Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

Περί Αρτέμιδος και άρταμου



     Αρκτεία είναι ένα πανελλήνιο έθιμο και ένας θεσμός άμεσα συνδεδεμένος με τη λατρεία της Αρτέμιδος, επιτελούμενο σε πολλά ιερά της. Στην Λήμνο, στην Μουνιχία και στην πόλη των Αθηνών επάνω στην Ακρόπολη – μετά την καταστροφή του ιερού της Βραυρώνας- στην Αρκαδία (Στύμφαλο, Μαντινεία, Ορχομενό, Ηραία Μέθυδρο, Σπάρτη, Άργος- Αρκαδία εν γένει) στην Θράκη καθώς έχουν βρεθεί νομίσματα και επιγραφές που παραπέμπουν στην Ταυροπόλο Αρτέμιδα ( καθώς και ο Ταύρος θεωρείται ιερό ζώο της Αρτέμιδος μαζί με την Άρκτο), στην Αμφίπολη της Θράκης και στην Παιονία γενικότερα καθώς εκεί η γυναίκες θυσίαζαν στην Αρτέμιδα Βασιλείαν,  στην Μακεδονία στην Κυρήνη, στην Λήμνο και στην Ίμβρο, στη Θεσσαλία, στην Ταυρίδα, την Καππαδοκία, Λυδία, Έφεσο Συρία κλπ
Στην Κρήτη καθώς στο Ακρωτήρι των Χανίων υπάρχει η Σπηλιά της Άρκτου, σπηλιά της Παναγίας, η Παναγία η Αρκουδιώτισσα ή Aρκουδόσπηλιος  Εκεί υπάρχει ο τοπικός μύθος για μια ιερή άρκτο και την θεά προστάτιδα της νεότητας που λατρευόταν από την προ-δωρική εποχή. Οι πελασγοί έφεραν μαζί τους την λατρεία της Άρκτου και την διέδωσαν μέχρι την Κρήτη. Εκεί και το ξόανό της θεάς που λατρευόταν ιδιαιτέρως με το ιερό της ζώο. Από τις επιγραφές, που έχουν βρεθεί στο εσωτερικό του Αρκουδόσπηλιου, θεωρείται ότι αποτελούσε χώρο λατρείας του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος.


Υπενθυμίζω ότι στην Μινωική Κρήτη δεν υπάρχουν ναοί για την λατρεία των θεών. Λατρευτικοί τόποι είναι τόποι από την φύση τους κατάλληλοι σύμφωνα με την αντίληψη των Κρητών της εποχής. Σπηλιές και βουνοκορφές είναι οι συνηθέστεροι τόποι λατρείας καθώς και μικρά σπιτικά ιερά.
Τόσο στις σπηλιές όσο και στις βουνοκορφές βρέθηκαν αναθήματα και τάματα που οι πιστοί πηγαίνουν στην Θεά. Τα αναθήματα είναι ομοιώματα ζώων και δέντρων ομοιώματα ανθρώπων η ομοιώματα ανθρώπινων μελών καθώς και φορέματα.
Στους λατρευτικούς χώρους υπάρχουν και κάποια μικρά δωματιάκια με πεσσό, έναν τετράγωνο στύλο καταμεσής, τους πεσσούς αυτούς περιέβαλαν συνήθως γούρνες για την προσφορά και τις σπονδές  των τελετουργικών υγρών (μέλι, γάλα, κρασί κλπ)

Άλλοτε υπάρχουν και κίονες ή τρικίονα ιερά. Τρις κίονες πάνω τις κρύπτες όπως στο ανάκτορο της Κνωσού, ενώ υπάρχουν και κάποιες ιερές δεξαμενές ή καθαρτήριοι χώροι.


Τα τοπωνυμία με τα οποία λατρεύεται η θεά σχετίζονται με τις ιδιότητές της ως Κουροτρόφου, προστάτιδας της παιδικής ηλικίας, και του τοκετού. Μερικά απ΄ αυτά είναι τα: Βοηθός- σε επιγραφή στη Βέροια,  Λοχεία στην Μακεδονία και στην Φθιώτιδα, Πέργαμο, Ειλείθυια, Σώτειρα στο Δίον, Βενδίς (Άρτεμις Βενδίδα ) στη Θράκη ως προστάτιδα της βλάστησης.

Η θεά ούτως η άλλως είναι η Θεά προστάτιδα του τοκετού και προστάτης της παιδικής ηλικίας, είναι κουροτρόφος, παιδοτρόφος, φιλομείραξ, και ταυτόχρονα προστάτιδα του γάμου και κυρίως της φροντίδας για έναν αίσιο τοκετό και για ευγονία που θα εξασφάλιζε την συνέχεια του γένους.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την Θεά του κυνηγιού που ήδη από τον Όμηρο αποκαλείται Πότνια Θηρών/Θυρών. Ένας γονιμικός χαρακτήρας της Θεάς που συνλατρεύεται μαζί με τις χθόνιες θεότητες και την Δήμητρα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Μεγάλη μητέρα Θεά είναι η θεά που απεικονίζεται ως :
Των ορέων
Του κυνηγιού
Της Θάλασσας
Των φιδιών
Των περιστεριών
Κουροτρόφος
Πολεμική
Ιδιότητες που την απεικονίζουν με μορφές της ίδιας θηλυκής θεάς, και της δίδουν διαφορετικά ονόματα για κάθε μια από τις ποικίλες μορφές της.  Φέρει ιδιότητες και ταυτίστηκε με τις παλαιότερες θέες της φύσης και τελικά τις αφομοίωσε κληρονομώντας τους ρόλους και τα χαρακτηριστικά τους.


Ας μην ξεχνούμε επίσης ότι στην Κρήτη η θεά φέρει τα ονόματα  της Δίκτυννας εκ της οροσειρά του Όρους Δίκτης και εκ των διχτυών, Βριτόμαρτις η γλυκιά παρθένος, Καλλίχορην και Ανθεία,  και με την Ειλείθυια, από το ελεύθω+υιός, δηλαδή μαμμή, και άρα τη θεά του τοκετού, ως Καλλιστώ (Άρτεμις Καλλίστη στην Αρκαδία) ως Αγροτέρα, ενώ στην Έφεσο είναι η θεά μητέρα, θεά τροφός, θεά της γονιμότητας ή θεά με τους πολλούς μαστούς. Τα σχετικά με τους ιερείς της Μεγάβυζους, Εσσήνες κλπ τα είδαμε σε προηγούμενα κείμενα


Η θεά ως Παρθένος φέρει το προσωνύμιο Αγνή και αυτό ετυμολογεί και το όνομά της ως  Άρτεμις δια το αρτεμές -

Plato Phil., Cratylus
Stephanus page 406, section b, line 2

Ἄρτεμιςδὲ <διὰ>
τὸ <ἀρτεμὲς> φαίνεται καὶ τὸ κόσμιον, διὰ τὴν τῆς παρθενίας
ἐπιθυμίαν· ἴσως δὲ <ἀρετῆς ἵστορα> τὴν θεὸν ἐκάλεσεν
καλέσας, τάχα δ' ἂν καὶ ὡς τὸν <ἄροτον μισησάσης> τὸν
ἀνδρὸς ἐν γυναικί· ἢ διὰ τούτων τι ἢ διὰ πάντα ταῦτα τὸ
ὄνομα τοῦτο ὁ τιθέμενος ἔθετο τῇ θεῷ.

Η Άρτεμις φαίνεται ότι σημαίνει την ακεραιότητα (αρτεμές) και την αξιοπρέπεια, γιατί αγαπά την παρθενία. Ίσως όμως γνώστη της αρετής (αρετής ίστορα) ονόμασε την θεά ο δημιουργός του ονόματος, και ίσως γιατί μίσησε τη γονιμοποίηση (άροτον μισησάσης ) της γυναίκας από τον άνδρα. Ή για κάποιαν απ΄ αυτές τις αιτίες ή και για όλες μαζί δόθηκε το όνομα στη θεά απ΄ εκείνον που το έδωσε στη θεά.

Artemidorus Onir., Onirocriticon
Book 2, chapter 35, line 14

Ἄρτεμις τοῖς φοβουμένοις ἀγαθή· διὰ γὰρ τὸ ἀρτεμές,
ὅπερ ἐστὶν ὑγιές, ἀφόβους αὐτοὺς διαφυλάττει. καὶ γυναιξὶ
τικτούσαις ἀγαθὴ θεός· Λοχεία γὰρ καλεῖται. κυνηγοῖς
δὲ μάλιστα συμφέρει διὰ τὴν Ἀγροτέραν καὶ ἁλιεῦσι διὰ
τὴν Λιμνᾶτιν. δραπέτας δὲ καὶ τὰ ἀπολλύμενά φησιν
εὑρεθήσεσθαι· οὐδὲν γὰρ τὴν θεὸν διαφεύγει. ἀεὶ δὲ ἡ
μὲν Ἀγροτέρα καὶ Ἐλαφηβόλος πρὸς πράξεις ἐπιτηδειοτέρα
τῆς κατὰ ἄλλον τρόπον δεδημιουργημένης· τοῖς δὲ <τὸν>
σεμνότερον ἐπανῃρημένοις βίον ἡ κατεσταλμένη τῷ σχή-
ματι ἀμείνων, οἷον ἡ Ἐφεσία καὶ ἡ Περγαία καὶ ἡ λεγο-
μένη παρὰ Λυκίοις Ἐλευθέρα. οὐδὲν <δὲ> διαφέρει τὴν  
θεὸν ἰδεῖν ὁποίαν ὑπειλήφαμεν ἢ ἄγαλμα αὐτῆς· ἐάν τε
γὰρ σάρκινοι οἱ θεοὶ φαίνωνται ἐάν τε ὡς ἀγάλματα ἐξ
ὕλης πεποιημένα, τὸν αὐτὸν ἔχουσι λόγον. θᾶττον δὲ καὶ τὰ
ἀγαθὰ καὶ τὰ κακὰ σημαίνουσιν αὐτοὶ οἱ θεοὶ ὁρώμενοι
ἤπερ τὰ ἀγάλματα αὐτῶν. Ἄρτεμιν γυμνὴν ἰδεῖν κατὰ
πάντα τρόπον οὐδενὶ συμφέρει.


Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)
Alphabetic letter alpha, entry 7486, line 1

*<ἀρτεμές>· ὑγιές S  
*<ἀρτεμέα>· ὑγιᾶ S ὑγιῆ (Ε 515) AS
<ἀρτεμέοντα>· ὑγιαίνοντα. ἰσχύοντα
<ἀρταλέονται>· ὁπλίζονται
<Ἄρτεμι Σαμορνίη>· ἡ Ἔφεσος <Σάμορνα> καλεῖται. οἷον οὖν
 Ἐφεσία
<Ἀρτεμισία>· βοτάνη
<ἀρτεμῆ>· σῶον. ὑγιᾶ. σώφρονα

Ο Δίας φέρει και το όνομα του Βελχανού ή Υάκινθου και η γέννηση του στο σπήλαιο της Ίδης  δεν αντηχεί τίποτα άλλο από το πνεύμα της γονιμότητας την καινούργια ζωή που αρχίζει την άνοιξη… Υπάρχει και ο μύθος όπου σε μια ορισμένη εποχή κάθε χρόνο ξεπεταγόταν μια φωτιά από αυτή τη σπηλιά όταν έβραζε το αίμα από την γέννηση του Διός. Αυτό το παιδί είναι ο ενιαύσιος θεός ή ο ενιαύσιος δαίμων. Κάτι ανάλογο θα βρούμε και στην Ελευσίνα. Λέγεται ότι ο ιεροφάντης -  φώναζε την ιερή φράση «ιερόν έτεκεν ποτνια κούρον βριμώ βριμόν» Η κραταιή η δυνατή θεά γέννησε ένα δυνατό και κραταιό υιό. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Δίας στην Κρήτη φέρει και την επωνυμία του Μέγιστου Κούρου
862 Hippol. Haer. 5. 8. 40 (p. 96 Wendland, p. 163 Marcovich)
δὲ στάχυς οὗτός ἐστι καὶ παρὰ Ἀθηναίοις παρὰ τοῦ ἀχαρακτηρίστου φωστὴρ τέλειος μέγας, καθάπερ αὐτὸς ἱεροφάντης, οὐκ ἀποκεκομμένος μὲν ὡς Ἄττις, εὐνουχισμένος δὲ διὰ κωνείου καὶ πᾶσαν ἀπηρτημένος τὴν σαρκικὴν γένεσιν, νυκτὸς ἐν Ἐλευσῖνι ὑπὸ πολλῷ πυρὶ τελῶν τὰ μεγάλα καὶ ἄρρητα μυστήρια βοᾷ καὶ κέκραγε λέγων·
ἱερὸν ἔτεκε Πότνια Κοῦρον Βριμὼ Βριμόν,
τούτεστιν ἰσχυρὰ ἰσχυρόν.

O Στράβων, από την άλλη, εκφράζοντας μια διαφορετική άποψη,
αναφέρει ότι το όνομα Άρτεμις οφείλεται στην ιδιότητα της θεάς να κάνει τους ανθρώπους υγιείς και αρτιμελείς. Τέλος, σε εντελώς διαφορετικούς δρόμους μας οδηγούν οι σχολιαστές του Λυκόφρονος, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο «ἄρταμος» είναι ο σφαγεύς και το ρήμα «ἀρταμέω» σημαίνει σφάζω και κατακρεουργώ, τεμαχίζω κλπ

Scholia In Aeschylum, Scholia in Prometheum vinctum (scholia recentiora Thomae Magistri et Demetrii Triclinii) (e cod. Neapol. II.F.31)
Hypothesis-verse of play 1022, line 6

ἄρταμος δέ ἐστι
κυρίως δαιτρὸς τὰ ἄρτια καὶ ὁλόκληρα τέμνων, καὶ ἀπὸ τούτου διαρταμέω
διαρταμῶ τὸ τέμνω καὶ κατακόπτω.

ἄρτᾰμος, ὁ,
butcher, cook, X.Cyr.2.2.4, Epicr.6, IG14.643; βοός Orac. ap. Phleg.10.39.
metaph., murderer, S.Fr.1025, Lyc.236, 797. (For ἀρτι-ταμος, = εἰς ἄρτια τέμνων, acc. to Eust.577.45.)

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 250, line 45

 <Δαίω>: Σημαίνει τέσσαρα· τὸ μανθάνω, ἐξ οὗ
καὶ ἐδάην, τὸ ἔμαθον· δαίω, τὸ μερίζω, ἐξ οὗ καὶ δαι-
τρὸς, ὁ μάγειρος· δαίω, τὸ εὐωχοῦμαι, ἐξ οὗ καὶ δαὶς
δαιτὸς, ἡ εὐωχία· καὶ δαιτυμόνες, οἱ φίλοι· δαίω, τὸ
καίω, ἐξ οὗ καὶ δᾷδες, αἱ καιόμεναι· ἡ δὲ εὐθεῖα, δᾲς
δᾳδός. Καίω, καὶ τροπῇ τοῦ κ εἰς δ, δαίω. Ἢ
ἀπὸ τοῦ αἴθω, τροπῇ καὶ ὑπερθέσει.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 252, line 1

<Δαιτρός>: Παρὰ τὸ δαίω, τὸ μερίζω καὶ κόπτω,
γίνεται δαιτρὸς, μεριστὴς, μάγειρος, ὁ μερίζων τὰ
κρέατα· ἐξ οὗ καὶ <δαιτρεύω>, τὸ μερίζω. Καὶ <δαι-
τρὸς>, μεριστής· καὶ <δαιτροπόνος>, σιτοποιός.
 <Δαιτὸς ἐΐσης>: Τῆς ἐξ ἴσου μεριζομένης εὐω-
χίας καὶ τροφῆς. Οὕτω γὰρ εἱστιῶντο μεριζόμενοι
τά τε βρώματα καὶ τὸν ποτόν.
 
Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon
Alphabetic letter alpha, page 292, line 20

<Ἄρταμος>. ὁ μάγειρος. παρὰ τὸ διαρτάσαι, ὅ
 ἐστι μερίσαι ἢ συναρμόσαι.

Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (ΑΔ)
Alphabetic letter alpha, entry 2886, line 1

<Ἄρταμος>· κρεουργός, μάγειρος. τάττει αὐτὸ Σοφοκλῆς καὶ
ἐπὶ τοῦ φονέως (fr. 921 N.2 = 1025 R.).

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 2, page 139, line 7

Τὸ δὲ ἀρτεμέα ἀντὶ
τοῦ ὑγιῆ, οἱονεὶ ἀτεμέα τινὰ καὶ σῷον, ἄρτιον. ὅθεν καὶ Ἄρτεμις, φασίν,
περιποιουμένη ὑγείαν, ὡς καὶ Ἀπόλλων οὔλιος ποιῶν οὔλειν ἤτοι ὑγιαίνειν
κατὰ τὸ «οὖλέ τε καὶ μέγα χαῖρε». Ἄρταμος μέντοι ἐν δυσὶν ἄλφα εἰς ἄρτια
τέμνων καὶ δαιτρεύων, ὅς ἐστι κρεουργός, μάγειρος, φονεύς, οὗ χρῆσις καὶ
παρὰ Λυκόφρονι. (v. 514 – 8)


Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (ἀνάβλησιςβώτορες)
Alphabetic letter alpha, entry 1238, line 6

<Ἀρτεμής> (Ε 515, Η 308)·
  ὡς εἶδεν ζωόν τε καὶ ἀρτεμέα προσιόντα,
σημαίνει δὲ τὸν ὑγιῆ· ἔστι δὲ παρὰ τὸ ἀτρεμής, καὶ καθ' ὑπέρθεσιν
ἀρτεμής. οὕτως Φιλόξενος (fr. 448). Ἡρωδιανὸς δὲ ἐν τῷ Ὑπο-
μνήματι τοῦ Περὶ παθῶν Διδύμου (II 291, 13, nunc ad II 389
referendus locus) φησίν, <ὅτι> ἀτεμής ἐστιν ὁ ὑγιὴς καὶ μὴ τε-
τμημένος· καὶ πλεονασμῷ τοῦ <ρ> ἀρτεμής AB, Sym. 1424, EM
1874, Eust. 577, 43; 1732, 27. *Orio.  
 <Ἄρτεμις>· ἡ θεός· ἀπὸ τοῦ ἀρτεμῆ ποιεῖν <***>· λέγεται
γὰρ ἡ θεὸς ἀναιρετικὴ τῶν γυναικῶν, ὡς καὶ Ὅμηρος (λ 171 – 172)·
  τίς νύ σε κὴρ ἐδάμασσε τανηλεγέος θανάτοιο;
  ἢ δολιχὴ νοῦσος, ἢ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα.
ἢ <ἀπὸ τοῦ> ἀρτεμής, ὃ σημαίνει τὸν ὑγιῆ, γέγονε παρωνύμως
Ἄρτεμις, τουτέστιν ἡ ὑγιὴς καὶ ἀνεπίληπτος διὰ τὴν παρθενίαν·
παρθένος γὰρ καὶ φιλοσώφρων. ἢ ὅτι ἄρτια καὶ τέλεια καὶ ἀνελλιπῆ
ἐποίησε τὰ κατὰ κόσμον φανεῖσα AB, Sym, 1425, EM 1875, Eust.
577, 43; 1732, 28. *Orio?  

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 150, line 1

 <Ἄρταμος>: μάγειρος·
  γὰρ βέβηκε χεῖρας ἀρτάμων φυγών.
Παρὰ τὸ διαρτάσαι, ὅ ἐστι μερίσαι ἢ συναρμόσαι.
Αἰσχύλος,
 Τοσαῦτα κήρυξ ἐξ ἐμοῦ διάρτασον.
Ἄρταμος οὖν, ὁ διαρτῶν τὰ κρέα· καὶ <ἀρταμῆσαι>,
κρεανομῆσαι.
 <Ἀρτάνη>: Ἡ ἐκ τῶν καλωδίων ἀγχόνη· Σοφο-
κλῆς δὲ ἐπὶ δεσμοῦ ἐν Ἀντιγόνῃ,
 Πλεκταῖσιν ἀρτάναισιν.
Ἀγχόναις.
 <Ἀρτάβη>: Μέτρον ἔστι Περσικὸν, Ἀττικὸς
μέδιμνος.

Διαρταμέω – κατακομματιάζω, λιανίζω, ξεσχίζω
 


συνεχίζεται...

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Κυνόσουρα και Stella Maris



Η Μικρή Άρκτος (Ursa minor)  ονομάζεται Κυνόσουρα ή Λυκόσουρα…H Κυνόσουρα  (ουρά του Κυνός) φέρετε να είναι μία εκ των Ιδαίων νυμφών και  η αδερφή της Αδράστειας και κόρη του Μελισσέως του Κρητού, και η έτερη τροφός του Διός. Έχει καταστεριστεί και η ίδια στον αστερισμό της Άρκτου από τον Δία ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. 
Eratosthenes et Eratosthenica Philol., Catasterismi
Chapter 1, section 2, line 9

                                          Ἀγλαοσθένης δὲ
ἐν τοῖς Ναξικοῖς φησι τροφὸν γενέσθαι τοῦ Διὸς
Κυνόσουραν, εἶναι δὲ μίαν τῶν Ἰδαίων νυμφῶν· ἀφ'
ἧς ἐν μὲν τῇ πόλει τῇ καλουμένῃ Ἱστοῖς, τοὔνομα  
τοῦτο ἦν, ἣν οἱ περὶ Νικόστρατον ἔκτισαν, καὶ τὸν ἐν
αὐτῇ [δὲ] λιμένα καὶ τὸν ἐπ' αὐτῷ τόπον Κυνόσουραν
κληθῆναι.

Scholia In Aratum, Scholia in Aratum (scholia vetera)
Scholion 27, line 103

Q Ἄρατος δέ φησι τὴν Κυνόσουραν καὶ Ἑλίκην ἐν
Κρήτῃ οὔσας γενέσθαι τρόφους τοῦ Διός, καὶ διὰ τοῦτο
τῆς οὐρανοῦ μνήμης ἀξιωθῆναι.

Scholia In Aratum, Scholia in Aratum (scholia vetera)
Scholion 35, line 2

MDΔVUA < – Δικταῖοι Κούρητες:> οἱ Κούρητες
ἐκάλουν τὴν μὲν μικρὰν Κυνόσουραν διὰ τὴν τῆς οὐρᾶς
ὁμοιότητα, τὴν δὲ ἑτέραν Ἑλίκην διὰ τὸ ἑλίσσεσθαι
καὶ ἑλικώδη πως τὴν οὐρὰν ἔχειν.
H Κυνόσουρα ως ονομασία τόπου κι έχουμε την Κυνόσουρα Σαλαμίνας, την Κυνόσουρα Μαραθώνα, και την Κυνόσουρα της Αρχαίας Σπάρτης.
Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidem (scholia vetera)
Vita-argumentum-scholion sch Rh, section 342, line 4
 [ἄλλοι δὲ Μελισσέως μὲν τοῦ Κρητὸς, ἀδελφὴν Κυνοσούρας, Διὸς τρο-
φόν. Καλλίμαχος [hymn. iou. 47]· ‘σὲ δ' ἐκοίμισεν Ἀδράστεια λίκνῳ
ἐνὶ χρυσέῳ.’]

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., De prosodia catholica
Part+volume 3,1, page 263, line 31

<Κυνόσουρα> ἐπὶ τῆς ἄρκτου
 οἳ τὴν μὲν κυνόσουραν ἐπίκλησιν καλέουσιν (Arat. Phaen. 36).
καὶ ἐπὶ τῇ Λακωνικῇ φυλακῇ καὶ ἄκρα Μαραθῶνος οὕτως καλεῖται. ἔστι
δὲ καὶ ἄκρα Ἀρκαδίας
<Λυκόσουρα> πόλις Ἀρκαδίας ἐπὶ τῷ Λυκείῳ ὄρει.

Και η Κυνόσουρα που βρίσκεται επί της άρκτου την οποία επικαλούνται -επίκληση,  για βοήθεια. Κυνόσουρα ονομάζουν και την Λακωνική φυλακή και την άκρη (ακρωτήριο)  του Μαραθώνα. Αλλά υπάρχει και άκρη (ακρωτήριο ) στην Αρκαδία.



Stephanus Gramm., Ethnica (epitome)
Page 394, line 9


<Κυνόσουρα,> ἄκρα Ἀρκαδίας, ἀπὸ Κυνοσούρου τοῦ Ἑρ-

μοῦ. τὸ ἐθνικὸν Κυνοσουρεύς καὶ Κυνοσουρίς θηλυκόν.



Η Κυνόσουρα το ακρωτήριο της  Αρκαδίας έχει πάρει τ’ όνομα του από τον Ερμή τον Κυνόσουρο ή Κυνοσουρέα και το Κυνοσουρίς είναι το θηλυκό του ονόματος. Υπάρχει και φυλή Λακωνική που φέρει το όνομα Κυνόσουρα.



Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (Ε – Ω)
Alphabetic letter kappa, Page 188, line 15
 
<Κυνόσουρα>: φυλὴ Λακωνική· καὶ ἄκρα Μαραθῶνος.



Eratosthenes et Eratosthenica Philol., Catasterismi
Chapter 1, section 2, line 9

                                          
Ἀγλαοσθένης δὲ
ἐν τοῖς Ναξικοῖς φησι τροφὸν γενέσθαι τοῦ Διὸς
Κυνόσουραν, εἶναι δὲ μίαν τῶν Ἰδαίων νυμφῶν· ἀφ'
ἧς ἐν μὲν τῇ πόλει τῇ καλουμένῃ Ἱστοῖς, τοὔνομα  
τοῦτο ἦν, ἣν οἱ περὶ Νικόστρατον ἔκτισαν, καὶ τὸν ἐν
αὐτῇ [δὲ] λιμένα καὶ τὸν ἐπ' αὐτῷ τόπον Κυνόσουραν
κληθῆναι.




Aratus Astron., Epic., Phaenomena
Book 1, line 36



<Ἄρκτοι> ἅμα τροχόωσι· τὸ δὴ καλέονται <Ἅμαξαι>.  

Αἱ δ' ἤτοι κεφαλὰς μὲν ἐπ' ἰξύας αἰὲν ἔχουσιν

ἀλλήλων, αἰεὶ δὲ κατωμάδιαι φορέονται,  

ἔμπαλιν εἰς ὤμους τετραμμέναι. Εἰ ἐτεὸν δή,  

Κρήτηθεν κεῖναί γε Διὸς μεγάλου ἰότητι

οὐρανὸν εἰσανέβησαν, ὅ μιν τότε κουρίζοντα

Δίκτῃ ἐν εὐώδει, ὄρεος σχεδὸν Ἰδαίοιο,  

ἄντρῳ ἐγκατέθεντο καὶ ἔτρεφον εἰς ἐνιαυτόν,

Δικταῖοι Κούρητες ὅτε Κρόνον ἐψεύδοντο.

Καὶ τὴν μὲν <Κυνόσουραν> ἐπίκλησιν καλέουσιν,  

τὴν δ' ἑτέρην <Ἑλίκην>. Ἑλίκῃ γε μὲν ἄνδρες Ἀχαιοὶ

εἰν ἁλὶ τεκμαίρονται ἵνα χρὴ νῆας ἀγινεῖν·

τῇ δ' ἄρα Φοίνικες πίσυνοι περόωσι θάλασσαν.

Ἀλλ' ἡ μὲν καθαρὴ καὶ ἐπιφράσσασθαι ἑτοίμη

πολλὴ φαινομένη Ἑλίκη πρώτης ἀπὸ νυκτός·

ἡ δ' ἑτέρη ὀλίγη μέν, ἀτὰρ ναύτῃσιν ἀρείων·

μειοτέρῃ γὰρ πᾶσα περιστρέφεται στροφάλιγγι·

τῇ καὶ Σιδόνιοι ἰθύντατα ναυτίλλονται.  




Δυό πόλοι απο δώ κι εκεί περαίνουν τον ουράνιον άξονα· αλλά ο ένας δεν είναι ορατός· ο αντίκρυ του, ο βόρειος ψηλώνει πάνω απ’ τον ωκεανό. Και γύρω του στα πλάγια δυό άρκτοι, που τις λένε κι άμαξες μαζί κυκλογυρίζουν.

Η μιά τους έχει πάντα το κεφάλι της στης αλληνής τη μέση και με τους ώμους κάτω πάντοτε κυκλογυρνούν στραμμένες τ’ ανάστροφα. Κι αν είναι αληθινά τα όσα λεν για κείνες από την Κρήτη με τη θέληση του Δία του μεγάλου

ανέβηκαν ψηλά στον ουρανό σύντας ήταν ακόμη

βρέφος, αφού στην ευωδιαστή τη Δίχτυ τον εμπάσαν

σε μιά σπηλιά κοντά στην αψηλή την Ίδη, κι ένα χρόνο

τον τρέφαν οι Διχταίοι Κουρήτες αφού πριν, ξεγελάσαν        

τον Κρόνο• τη μιά την άρκτο λεν Κυνόσουρα* την άλλην

Ελίκη.

Και την Ελίκη έχουν αυτήν οι Αχαιοί σημάδι

στη θάλασσα, κατά που των πλοίων της να στρέψουνε την πρύμνα

κ’ οι Φοίνικες σ’ αυτή προσέχοντας τη θάλασσα διαβαίνουν.

Πολυάστερη η Ελίκη απ’ την αρχή λαμποκοπάει της νύχτας

κι απ’ το λαμπρό της φως διακρίνεται πολύ καλά η άλλη

είναι λιγότερο καταφανής μα για τους ναύτες κάλλια

κ’ είναι μικρότερη στο μέγεθος πολύ απ’ την Ελίκη,

και με τροχιάν επίσης πιό μικρή• κ’ είναι αυτή που παίρνουν

οδηγητή τους οι Σιδόνιοι.

Η Μικρή άρκτος ή Κυνόσουρα ονομάζεται από τους περισσότερους και Φοινίκη ενώ ένα από τ’ αστέρια της ονομάζεται Πόλος ή πολικός αστέρας και γύρω του γυρίζει η Άμαξα (άμα εν τω άξονι δηλαδή άμα= μαζί,  εν των άξονι = στον άξονα, Άμαξα = μαζί στον άξονα) η Μεγάλη άρκτος η Ελίκη - αυτή που ελίσσεται. Γύρω από τον πόλο θεωρούν ότι στρέφεται όλος ο ουράνιος κόσμος – θόλος.


Αν όμως  Έλιξ – έλικας θεωρείτε ο νέος κλάδος ως υιός και ως τέκνο αλλά και ο υιός της αμπέλου τότε και η Ελίκη θα πρέπει να θεωρηθεί ως η νεότερη κόρη και η νεότερη άρκτος παρ΄ ότι μεγαλύτερη ως Μεγάλη Άρκτος  !!! αλλά όχι μόνο ερμηνεύοντας το όνομα της αλλά και βάση του του αξίωμα των διδύμων βάση του οποίου  όποιος τρέχει παραμένει νεότερος απ΄ αυτόν που παραμένει ακίνητος λόγω της διαστολής του χρόνου που προβλέπει η σχετικότητα. Έτσι σύμφωνα με την αρχή της σχετικότητας, ο Β θεωρεί τον εαυτό του σε ακινησία ενώ ταξιδεύει ο Α, οπότε, όταν ξανασυναντηθούν, ο Α θα είναι νεότερος από τον Β. Αυτές ακριβώς οι αντικρουόμενες προβλέψεις είναι το Παράδοξο την Διδύμων.


Όπως είδαμε και στο προηγούμενο κείμενο στην Μικρή άρκτο λοιπόν βρίσκεται και ο Πόλος ή Πολικός αστέρας (stella polaris) ή το Αστέρι του Βορρά και είναι και γνωστός με το όνομα Φοινίκη.
Παλαιότερα ο Πολικός αστέρας ήταν ο Θουμπάν του Δράκοντος

Ο πολικός είπαμε θεωρείτε το Καρφί γύρω από το οποίο ελίσσεται όλος ο ουράνιος θόλος ...

Άλλες του ονομασίες Stella Maris(θαλάσσιος Αστέρας) και η ονομασία αυτή είναι η ονομασία της Θεοτόκου συνειρμικά κατά τον Άγιο Ιερώνυμο. 


Άλλες ονομασίες του Sterre Transmontane, που καλείται και Sterre of the See, που είναι ακίνητο και κείται προς τον Βορρά, που εμείς καλούμε the Lode Sterre». Trans-montane, δηλ. «ύπερθεν των ορέων» για τους Αυστριακούς αλλα και για τους Ιταλούς ή γενικώς των βουνών για τους μεσογειακούς, και Sterre of the See, δηλ. «Αστήρ της Θαλάσσης» (see = sea, μεσαιωνική αγγλική).

Ενώ ο Μίλτον τον αναφέρει ως το αστέρι της Αρκαδίας "our Star of Arcady, Or Tyrian Cynosure" δηλαδή το αστέρι της Αρκαδίας και μας παραπέμπει στην Αρκαδία, από όπου καταγόταν η Καλλιστώ.


Το Κυνοσούρα ή Κυνόσουρα εμφανίζεται σε επιστημονικά έργα ως το όνομα του Πολικού Αστέρα αλλά για τους Έλληνες σήμαινε ολόκληρο τον αστερισμό της Μικρής  άρκτου

Ένα άλλο από τα ονόματά της είναι αυτό της ως «Tramontana», που σημαίνει πέρα και πάνω από το βουνό, ενώ αργότερα το όνομα αυτό προσδιόριζε μόνο τον Πολικό. Από την ονομασία αυτή πήρε και τ’ όνομά του ο παγωμένος άνεμος που έρχονταν από τον βορά και είναι, στη γλώσσα των ναυτικών, η Τραμουντάνα.

Όμως ως  Άρκτοι ονομάζονται και οι παρθένες κόρες που αφιερώνονται στην Αρτέμιδα και το ρήμα αρκτεύω δηλώνει την λατρεία των μικρών κοριτσιών που αφιερώνονταν στο ναό και μετείχαν σε πομπές και θυσίες της θεάς ως άρκτοι.
 Η λατρεία της Αρτέμιδος διαδεδομένη στην Βραυρώνα, τη Μουνιχία στο Βραυρώνιο Ιερό της Αθηναϊκής ακροπόλεως και στην Λήμνο κλπ.

Αρκτεία — η (Α) έθιμο συνδεδεμένο με τη λατρεία της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα, τη Μουνιχία, στο Βραυρώνιο Ιερό της αθηναϊκής Ακρόπολης και στη Λήμνο, σύμφωνα με το οποίο «άρκτοι», κοριτσάκια 5 -10 ετών, μετείχαν στην πομπή προς το ιερό της θεάς παρευρίσκονταν στη θυσία κατσίκας.

αρκτεύω — ἀρκτεύω (Α) [άρκτος] υπηρετώ ως άρκτος της Βραυρωνίας Αρτέμιδος (βλ. Αρκτεία) …   Dictionary of Greek

Craterus Hist., Fragmenta
Fragment 17, line 7

 Harpocratio: Ἀρκτεῦσαι Λυσίας ἐν τῷ Ὑπὲρ Φρυ-
νίχου θυγατρὸς, εἰ γνήσιος, τὸ καθιερωθῆναι πρὸ γά-
μων τὰς παρθένους τῇ Ἀρτέμιδι τῇ Μουνυχίᾳ τῇ
Βραυρωνίᾳ. Τὰ δὲ συντείνοντα εἰς τὰ προκείμενα
εἴρηται παρά τε ἄλλοις καὶ Κρατέρῳ
ἐν τοῖς Ψηφίσμασιν. Ὅτι δὲ αἱ ἀρ-
κτευόμεναι παρθένοι ἄρκτοι καλοῦνται

Harpocration Gramm., Lexicon in decem oratores Atticos
Page 58, line 8

  Ἀρκτεῦσαι: Λυσίας ἐν τῷ ὑπὲρ Φρυνίχου θυγατρὸς, εἰ γνήσιος,
τὸ καθιερωθῆναι πρὸ γάμων τὰς παρθένους τῇ Ἀρτέμιδι τῇ Μουνυχίᾳ τῇ Βραυρωνίᾳ. τὰ δὲ συντείνοντα εἰς τὸ προκείμενον εἴρηται παρά τε ἄλλοις καὶ Κρατερῷ ἐν τοῖς Ψηφίσμασιν. ὅτι δὲ αἱ ἀρκτευόμεναι παρθένοι ἄρκτοι καλοῦνται, Εὐριπίδης Ὑψιπύλῃ, Ἀριστοφάνης Λημνίαις καὶ Λυσιστράτῃ.

Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (ΑΔ)
Alphabetic letter alpha, entry 2825, line 3

<Ἀρκτεῦσαι>· Λυσίας (fr. 249 S.) τὸ καθιερωθῆναι πρὸ γάμων
τὰς παρθένους τῇ Ἀρτέμιδι ἀρκτεύειν ἔλεγεν· καὶ γὰρ αἱ ἀρκτευόμε-
ναι παρθένοι <ἄρκτοι> καλοῦνται, ὡς Εὐριπίδης (fr. 767 N.2) καὶ
Ἀριστοφάνης δηλοῖ (Lys. 645 et fr. 370 K.).

Kαι έτσι έχουμε μια νοητή συνέχεια όπου οι Μέλισσες κόρες του Μελισσέως βασιλέως-ιερέως του πρώτου που θυσίασε στους θεούς να έχουν καταστεριστεί από τροφοί - ιέρειες (μέλισσες) της μητέρας Θεάς Ρέας κλπ - "θηλυκούς" Eσσήνες – και αναρωτιέμαι αν  πέρασαν ως παιδούλες και νέες κοπέλες από τα ιερά της Αρτέμιδος και όντας άρκτοι –παρθένες ιερές κόρες της Αρτέμιδος …μετατράπηκαν αργότερα και αναβαθμίστηκαν  σε ιέρειες μέλισσες – τροφούς του Διός αλλα και ιέρειες της Μεγάλης Μητέρας θεάς..


συνεχίζεται