο και είχε ως γυναίκα του την Σεμιράμιδα την λεγόμενη και Ρέα …
Γίγαντες όμως αναφέρονται στα κείμενα οι παρακάτω …

Historia Alexandri Magni, Recensio Byzantina poetica (cod. Marcianus 408)
Line 6

Μακεδόνων βασιλες λέξανδρος κενος,
γίγας περίφημος, συνετς ν λόγοις,
πάρδαλις πτερωτή, λέων βρυχητίας,
πρς πολέμους σχυρός, δυνατς ν μάχαις,
παντ τ κόσμ γέγονε περιφανς κα μέγας.

Σε κείμενο που ακολουθεί πάλι από τον Ψευδο-Καλλισθένη στον Βίο του Αλεξάνδρου :

Historia Alexandri Magni, Recensio Byzantina poetica (cod. Marcianus 408)
Line 6004

Περδίκκας ον τ προσταχθν παρ' λεξάνδρου πράξας,
μόνοι προσεπορεύοντο πάντες ο Μακεδόνες,
ρντες τν λέξανδρον κείμενον ν τ κλίν
μίθνητον, μιθαν, τν τηλικοτον νδρα·
θεν κα κλαίοντες ατο κα τύπτοντες τ στήθη
σν ομωγας κραύγαζον· «λέξανδρε φρενήρη,
τ Μακεδόνων καύχημα κα δόξα τν λλήνων,
ταχυδρόμος ετός, δυνατς ς λέων,
γίγας πολεμόκλονος, συνετς ν λόγοις,
θνήσκεις ς νθρωπος ατός;

Στα κείμενα, σχεδόν όλων των πατέρων και θεολόγων, όπως του Ιωάννη του Χρυσοστόμου ο Νεβρώδ αναφέρετε ως αυτός που εναντιώθηκε στον Θεό, ή που στράφηκε εναντίον του Θεού γιατί ήταν ο πρώτος που δημιούργησε βασίλειο. Τους συγχέουν με τους Ασταρώθ και την πόλη Ωγ ως πόλη κατοικίας των γιγάντων και την φυλή του Μανασσή …
Είναι υπαίτιος για το χτίσιμο του πύργου της Βαβυλώνας και την σύγχυση των γλωσσών. Ενώ θεωρούν ότι η αλαζονεία του και η τυραννία του ή η βασιλεία του ήταν αυτή που έγινε αιτία να τιμωρηθεί από τον Θεό με την πτώση του πύργου ή των τειχών της Βαβυλώνας…

Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., In Genesim (homiliae 1-67)
Vol 53, pg 272, ln 24

                        Οτος ν γίγας κυνηγς ναν-
τίον Κυρίου. Καί τινες μέν φασι τ ναντίον Κυ-
ρίου, ντ το ναντιούμενος τ Θε· γ δ οχ
γομαι τοτο ανίττεσθαι τν θείαν Γραφν, λλ'
τι σχυρός τις ν κα νδρεος. δ πέναντι Κυρίου
το Θεο, ντ το, π' ατο παραχθες, π' ατο
δεξάμενος το Θεο τν ελογίαν, τι μελλεν
Θες δι' ατο θαυμάζεσθαι, ς τοιοτον παραγαγν κα
δείξας π τς γς. λλ κα οτος πάλιν μιμούμενος
τν πρόγονον, κα οκ ες δέον χρησάμενος τος τς φύ-
σεως προτερήμασιν

Hippolytus Scr. Eccl., Chronicon
Section 54, line 1

      Συνεχύ-
θησαν δ α γλσσαι μετ τν κατακλυσμν π
τς γς· σαν ον α συγχυθεσαι γλσσαι οβʹ,
ο δ τν πύργον οκοδομήσαντες σαν θνη οʹ,
ο κα ν γλώσσαις ατν π προσώπου τς γς
διεμερίσθησαν.
         Νεβρδ δ γίγας, υἱὸς
Χος το Αθίοπος, οτος ες τν βρσιν ατος
κυνηγν χωρήγει θηρία φαγεν.
            (12) κα Νεβρδ γίγας Αθιοψ.
         [γέγραπται γάρ· κα Χος γέννησε
τν Νεβρδ τν Αθίοπα γίγαντα κυνηγόν – ς
Νεβρδ γίγας κυνηγός.]

Joannes Malalas Chronogr., Chronographia (eclogae e cod. Paris. gr. 1336)
Page 234, line 9

· κ δ τς ατς
φυλς το Σμ, τς κρατησάσης τν σσυρίαν κα τν Περ-
σδα, κα τ μέρη τς νατολς, νεφάνη νθρωπος γίγας τ
γένος, νόματι Κρόνος, πικληθες π το δίου πατρς Δόμνος,
ες τν πωνυμίαν το πλανήτου στέρος Κρόνου. γένετο δ δυνα-
τς, στις πρτος κατέδειξε τ βασιλεύειν κα ρχειν κα κρατεν
τν πολλν νθρώπων. κα βασίλευσεν ατς τν σσυρίων τη
πολλ, κα πέταξε πσαν τν γν Περσδος· ν δ φοβερς
πρς πάντας, εχε δ γυνακα τν Σεμίραμιν, τν κα αίαν κα-
λουμένην παρ σσυρίοις, δι τ εναι ατν λαζόνα κα περή-
φανον. ν δ κα ατ κ τς φυλς το Σμ υο Νε.

Joannes Zonaras Gramm., Hist., Epitome historiarum (lib. 1-12)
Volume 1, page 22, line 9

                Νεβρδ δέ τις το Χμ υωνός, ς
πρτος γίγας φθη π τς γς, τολμηρς κα κατ
χερα γενναος, τν λλων κατάρχων ες τυραννίδα
τ πράγματα περιέστησε, κα πύργον οκοδομεν α-
τος πέθετο ξ πτς πλίνθου κα σφάλτου δεδο-
μημένον.

Eusebius Scr. Eccl., Theol., Onomasticon
Page 12, line 12

σταρώθ (Deut 1, 4). πόλις ρχαία το γ, ν κατκουν ο
γίγαντες, γέγονε φυλς Μανασσ.

Όμως η ερμηνεία που δίνεται για τον γίγαντα μέσω λεξικών είναι η εξής :

Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon
Alphabetic letter gamma, page 437, line 9

  Γίγας:  παρ τ γ γίνεται γς κα κατ ναδιπλασιασμν γίγας.

Αυτός που έχει προέρθει από την γή – γαν -γαία και το όνομά του προέρχεται από αναδιπλασιασμό της γής-γας -γαιας

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Odysseam
Volume 1, page 157, line 19

γηγενς μν γρ, κ γς γεγονς, θεν κα δι το <η> ρχουσα. γίγας δ, παρ τ γίνεσθαι κα τν γν, δι κα δι διχρόνου χει τν παραλήγουσαν.

Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)
Alphabetic letter gamma, entry 546, line 1

†<γιγαλία>· γ S
*<γίγας>· δυνάστης.

Ο Ησύχιος δίνει την ερμηνεία του Γίγαντος ως δυνάστη, δηλ. ως ισχυρού ή πρώτου στην πολιτεία, του εξουσιαστή, του κυρίαρχου, του δεσπότη, του δικτάτορα, του καταπιεστή, ή του σατράπη, ή του τύραννου…

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 231, line 22

 <Γίγαντος>: Μεγάλου, σχυρο.
<Γιγαντία>: Λυκία· κα <γίγαντες>, ο οκοντες.
 <Γίγας>: Παρ τ γ, τ χωρ, γίνεται γάς· κα
κατ ναδιπλασιασμν, γίγας· παρ τ κ τς
γς έναι· οον,
 Ος καλέουσι γίγαντας πώνυμον ν μακάρεσσιν,
 ονεκα γς γένοντο, κα αματος ορανίοιο.
Οτως ρφες ν τ γδό το ερο Λόγου.
<Γιγωνίς>: κρα μεταξ Μακεδονίας κα Πελ-
λήνης. Κα Γιγν ντεθεν Διόνυσος ερηται, π
τν γιγάντων. π το έοντος ποταμο Γίγαντος.

Η Γιγαντία ονομάζεται η περιοχή της Λυκίας καθώς και οι οικούντες αυτήν. Περιοχή – χώρα της Μικράς Ασίας μεταξύ Καρίας και Παμφυλίας
Λύκειος όμως επίθετο του Απόλλωνος

Γίγας ο Μέγας και ο Ισχυρός, ενώ γίγαντες είναι το επώνυμο που φέρουν οι μακαριοι ή μάκαρ  δηλ. οι μακάριοι, οι ευτυχισμένοι, οι ευλογημένοι και οι ευδαίμονες

Μάκαρες θνητοί οι μακαρίτες, οι πεθαμένοι οι σκοτωμένοι στο πεδίο της μάχης που πηγαίνουν στα Ηλύσια πεδία κλπ και όπου έχουν γεννηθεί από την γή αλλά  φέρουν και αίμα ουράνιο.
Γιγωνίς η περιοχή μεταξύ Μακεδονίας και Πελλήνης

Γιγών ονομάζεται και ο Διόνυσος καθώς λέγεται από τους Γιγαντες ή από τον ρέοντα ποταμό Γίγαντα…

Scholia In Aeschylum, Scholia in Aeschylum (scholia vetera)
Play Th, hypothesis-epigram-scholion 424d, line 1

γίγας] νδρεος.
γίγας] πέρσωμος. A2Ξa

Οι υπόλοιπες ερμηνείες των ετυμολογικών λεξικών δίνονται παρακάτω :

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 669, line 51

 <Πηλαγόνες>: Ο γίγαντες. Καλλίμαχος,
 Πηλαγόνων λατρα.
Ερηνται παρ τ κ πηλο γεγενσθαι, τουτέστιν κ γς.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωροςμαι)
Alphabetic entry eta, page 249, line 14

 <ρωες>, Πλάτων ρωες δι τ ρσθαι θεν θνητς,
 ξ ν γεννήθησαν ο ρωες. ριστόνικος, τι γηγε-
 νες σαν, ο πρώτην περ τν ραν, οον, ρωες. τι- 
 νς δ τι Πανδώρα κ πηλο γένετο, ς Πανδώρας
 κα πιμηθες ο νθρωποι.
<ρωες> κλήθησαν π τς ρας, π τς ρετς,
  π το έρος, ς φησν σίοδος, έρα σσάμενοι,
π τς ράσεως, τουτ'στι τς μίξεως τν θεν,
  π το ρω τ κουφίζω, παρ τ ρ σημαί-
 νει τ ρμόζω.
<ρωες. μίθεοι>, δυνατο, ο γιγάντες, ο πάλαι πρω-
 τογενες νθρωποι. π τς ρωτήσεως, διαλεκτι-
 κο γρ δι τ ρσθαι θνητν, ξ ν γεννήθησαν
 ρωες. ριστόνικος, τι γηγενες σαν ο πρτοι περ
 τν ραν. τινς δ τι Πανδώρα κ πηλο γένετο,
 ς Πανδώρας κα πιμηθες ο νθρωποι.

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum (άλιονζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari Alphabetic entry epsilon, page 524, line 10

 <ρινύες>· παρ τ ρευνν. ο δ παρ τν ριν, τι δυσμενες
ως τέλος εσίν. ο δ παρ τν ραν· γηγενες γάρ εσιν ς κα ο Γίγαντες· <λέγονται γρ> παρ τν τς γς σταλαγμν γεγενσθαι, ς σίοδος <Theog.
183 sqq.> “σσαι γρ αθάμιγγες πέσσυθεν αματόεσσαι, πάσας δέξατο Γαα·
περιπλομένων δ' νιαυτν γείνατ' ρινς τε κρατερς μεγάλους τε Γίγαντας”.

Didymus Caecus Scr. Eccl., In Genesim
Codex page 156, line 19

          Ο δ γίγαντες σαν π τς γς ν τα[ς -
μ]έραις κείναις κα μετ' κενο, ς ν εσεπορεύοντο [ο]
υο το Θεο πρς τς θυγατέρας τν νθρώπων κα
γέννων [αυτο]ς· κενοι σαν ο γίγαντες ο π' αἰῶνος,
ο νθρωποι ο [νο]μαστοί.

Γίγαντες,  απ΄ όλες τις ερμηνείες όπως προκύπτουν είναι οι ονομαστοί οι μακάριοι, οι δυνατοί, και οι ανδρείοι, οι ήρωες με τα θαυμαστά κατορθώματα τους οι γιοί της γής που θεωρούν ότι κατέχουν και ουράνιο αίμα -καθώς θεωρούνται ως τέκνα των θεών -καθώς τα κατορθώματα τους ξεπερνούν σε αντρεία ή δύναμη τα κατορθώματα των απλών ανθρώπων…

Συνεχίζετε...