Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Μεγάλην άρκτον ονομάζει Ελίκην



Η Αδράστεια και η Ίδη ως νύμφες του όρους Ίδη και κόρες του Μελισσέως και τροφοί- παραμάνες του Διός βρίσκονται καταστερισμένες  ως Κυνόσουρα  και Ελίκη από τον Δία. Ο καταστερισμός τους αποτελεί  αναγνώριση της προσφοράς τους από τον υπέρτατο Θεό όταν κατά την βρεφική του ηλικία τρέφεται και προστατεύεται  από τις κόρες του Μελισσέως. H Αδράστεια και η Ίδη λαμβάνουν λοιπόν θέση ως ο αστερισμός της Μεγάλης και της Μικρής Άρκτου  και ονομάζονται  Κυνόσουρα (ουρά του Κυνός/Σκύλου ) και  Ελίκη και η μορφή που θεωρούμε ότι  λαμβάνουν είναι η μορφή των δύο άρκτων (αρκούδων)– δύο αρκουδίτσες ..όμως άρκτοι - αρκουδίτσες θεωρούνται και οι ιέρειες της Αρτέμιδος, ενώ κατά μια διαφορετική εκδοχή η Μεγάλη Άρκτος θεωρείτε ότι απεικονίζει την Καλλιστώ ή την ίδια την Αρτέμιδα. Αναλυτικότερα η Μεγάλη Άρκτος ως αστερισμός εμπλέκει και την Καλλιστώ ( την πανέμορφη) και τον γιό της Αρκάδα που υπήρξε υποψήφιος για τον αστερισμό του Βοώτη. Περί Καλλιστούς και Αρτέμιδος δείτε και παρακάτω στα σχόλια για τα κείμενα του Άρατου.

Όμως στον συγκεκριμένο μύθο η Μεγάλη Άρκτος (Ursa Major)  ονομάζεται και Ελίκη η δε Μικρή Άρκτος (Ursa minor)  ονομάζεται Κυνόσουρα ή Λυκόσουρα…

Σήμερα θα σταθούμε στον ελληνικό μύθο όπου η Ελίκη και η Κυνόσουρα είναι τροφοί του Διός και έχουν καταστερισθεί γι αυτήν τους την πράξη απο ευγνωμοσύνη από τον Δία. Η μορφή των τροφών που βρίσκονται στον ουρανό είναι αυτή των δύο αρκούδων – κατά ένα περίεργο τρόπο όμως ως κόρες του Μελισσέως άρα και Μέλισσες θεωρούνται και ιέρειες της Ρέας/ Κυβέλης αλλά και σε δεύτερη ανάγνωση και ως άρκτοι θεωρούνται επισης και  ιέρειες της Αρτέμιδος ή η ίδια η Αρτέμιδα ως Καλλίστη  – 

Κατά τον Άρατο είναι αυτές που ανέλαβαν υπό την προστασία τους το βρέφος Δια μαζί με τους Δικταίους ή Ιδαίου Κουρήτες και τον γλύτωσαν από τον Κρόνο που θα τον σκότωνε-κατάπινε.  Για να τις ανταμείψει ο Δίας τις μετέτρεψε στην Μεγάλη Άρκτο (Ελίκη) και στην Μικρή άρκτο (Κυνόσουρα)

Όμως στα κείμενα η Ελίκη υποστηρίζει ο Ησίοδος ότι είναι κόρη του Λυκάωνος που κατοικεί στην Αρκαδία η οποία ενώ ανήκει στις ιέρειες- συντρόφους της Αρτέμιδος και εχει δώσει όρκο παρθενίας μαθητεύεοντας στο κυνηγι μαζί της, έχει διαφθαρεί από τον Δία και όντας έγκυος κρυφά από την Αρτέμιδα τιμωρείται γι αυτήν την πράξη της. Ενώ παραβαίνει εν αγνοία της δε και το άβατο –ναό του Διός στον Λύγκαιον – και εκει  είτε καταδιώκεται και σκοτώνεται από τον υιό της Αρκάδα είτε σε άλλους μύθους καταστερίζεται από τον Δία  ή την ¨Ηρα για να γλυτώσουν μητέρα και γιός ως Μεγάλη Άρκτος και ως Μικρό αρκουδάκι ο γιός Αρκάς.


Σε διαφορετική εκδοχή η κόρη του Αρκάδα ονομάζεται Καλλιστώ/Καλλίστη με μια παρόμοια ιστορία όπου διαφθείρεται και πάλι υπό Διός φέρει στον κόσμο τον υιός της Αρκάδα και καταστερίζονται και οι δύο μαζί …

 Scholia In Aratum, Scholia in Aratum (scholia vetera)
Scholion 27, line 2

<Ἄρκτοι ἅμα τροχόωσιν> ἀντὶ τοῦ ἅμα τρέχουσι. διὰ
τοῦτο γὰρ ἅμαξαι ὠνομάσθησαν. διτταὶ γάρ εἰσιν, ὧν τὴν
μὲν μείζονα Ναύπλιος εὗρε, τὴν δ' ἐλάττονα Θαλῆς
σοφός. λέγει δὲ τὴν ἐλάττονα εἰκόνα εἶναι κυνός, ἥτις ἦν
Καλλιστοῦς, ὅτι συγκυνηγὸς ἦν τῇ Ἀρτέμιδι. ἀποθανούσης
δὲ αὐτῆς ἀπέθανε. τὸ δὲ ὄνομα ἔχει διὰ τὸ οὐρὰν κυνὸς
ἔχειν.
MUA < – Ἄρκτοι:> τὴν μίαν τούτων τὴν μεγάλην, ἣν
μετ' ὀλίγον ὀνομάζει Ἑλίκην. Ἡσίοδος (fr. 163 Merkel-
bach – West) δέ φησι Λυκάονος θυγατέρα εἶναι, καὶ ἐν
Ἀρκαδίᾳ κατοικοῦσαν ἑλέσθαι μετὰ Ἀρτέμιδος τὴν περὶ  
τοὺς θῆρας ἀγωγὴν ἐν τοῖς ὄρεσι ποιεῖσθαι. φθαρεῖσαν
δὲ ὑπὸ Διὸς ἐμμεῖναι ἐν τοῖς πρότερον λέγουσι τῇ Ἀρτέ-
μιδι τὸ σύμπτωμα. ἤδη δὲ ἐπίτοκον οὖσαν ὀφθῆναι
ὑπ' αὐτῆς λουομένην, ἐφ' ᾧ ὀργισθεῖσαν τὴν Ἄρτεμιν
θηριῶσαι αὐτήν. καὶ οὕτως τεκεῖν ἄρκτον οὖσαν τὸν
κληθέντα Ἀρκάδα. οὖσαν δὲ ἐν τῷ ὄρει θηρευθῆναι
ὑπὸ αἰπόλων τινῶν, καὶ παραδοθῆναι Λυκάονι μετὰ τοῦ
βρέφους. μετὰ χρόνον δέ τινα δόξαι εἰσελθεῖν εἰς τὸ
Λύγκαιον, ὅ ἐστι τοῦ Διὸς λεγόμενον ἄβατον, ἀγνοήσα-
σαν τὸν νόμον ὑπὸ τοῦ ἰδίου υἱοῦ διωκομένην. καὶ αὐτῶν
τῶν Ἀρκάδων ἀναιρεῖσθαι μελλόντων, διὰ τὸν εἰρη-
μένον νόμον, ὁ Ζεὺς διὰ τὴν συγγένειαν αὐτῆς ἐξείλετο,
 καὶ ἐν τοῖς ἄστροις αὐτὴν ἔθηκεν, Ἄρκτον δὲ αὐτὴν
ὠνόμασε διὰ τὸ πτῶμα. ἔχει δὲ ἀστέρας ἐπὶ τῆς κεφαλῆς
ἑπτὰ ἀμυδρούς, ἐφ' ἑκατέρων τῶν νώτων δύο, ἐπὶ τοὺς
ὠμοπλάτας αʹ, ἐπὶ τοὺς ἔμπροσθε πόδας δύο, ἐπ' ἄκρον
τῆς ῥάχεως ἕνα λαμπρόν, ἐπὶ δὲ τοῦ ὀπισθίου σκέ-
λους δύο, ἐπ' ἄκρων τῶν ποδῶν βʹ, ἐπὶ τῆς κέρκου τρεῖς.
οἱ πάντες κδʹ. 


Q καὶ περὶ τῆς μείζονος Ἡσίοδος λέγει· Καλλιστὼ
Λυκάονος θυγατέρα, ἐν Ἀρκαδίᾳ δὲ κατοικοῦσαν ἑλέσθαι
μετὰ τῆς Ἀρτέμιδος τὴν περὶ τὰς θήρας ἀγωγὴν ἐν τοῖς
ὄρεσι ποιεῖσθαι. φθαρεῖσαν δὲ ὑπὸ Διὸς μὴ δηλῶσαι  
τῇ Ἀρτέμιδι τὸ σύμπτωμα. ἤδη δὲ ἐπί[..]μον οὖσαν
ὀφθῆναι ὑπ' αὐτῆς λουομένης. ἐφ' ᾧ ὀργισθεῖσαν τὴν
Ἄρτεμιν θηριῶσαι αὐτὴν καὶ οὕτω τεκεῖν ἄρκτον
οὖσαν τὸν κληθέντα Ἀρκάδιον. μετὰ χρόνον δέ τινα
δόξαι εἰς τὸ Λύκαιον εἰσελθεῖν τὸ τοῦ Διὸς ἄβατον
ἀγνοή<σα>σαν τὸν νόμον ἐκδιωκομένην ὑπὸ τοῦ ἰδίου
υἱοῦ. ἀμφοτέρων δὲ ὑπὸ τῶν Ἀρκάδων ἀναιρεῖσθαι
μελλόντων ὁ Ζεὺς διὰ τὴν συγγένειαν ἐξείλετο αὐτούς,
καὶ ἐν τοῖς ἄστροις ἔθηκεν, Ἄρκτον δὲ αὐτὴν ὠνόμασεν,
διὰ τὸ σύμπτωμα.
Q ἡ δὲ μικρὰ Ἄρκτος ὑπὸ τῶν πλείστων Φοινίκη λέ-
γεται.
S τὴν μείζονα Ἄρκτον Ἡσίοδος εἴρηκεν, Λυκάονος εἶναι
θυγατέρα ἐν Ἀρκαδία δὲ κατοικοῦσαν ἑλέσθαι μετὰ
Ἀρτέμιδος τὴν θήραν ἐν τοῖς ὄρεσι ποιεῖσθαι. φθαρεῖσαν
δὲ ὑπὸ τοῦ Διὸς πρότερον λέγουσι τῆς Ἀρτέμιδι λέγουσι
τὸ σύμπτωμα. ἡ δὲ ἐπὶ τόκον οὖσαν ὀφθῆναι ὑπ' αὐτῆς
λουόμενον. ἐφ' ᾧ ὀργισθεῖσαν τὴν θεὸν θηριῶσαι αὐτήν,
καὶ οὕτως τεκεῖν ἄρκτον καὶ κληθῆναι Ἀρκάδιν. τὸν
γὰρ Δία φασὶν Ἀρτέμιδι ὁμοιωθέντα ἐλθεῖν εἰς τὸ ὄρος,
καὶ συγκυνηγετοῦσαν ὀφθῆναι αὐτῷ. μετὰ δὲ τὸν χρό-
νον τῆς γαστρὸς μετεώρου γενομένου μηδὲν αἴτιον τοῦ
συμπτώματος πλὴν Ἄρτεμιν. ἐφ' ᾧ ὀργισθεῖσαν τὴν
θεὸν θηριῶσαι αὐτήν. μετὰ δὲ χρόνον τινὰ ἔδοξεν εἰσελ-
θεῖν εἰς τὴν τοῦ Διὸς αὐλήν, ἐκδιωκομένους δὲ ὑπὸ τοῦ
Διὸς καὶ ὑπὸ τῶν Ἀρκάδων μελλόντων ἀναιρεῖσθαι διὰ  
τὸν προειρημένον νόμον, ὁ Ζεὺς διὰ τὴν συγγένειαν
ἐξείλετο αὐτοὺς καὶ ἐν τοῖς ἄστροις ἔθηκεν Ἄρκτον
ὀνομάσας διὰ τὸ σύμπτωμα. ἔχει δὲ ἀστέρας ἐπὶ τῆς
κεφαλῆς ζʹ. ἀμαυροὺς ἐφ' ἑκατέρων τῶν νώτων βʹ ὁ
ὠμοπλάτης εἷς, (....) λαμπρὸν αʹ, ἐπὶ ποδὸς ὀπισθίου
βʹ. κέρκου, τρεῖς.


Επίσης οι άρκτοι ονομάζονται διαφορετικά και άμαξες, όχι μόνο λόγω του σχήματος τους στον ουρανό και γιατί φέρουν το σχήμα τεσσάρων αστέρων αντί για τροχούς αλλά γιατί  η ονομασία Αμ-αξα/Αμαξες  δηλώνει το   άμα εν τω άξονι δηλαδή άμα= μαζί,  εν των άξονι = στον άξονα, Άμαξα = μαζί στον άξονα

Η ονομασία Άμαξα δίνεται κυρίως για την Ελίκη για την Μεγάλη Άρκτο η οποία λέγεται ότι γυρίζει γύρω από τον Άξονα- Πολικό Αστέρα που βρίσκεται στην Μικρή Άρκτο ..

MUAS οὐ χρὴ δὲ ἐν τῷ οὐρανῷ τινὰ οἴεσθαι ἄρκτους ἢ
ἁμάξας, ἀλλὰ πέντε τὰς αἰτίας εὐλόγως τῆς ἀστροθε-
σίας τίθενται. ἢ γὰρ καθ' ὁμοίωσιν τοὔνομα τῷ ἄστρῳ,
ὥσπερ ὁ Σκορπίος, ἢ κατὰ πάθος, ὡς ὁ Κύων (δοκοῦσι
γὰρ ἐπὶ τῇ ἀνατολῇ τοῦ Κυνὸς λυττᾶν οἱ χερσαῖοι κύνες
ὡς ἐπὶ πλήθους), ἢ μυθικῶς, ὡς ἡ μεταβληθεῖσα Καλ-
λιστὼ εἰς ἄρκτον, ἢ κατὰ τιμήν, ὡς οἱ Διόσκουροι
Δίδυμοι, ἢ διορισμοῦ καὶ διδασκαλίας χάριν, ὡς τὰ
πολλὰ τῶν ζῳδίων. αἱ τοίνυν Ἄρκτοι Ἅμαξαι μὲν
καθ' ὁμοιότητα, Ἄρκτοι δὲ μυθικῶς.  
Par. δεῖ γινώσκειν ὡς κατὰ πέντε αἰτίας ἡ ἀστροθεσία
γέγονεν· ἢ καθ' ὁμοίωσιν ὥσπερ ὁ Σκορπίος, ἢ κατὰ
πάθος ὡς ὁ Κύων, ἢ μυθικῶς ὡς ἡ μεταβληθεῖσα
Καλλιστὼ εἰς ἄρκτον, ἢ κατὰ τιμὴν ὡς Διόσκουροι οἱ
Δίδυμοι, ἢ διορισμοῦ καὶ διδασκαλίας χάριν, ὡς τὰ
πολλὰ τῶν ζῳδίων.
MQDΔVA <τὸ δὴ καλέονται Ἅμαξαι:> διὰ τοῦτο,  
φησί, διὰ τὸ τρέχειν ὡς ἅμαξαι, ταύτην τὴν ὀνομασίαν
ἔσχον, ἢ διὰ τὸ ἔχειν σχῆμα ἁμάξης τῶν τεσσάρων
ἀστέρων ἀντὶ τροχῶν παραλαμβανομένων, τῶν δὲ τριῶν
τῆς οὐρᾶς ἀντὶ ῥυμοῦ.
S Ἅμαξαι λέγονται παρὰ τὸ ὁμοῦ ἐν τῷ ἄξονι εἱλεῖσθαι.
MQDΔVUA <ἄλλως. Ἅμαξαι:> διὰ τὸ ἅμα ἐν τῷ ἄξονι
καὶ τῇ τούτου ἀρχῇ εἶναι. ἢ ὅπερ ἐπὶ τῆς μιᾶς λέγεται,
τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν δύο εἴληφε. κυρίως γὰρ ἡ Ἑλίκη
ἅμαξα λέγεται· οἱ γὰρ ἑπτὰ αὐτῆς ἀστέρες ἁμάξης τύπον
ἔχουσιν· οἱ μὲν ἐπὶ τοῦ πλινθίου τέσσαρες (πλινθίον
δὲ λέγεται παρὰ τοῖς γεωμέτραις πᾶν τετράγωνον), οἱ
δὲ τρεῖς ἐπὶ μήκους τὸν ῥυμὸν πληροῦσι. δείξομεν δὲ
καὶ παρ' Ὁμήρῳ τὸ ἐπὶ τῶν δύο λεγόμενον (θ 229)·
“δουρὶ δ' ἀκοντίζω ὅσον οὐκ ἄλλος τις οἰστῷ”. τὸ
γὰρ ἀκοντίζειν ἴδιον μόνον ἐπὶ δόρατος, ὃ δὲ καὶ ἐπὶ
τοῦ οἰστοῦ αὐτὸ ἔθηκεν.  
S ἅμα τροχός ἐστιν ἡ δύο τροχῶν εἰς τὸ αὐτὸ συν-
έμπτωσις. <ἅμα τροχόωσιν,> εἰς τὸ αὐτὸ κινοῦν-
ται.
Q Ἄρατος δέ φησι τὴν Κυνόσουραν καὶ Ἑλίκην ἐν
Κρήτῃ οὔσας γενέσθαι τρόφους τοῦ Διός, καὶ διὰ τοῦτο
τῆς οὐρανοῦ μνήμης ἀξιωθῆναι.
 

Ελίκη λαμβάνει το όνομα της εκ της περιστροφής και της συστροφής γύρω από τον άξονα του ουρανό, πολικό αστέρα…

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570)
Page 30, line 9

ἕλιξ, ἡ συστροφὴ, καὶ κλίνεται ἕλικος· ἑλίσσω, τὸ
συστρέφω, ὅθεν καὶ ἑλικωπὶς κόρη, ἡ γοργόφθαλμος·
Ἑλικὼν, ὄρος, καὶ κλίνεται Ἑλικῶνος 



Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari
Alphabetic entry epsilon, page 457, line 21

 <Ἑλίκη>· ἄρκτος· ἀπὸ τοῦ ἐν ἑαυτῇ εἱλεῖσθαι· περιγράφει γὰρ τὸν ἀρκτι-
κὸν κύκλον.

 Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)
Alphabetic letter epsilon, entry 2098, line 1

<Ἐλιεύς>· Ζεὺς ἐν Θήβαις
*<ἕλικα>· κύκλον AS ἐνώτια. δακτύλιοι. τὰ περὶ τοὺς καρποὺς
 ψέλλια ASvgn
<ἕλικας>· ἑλικοκεράτους S ἐπικαμπῆ τὰ κέρατα ἔχοντας (Ι 466)
*<ἕλικες>· τῆς ἀμπέλου τὰ κληματώδη. ἢ ἐνώτια. ἢ ψέλλια (Σ 401)
 AS ἢ δακτύλιοι S ἢ <ἑλίγματα>
<Ἑλίκη>· πόλις Βοιωτίας ἐν ᾗ Ποσειδῶν τιμᾶται (Θ 203) καὶ ἡ
 ἰτέα. τινὲς καὶ σπέρμα τοῦ ὑοσκυάμου

<ἕλιξ>· νέος κλάδος ps μέλας. καὶ ὁ αἰγίλωψ. καὶ ἡ κατάγραφος
 καὶ ἡ ἀναγλυφὴ παρὰ τοῖς ἀρχιτέκτοσι. [καὶ ὁ καρπός]. καὶ
 ψέλιον. καὶ τοῦ ὠτὸς ἡ περιοχή. καὶ δεσμός τις. ἢ τύλιγμα.
 ἢ †παράκλησις 


Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί)
Alphabetic entry epsilon, page 457, line 8

 <Ἑλίκωπες> <Γ 190>· ... ἡ εὐθεῖα ἑλίκωψ· ἐκ τοῦ Ἑλίκη, ὃ
σημαίνει τὴν μεγάλην ἄρκτον, ὡς καὶ Ἄρατος <37 sq.> “Ἑλίκῃ γε μὲν
ἄνδρες εἰν ἁλὶ τεκμαίροντες”. δύο δέ εἰσιν ἄρκτοι, καὶ ἡ μὲν μεγάλη
καλεῖται Ἑλίκη, πρὸς ἣν ἀποβλέποντες καὶ ἀπευθύνοντες τὴν πορείαν
ἐποιοῦντο, ὡς ἐκ τούτου κληθῆναι αὐτοὺς ἑλίκωπας· ἡ δὲ μικρὰ
Κυνόσουρα.  

Ελίκωπες ονομάζονται και οι δυο άρκτοι μαζί Ελίκη δε η Μεγάλη

Τα Έλιξ και Ελίκη απαντούν ως ονόματα για τον ίδιο τον αστερισμό, επειδή «ελίσσεται» γύρω από τον πολικό αστέρα

Η «άμαξα» επομένως είναι ο αστερισμός του οποίου οι αστέρες περιφέρονται όλοι μαζί γύρω από έναν άξονα, εκείνον που περνά από τον Βόρειο Ουράνιο Πόλο ή Πολικό Αστέρα ή  «Οδηγό του Άξονος» ή το "καρφί" όπως αλλιώς ονομάζεται. Πολύ αργότερα, όταν η άμαξα έχει πια πάρει την έννοια του κάρρου, ο Ησύχιος δίνει το όνομα Άγαννα, από το «άγειν» αλλά και από το ακκαδικό Aganna / Akanna = «Κύριος των Ουρανών» για τους αστέρες της Άμαξας.

Ενώ στη νεότερη ελληνική λαϊκή παράδοση, η Μεγάλη Άρκτος ονομάζεται Αναποδοκάραβο από την ομοιότητά της με ανάποδο καράβι:

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 330, line 29

 <Ἐλελίξω>: Ἐλίσσω, τὸ συστρέφω. Ἀπὸ τοῦ
εἰλῶ εἰλίσσω· καὶ ἀφαιρέσει συστολῇ τοῦ ι,
ἐλίσσω· τοῦτο κατὰ ἀναδιπλασιασμὸν γίνεται ἐλε-
λίσσω· ὁ μέλλων, ἐλελίξω.
330.29
 <Ἕλιξ>: Ἕλιξ λέγεται καὶ τὸ τῆς ἀμπέλου
νευρῶδες ἔκφυμα, ὃ ἐπιλαμβάνεται τοῦ χάρακος, τὸ
παρ' ἡμῖν βλαστάριον καλούμενον, ἕλικος. Παρὰ τὸν
ἑλίξω μέλλοντα, ἕλιξ, ὡς χαράξω, χάραξ δράξω, δράξ.

 <Ἐλινός>: Ἡ ἄμπελος, ὡς Ἀπολλόδωρος. Φι-
λήτας δ' ἐν γλώσσαις τὸν κλάδον τῆς ἀμπέλου. Νί-
κανδρος ἐν Θηριακοῖς.


Όμως το Έλιξ και το Ελίκη συνδέεται  με την έλικα και την ερμηνεία της ως νέος κλάδος, ως νέος υιός δηλαδή που φύεται εκ του πατρός όχι μόνο στην άμπελο αλλά και στον κισσό. Ο σπόρος και ο καρπός που αναδύεται, όπως έχουμε δει σε παλαιότερα κείμενα τόσο στις Βάκχες αλλά και σε σχόλια στον Ευριπίδη οι Έλικες είναι  τα νεαρά βλαστάρια  περικυκλώνουν και σώζουν τον υιό Βάκχο-Διόνυσο από την φωτιά αλλά με την παρουσία τους δηλώνουν ταυτόχρονα και την γέννηση του Νέου Κλάδου/Υιού.


συνεχίζεται

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Αδράστεια θυγάτηρ Μελίσσου



Ο Μελισσεύς είπαμε ότι είναι  βασιλεύς-ιερεύς αλλά και ιεροπράκτης Ο Μελισσεύς αναφέρεται ως ο πρώτος άνθρωπος που θυσίασε στους θεούς. Και εισήγαγε στην Κρήτη την θεολατρεία, ιέρειες της Ρέας Μεγάλης μητέρας Θεάς κατέστησε τις θυγατέρες που φέραν τον τίτλο της Μέλισσας την Αδράστεια και την Ίδη, κατ΄αλλους και την Αμάλθεια- η οποία αργότερα έδωσε και τ΄ονομα της και στην κατσίκα που πρόσεφερε το γάλα της στο μεγάλωμα του Διός. Κατ΄αλλους συγγραφείς η Αμάλθεια θεωρείτε γυναίκα του Μελισσέως και μητέρα της Αδράστειας.
  
Θεωρώ ότι τ΄ όνομα της Μέλισσας είναι όνομα φέρων ιδιότητα ιέρειας ή ιδιότητες θεάς την οποία κατέχουν και οι ιέρειες της Αρτέμιδος, ενω σε αντίστοιχα κείμενα βρίσκουμε αναφορά και στην ιστορία της Μέλισσας ως ιέρειας της Δήμητρος. Από ένα σημείο και μετά η Μέλισσα γίνεται και όνομα σύμβολο-ιδιότητα  της Μεγάλης Μητέρας Ρέας Κυβέλης/ Κυψέλης, της Δήμητρος και της Αρτέμιδος, και βέβαια αποτελεί και σύμβολο με ολες τις ιδιοτητες που απορρέουν απ΄αυτο  της Πότνιας Θηρών ως παλαιότερης αρχετυπικής θεότητας.

Tα ονόματα των ιερειών της Ρέας που εμφανίζονται ως κόρες του Μελισσέα είναι κατά τον Απολλόδωρο οι νύμφες Αδράστεια και η Ίδη.
 

Ὀργισθεῖσα δὲ ἐπὶ τούτοις Ῥέα παραγίνεται μὲν εἰς Κρήτην, ὁπηνίκα τὸν Δία ἐγκυμονοῦσα ἐτύγχανε, γεννᾷ δὲ ἐν ἄντρῳ τῆς Δίκτης Δία. Καὶ τοῦτον μὲν δίδωσι τρέφεσθαι Κούρησί τε καὶ ταῖς Μελισσέως παισὶ νύμφαις, Ἀδραστείᾳ τε καὶ Ἴδῃ. Αὗται μὲν οὖν τὸν παῖδα ἔτρεφον τῷ τῆς Ἀμαλθείας γάλακτι, οἱ δὲ Κούρητες ἔνοπλοι ἐν τῷ ἄντρῳ τὸ βρέφος φυλάσσοντες τοῖς δόρασι τὰς ἀσπίδας συνέκρουον, ἵνα μὴ τῆς τοῦ παιδὸς φωνῆς ὁ Κρόνος ἀκούσῃ. Ῥέα δὲ λίθον σπαργανώσασα δέδωκε Κρόνῳ καταπιεῖν ὡς τὸν γεγεννημένον παῖδα.(Απολλόδωρος 1.1.6)


Μανισμένη με τον Κρόνο η Ρέα προσγειώνεται στην Κρήτη, όταν το Δία στην κοιλιά της είχε  και τον γεννά  στο σπήλαιο της Δίκτης (Λασίθι) και τον δίδει στους Κούρητες, στις νύμφες  Αδράστεια και Νίδα. Τούτες λοιπόν το βρέφος έτρεφαν με το γάλα της Αμάλθειας. Κι οι Κούρητες ένοπλοι το βρέφος φυλάγοντας με δόρατα τις ασπίδες κροτούσανε με σκοπό μην ακούσει ο Κρόνος του βρέφους το κλάμα Κι η Ρέα πέτρα αφού τύλιξε του δωκε να καταπιεί σαν να το γεννημένο παιδί.

Στον Πλούταρχο αναφέρονται ως τροφοί του Διός δύο γυναίκες η Ίδη και η Αδράστεια, της Ήρας μία η Εύβοια, του Απόλλωνος δύο η Αλήθεια και η Κορυθάλεια, ενώ τον Διόνυσο  φαίνεται να μεγάλωσαν και να αναθρεψαν περισσότερες νύμφες .. 

Plutarchus Biogr., Phil., Quaestiones convivales (612c-748d)
Stephanus page 657, section E, line 5

ὁ μέντοι <πατὴρ> τοσοῦτον
ἐπεῖπε τοῖς εἰρημένοις, ὅτι δοκοῦσιν αὐτῷ καὶ οἱ παλαιοὶ
τοῦ μὲν Διὸς δύο ποιεῖν τιθήνας, τὴν Ἴδην καὶ τὴν Ἀδρά-  
στειαν, τῆς δ' Ἥρας μίαν, τὴν Εὔβοιαν· ἀμέλει δὲ καὶ τοῦ
Ἀπόλλωνος δύο, τὴν Ἀλήθειαν καὶ τὴν Κορυθάλειαν·
τοῦ δὲ Διονύσου πλείονας, ὅτι δεῖ τὸν θεὸν τοῦτον ἐν
πλείοσι μέτροις νυμφῶν τιθασευόμενον καὶ παιδευόμενον
ἡμερώτερον ποιεῖν καὶ φρονιμώτερον

Με τα ονόματα της Αδράστειας και της Ίδης ή Νίδας ή Είδης εμφανίζονται και δύο από τις  Μελίες ή Μελιάδες νύμφες, οι νύμφες δηλαδή της μελίας ή φλαμουριάς. Οι εννέα Μελίες ή Μελιάδες νύμφες φέρουν τα ονόματα : Αδράστεια, Αρέθουσα, Βριθώ, Γλαύκη, Ελίκη, Ίδη,  Κελαινώ, Κρίμη και Κυνόσουρα.  Το όνομά τους το πήραν, επειδή προτιμούσαν να ζουν στα δέντρα της μελίας ή μελιάς, δηλαδη στο δέντρο της φλαμουριάς


Scholia In Hesiodum, Scholia in opera et dies (scholia vetera partim Procli et recentiora partim Moschopuli, Tzetzae et Joannis Galeni
Prolegomenon-scholion sch, page-verse 144bis, line 7

ΕΚ ΜΕΛΙΑΝ. Νυμφῶν, ἢ Δωρικῶς Μελιᾶν εἶ-
πεν, ὅτι (οὐκ) ἐκ τῶν ἓξ γόνων τοῦ οὐρανοῦ· τινὲς δὲ ἀλλη-
γοροῦσι μελίας τὰς φροντίδας. ΑΛΛΩΣ. Ἀπὸ ξύλου τινὸς
ἀνόητον γένος λέγει καὶ ἀσύνετον· οὗτοι, φησὶν, οὐκ ἐκ γέ-
νους θεῶν. PROCLUS.
sch.144bis.1
ΕΚ ΜΕΛΙΑΝ. Τρίτον φησὶ γενέσθαι γένος πα-
ρὰ τῆς Εἱμαρμένης, τὸ Γιγαντικὸν ἐκεῖνο, τὸ μάχιμον. Οἱ  
περὶ Πρόκλον τὸ ΕΚ ΜΕΛΙΑΝ, Δωρικῶς περισπῶσιν, ἐκ τῶν
μελιῶν λέγοντες γενέσθαι τοὺς γίγαντας, ἀλλ' οὐκ ἐκ Νυμφῶν·
ὧν, εἰ χρεία σοι, ἐξ ἐμοῦ μάνθανε καὶ τὰ ὀνόματα. Ἑλίκη,
Κυνόσουρά τε καὶ Ἀρέθουσα καὶ Ἴδη, Κρώμνη, Βριθὼ, Κα-
λαινὼ, Ἀδράστεια, καὶ Γλαύκη. Οὐκ ἐκ τούτων τῶν μελιῶν,
ἀλλ' ἐκ μελιῶν δένδρων φασὶν αὐτοὺς, ἤγουν στερεούς. Ἐγὼ
δέ φημι, ἡ Εἱμαρμένη ἐποίησεν τρίτον ἄλλο γένος, ποδα-
πόν; ἐκ μελιᾶν, ἤγουν σκληρόν. Ἢ ἀπὸ τῶν μελιῶν δέν-
δρων ὧν κἀκεῖνοι φασὶν, ἢ ἀπὸ τῶν ἔξω μελῶν καὶ σωμά-
των ἀνθρωπίνων δοκεῖν εἶναι, διά τε τὸ ὑπέρογκον αὐτῶν, καὶ
τὸ φονικόν. Οὐκ ἐφείδοντο γὰρ τῶν οἰκείων σωμάτων, ὥς-
περ εἰ λίθος χρὼς ἦν αὐτοῖς ἠὲ σίδηρος,
  Χαλκὸν ἀνασχέσθαι ταμεσίχροα βαλλομένοισιν.
Οὕτω γοῦν ἐγὼ φημὶ ἐκ μελιᾶν λέγεσθαι. Ἢ παρὰ τὸ ἐκμε-
λὲς καὶ ἄῤῥυθμον εἶναι, καὶ ἀπειθὲς ἀπὸ μεταφορᾶς τοῦ μέ-
λους τοῦ μουσικοῦ. 

Λέγετε ότι οι Μελίες νύμφες γεννήθηκαν από το αίμα που έτρεξε από τον ευνουχισμό του Ουρανού και γέννησε τις Ερινύες, τους Γίγαντες και τις Μελιάδες Νύμφες, οι οποίες ευθύνονται για τον κάματο και για τον ματωμένο ιδρώτα που χύνουν οι άνθρωποι για την επιβίωσή τους.  Ευθύνονται ακόμη και για τους πολέμους που συμβαίνουν ανάμεσα στους ανθρώπους για την κατάκτηση πόλεων και χωρών με γόνιμα και καρποφόρα εδάφη.  Εν ολίγοις, οι πόλεμοι γίνονται για τον πλούτο  και οι νύμφες της φλαμουριάς υποκινούν αυτούς τους πολέμους
Σε ανάμνηση της γέννησής τους από το αίμα του κακού  το ξύλο της φλαμουριάς το χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή των δοράτων που ως επιθετικά όπλα προκαλούσαν το θάνατο.
Από τις Μελίες Νύμφες γεννήθηκε το τρίτο γένος των ανθρώπων που κατοίκησε τη γη. Πρόκειται για   το «χάλκινο γένος», που φανερώθηκε στην γη μετά το χρυσό και το ασημένιο. Το χάλκινο γένος των ανθρώπων ήταν σκληρό και πολεμοχαρές, γι αυτό αλληλοσπαράχτηκε και εξαφανίστηκε.

Αδράστεια έχει δώσει και τ΄ ονομά της σε πόλη πλησίον της Τροίας, μεταξύ Πριάπου και Παρίου.  Κατά μία εκδοχή το όνομα εχει δωθεί χάρην του βασιλέα Άδραστου είναι μάλιστα ο πρώτος που εχει ιδρύσει και το ιερό της Νεμέσεως στην Πόλη. Κατά την δεύτερη εκδοχή η πόλη Αδράστεια φέρει τ΄ονομα της κόρης του Μελισσεως (τροφού του Διός ) από την Ιδη και πρώτου που βασίλευσε στην Τροία… 



Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., De prosodia catholica
Part+volume 3,1, page 223, line 16

   Ἄδραστος> βασιλεύς, ἀφ' οὗ πόλις Ἀδράστεια.


Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., De prosodia catholica
Part+volume 3,1, page 276, line 15
                                                           οἱ δὲ τὴν Κιλικίας
Κώρυκον οὕτω φασὶ λέγεσθαι, ὡς Δημήτριος, ἀπὸ Ἀττάλου Φιλαδέλ-
φου κτίσαντος. <Ἀδράστεια> μεταξὺ Πριάπου καὶ Παρίου ἀπὸ Ἀδράστου βασιλέως, ὃς καὶ πρῶτος ἱδρύσατο τὸ Νεμέσεως ἱερόν. 

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., De prosodia catholica
Part+volume 3,1, page 276, line 18
                                                                              ἔστι
καὶ Τρωάδος Ἀδράστεια τόπος ἀπὸ Ἀδραστείας θυγατρὸς Μελίσσου,
τοῦ Ἴδης τῆς πρῶτον βασιλευσάσης ἐν Τροίᾳ, ὡς Χάραξ Ἑλληνικῶν
δευτέρᾳ.


Στο παραπάνω κείμενο η πόλη της Τρωάδος Αδράστεια – δεν εχει πάρει τ΄ονομά της από τον Άδραστο, αλλά από την Αδράστεια κόρη του Μελισσέου βασιλέα της Ιδης και τροφού του Διός. 

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ ὀρθογραφίας Part+volume 3,2, page 467, line 33
 <Ἀδράστεια> πόλις ἀπὸ Ἀδράστου βασιλέως, ὃς καὶ πρῶτος ἱδρύ-
σατο τὸ Νεμέσεως ἱερόν. λέγεται καὶ Ἀδρήστεια. 

Με το όνομα Αδράστεια ή και Αδρήστεια συναντούμε την κόρη του Μελισσέα αδερφή της νύμφης Ιδης – κατ΄αλλους και την Αμάλθεια. Καθώς και την Αδράστεια-Νέμεση θεά της εκδίκησης.

Η Α-δράστεια δηλώνει τη μη διαφυγή, την μη δυνάμενη ή την μη διατεθειμένη ν΄αποδράσει, συνεπώς και το αναπόδραστο, το αναπότρεπο, το αναπόφευκτο, το άφευκτο και το ακάμωτο…την μη δρώσα στην ουσία. Την αναπόδραστη ανάγκη, τη μη δυνάμενη να αποδράσει ή να φύγει.

Κατ΄άλλη εκδοχή η Αδράστεια είναι δευτερεύουσα θεά κόρη του Δία και της Ανάγκης ή κόρη του Δία και της Νύχτας. Η προσωποποιημένη θεά του ενστίκτου της εκδίκησης. 


Στην μυθολογία το όνομά της συνδέεται με το όνομα της Νέμεσεως, με αφορμή το γεγονός ότι ο Αδραστος- βασιλιάς του Άργους ή ο συνονόματος υιός του βασιλέως Μίδα έχει αναγείρει στον Αίσηπο ποταμό – πλησίον της Τροίας- ναό προς τιμή της για τον εξευμενισμό της. Κατά την παράδοση ο Άδραστος εχει φονεύσει τον αδερφό του και στην συνέχεια τον Άττη, γιό του βασιλέα Κροίσου που τον ειχε φιλοξενήσει…

 Η φράση «Αδράστεια νέμεσις» λεγόταν για όσους προηγουμένως ενώ ήταν ευτυχισμένοι, δυστύχησαν στη συνέχεια λόγω θείας δίκης. Άλλα ρητά ήταν το «σύν Αδραστεία» (δηλαδή, δίκη) και «οφθαλμός Αδράστειας». Η φράση «Προσκυνώ Αδράστειαν» θεωρείτο ως προφυλακτική από το μάτιασμα και τη βασκανία
Τα άλλα ονόματα εκτός αυτό της Νεμέσεως με τα οποία γίνεται γνωστή η Αδράστεια είναι Άτροπος, Ανάγκη και Πεπρωμένη.


Plutarchus Biogr., Phil., De Stoicorum repugnantiis (1033a-1057b)
Stephanus page 1056, section C, line 8

                 ἔτι τοίνυν τὸ μὲν προκαταρκτικὸν αἴτιον
ἀσθενέστερόν ἐστι τοῦ αὐτοτελοῦς καὶ οὐκ ἐξικνεῖται κρα-
τούμενον ὑπ' ἄλλων ἐνισταμένων, τὴν δ' εἱμαρμένην αἰτίαν
ἀνίκητον καὶ ἀκώλυτον καὶ ἄτρεπτον ἀποφαίνων αὐτὸς
Ἄτροπον καλεῖ καὶ Ἀδράστειαν καὶ Ἀνάγκην καὶ Πεπρω-
μένην
ὡς πέρας ἅπασιν ἐπιτιθεῖσαν.


Plutarchus Biogr., Phil., Fragmenta
Fragment 21, line 4

Τὸ γὰρ εἱμαρμένον ἄτρεπτον καὶ ἀπαράβατον, ‘χὤπερ
μόνον ὀφρύσι νεύσῃ, καρτερὰ τούτῳ κέκλωστ' ἀνάγκα’
(fr. chor. mel. adesp. 19 D., 99 P.) [καὶ πεπρωμένη] διὰ
τοῦτο τὴν εἱμαρμένην <καὶ Πεπρωμένην> καὶ Ἀδράστειαν
καλοῦσιν,
ὅτι πέρας ταῖς αἰτίαις ἠναγκασμένον ἐπιτίθησιν
ἀνέκφευκτος οὖσα καὶ ἀναπόδραστος.




Chrysippus Phil., Fragmenta logica et physica
Fragment 997, line 17
                                                            Ἔτι τοίνυν τὸ μὲν
προκαταρκτικὸν αἴτιον ἀσθενέστερόν ἐστι τοῦ αὐτοτελοῦς, καὶ οὐκ
ἐξικνεῖται κρατούμενον ὑπ' ἄλλων ἐξανισταμένων· τὴν δ' εἱμαρμένην
αἰτίαν ἀνίκητον καὶ ἀκώλυτον καὶ ἄτρεπτον ἀποφαίνων, αὐτὸς Ἄτρο-
πον καλεῖ καὶ Ἀδράστειαν καὶ Ἀνάγκην καὶ Πεπρωμένην
, ὡς πέρας
ἅπασιν ἐπιτιθεῖσαν




Harpocration Gramm., Lexicon in decem oratores Atticos
Page 10, line 16
        Ἀδράστειαν: οἱ μὲν τὴν αὐτὴν λέγουσι τῇ Νεμέσει, λαβεῖν τε  
τοὔνομα ἀπὸ Ἀδράστου τοῦ Ταλαοῦ νεμεσηθέντος ἐφ' οἷς τῶν Θη-
βαίων κατηλαζονεύσατο, εἶτα ἔκ τινων μαντειῶν ἱδρυσαμένου ἱερὸν
Νεμέσεως, ὃ προσαγορευθῆναι μετὰ ταῦτα Ἀδραστείας, ὡς Ἀντίμα-
χος ἐν τούτοις δηλοῖ·
   ἔστι δέ τις Νέμεσις μεγάλη θεὸς, ἣ τάδε πάντα
   πρὸς μακάρων ἔλαχεν.


Pausanias Attic., Ἀττικῶν ὀνομάτων συναγωγή
Alphabetic letter alpha, entry 26, line 1

 <Ἀδράστεια>· τινές φασιν ἑτέραν εἶναι τῆς Νεμέσεως. τὴν αὐτὴν δὲ τῇ Νεμέσει οἱ μὲν ἀπὸ Ἀδράστου φασὶν ὀνομασθῆναι, ὅτι μόνος τῶν ἑπτὰ σωθεὶς μόνος πάλιν τὸν υἱὸν ἀπέβαλεν ἐν τοῖς ἐπιγόνοις, οἱ δὲ ἀπό τινος Ἀδράστου Μυσοῦ ἱδρυσαμένου αὐτῆς ἱερόν. βέλτιον δὲ ἀπὸ τοῦ μηδὲν αὐτὴν ἀποδιδράσκειν. 

Plotinus Phil., Enneades
Ennead 3, chapter 2, section 13, line 16

Ὅθεν καὶ θείᾳ φήμῃ <Ἀδράστεια>· αὕτη γὰρ ἡ διάταξις
Ἀδράστεια ὄντως καὶ ὄντως Δίκη καὶ σοφία θαυμαστή.



συνεχίζεται….

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Περί Ιδαίων δακτύλων



Οι Ιδαίοι δάκτυλοι ή Κουρήτες ή Κάβειροι είναι από τους πρώτους – όπως βλέπουμε στα παραπάνω κείμενα που συμμετέχουν στην λατρεία της Μεγάλης μητέρας θεάς ή Ιδέας μητρός Ρέας /Κυβελης και Πότνιας των θηρών/θυρών. Το Όρος Ίδη της Φρυγίας φαίνεται να πήρε τ’ όνομα του από τον γιό του Δάρδανου και της Χρύσης τον Ιδαίο. Ενώ οι Κορύβαντες της Ευβοίας που συνοδεύουν τον Διόνυσο στην εκστρατεία του φαίνεται ότι είναι συμπολεμιστές και συνοδοί του Ιδαίου μετά την αποπομπή τους από την πατρίδα.
Ίδη στα κείμενα είδαμε ότι σημαίνει μάχη
Ίδη όμως σημαίνει και το δασώδες βουνό, τον δρυμό, το δάσος αλλα και την ξυλεία.
Ιδημα είναι το όραμα
Και Ιδήμων ο οραματιστής αλλα και ο ειδήμων, ο έμπειρος και ο γνώστης.

Οι Ιδαίου δάκτυλοι λοιπόν ήταν οι διαμένοντες στην Ίδη – στο δασωμένο όρος, στον δρυμό – που χρησιμοποιούσαν την γνώση τους και την εμπειρία τους.

Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι θεωρούνται  ιερείς της Ρέας/Κυβέλης

Γιατί όμως ονομάζονται Δάκτυλοι; εκ του δεικνύω ή εκ του δράττω;
Δάκτυλοι εκ του δράκτυλοι από του δράττεσθε,  δράσσαι/ δράττω (πιάνω με το χέρι, αδράχνω, τσακώνω, αρπάζω, δράχνω, κρατώ, χουφτώνω, περιαρπάζω) αυτοί που είναι δεκτικοί (δυνάμενοι να δεχτούν, επιδεκτικοί, κατάλληλοι) αλλά και αυτοί που δεικνύουν από το δείκνυμι (δεικνύω, δείχνω, φέρνω στα φανερά, κάνω ορατό, παριστάνω (σε άγαλμα ή εικόνα) φανερώνω, γνωστοποιώ, αποδεικνύω, καταγγέλλω, οδηγώ, δείχνω σε κάποιον. Οι πρωτοπόροι στην ουσία και οι ειδήμονες που λειτούργησαν ως  διδάσκαλοι της γνώσης


Meletius Med., De natura hominis
Page 121, line 15

Περὶ Δακτύλων.

 Οἱ δὲ δάκτυλοι δράκτυλοί τινες εἰσὶ, παρὰ τὸ δράττεσθαι·
ἢ δέκτυλοι, δεκτικοὶ ὄντες τῶν διδομένων· ἢ δείκτυλοι, ἀπὸ τοῦ
δι' αὐτῶν γίνεσθαι τὰς δείξεις·


Orion Gramm., Etymologicum
Alphabetic letter delta, page 46, line 2

                οἷον δράκτυλοι, ἀπὸ τοῦ δρᾶσαι· ἢ δέκτιλοι
τινὲς εἰσὶν, δεκτικοὶ, ὄντες τῶν διδομένων· ἢ δείκτυλοι,
ἀπὸ τοῦ δι' αὐτῶν γίνεσθαι τὴν δεῖξιν.

Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon
Alphabetic letter delta, page 464, line 15

<Δάκτυλος>. παρὰ τὸ δράσσω, δράκτυλος τὶς ὤν.
 ἢ παρὰ τὸ δέχω, [δέξω,] δέδεχα, δέδεγμαι, δέ-
 δεκται, [δάκτυλος,] οἱ δεκτικοὶ ὄντες τῶν δι-
 δομένων. ἢ παρὰ τὸ δείκω, τὸ δεικνύω, δείκτυ-
 λοι καὶ δάκτυλοι· δι' αὐτῶν γὰρ ἡ δεῖξις γί-
 νεται.

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari
Alphabetic entry delta, page 332, line 22

<Δάκτυλοι>· <οἷον δράκτυλοι>, παρὰ τὸ δράττεσθαι· ἢ δέκτυλοι, δεκτικοὶ
ὄντες· ἢ δείκτυλοι, ἀπὸ τοῦ δι' αὐτῶν γίνεσθαι τὴν δεῖξιν.

Είναι αυτοί οι πρώτοι δάσκαλοι που ανακάλυψαν και διδάσκουν την χρήση και το άναμμα της φωτιάς, την φύση και την χρήση του χαλκού, και του σιδήρου, την συγκέντρωση και την εξημέρωση των ζώων σε κοπάδια, την εξημέρωση των υπόλοιπων ζώων καθώς και την ανακάλυψη της μελισσοκομίας.
Θα εισηγηθούν την τέχνη του τόξου και του κυνηγιού αλλά και το βασικότερο την συναναστροφή και την συμβίωση μεταξύ των ανθρώπων με έργα ειρήνης και ομόνοιας και της ευταξίας, της ευπείθειας στους νόμους, της  πειθαρχίας, της μετριοπάθεια και της σωφροσύνης στην κοινωνική ζωή. Οι πρώτες οργανωμένες κοινωνίες πιστώνονται στους Ιδαίους δακτύλους, αλλά και οι πρώτες ανακαλύψεις αυτή της φωτιάς και της χρήσης της για την εξόρυξη την τήξη και την κατεργασία του σιδήρου και του χαλκού στη μεταλλουργία. Οι πρώτες κατασκευές όπλων, τα ξίφη, τα κράνη καθώς και οι πολεμικοί χοροί όπως η πυρίχη – πυρρίχιος ο ένοπλος πολεμικός χορός.
Στους Ιδαίους δακτύλους επίσης με την είσοδο τους στην Ευρώπη με τον Μύγδονα μαθαίνουν στους κατοίκους των περιοχών όπου διαμένουν και τις θρησκευτικές τελετές. Είναι γητευτές γόηδες, γοητευτές και φέρνουν και την τέχνη της γητειάς, της επωδού, και των θελκτηρίων των φίλτρων, των βάλσαμων, των γιατροσοφιών αλλά και των μαγικών ασμάτων και των επωδών αλλά και άλλα θρησκευτικά μυστήρια.

Μαθητής τους προικισμένος με ξεχωριστή ικανότητα στην ποίηση και στην μελωδία και ο Ορφέας  από τους πρώτους  Ελληνες που θα φέρει τις τελετές και την μύηση στα ιερά μυστήρια  θα θεμελιώσει την τέλεση και την μυσταγωγία των  ιερών μυστηρίων.

Οι εισηγητές των μεγαλυτέρων αγαθών στο ανθρώπινο γένος οι Ιδαίοι Δάκτυλοι.

Ένας από τους οποίους και ο Μελισσεύς ο βασιλεύς-ιερεύς αλλά και ιεροπράκτης Ο Μελισσεύς αναφέρεται ως ο πρώτος άνθρωπος που θυσίασε στους θεούς. Και εισήγαγε στην Κρήτη την θεολατρεία, ιέρειες της οποίας κατέστησε τις θυγατέρες του Μέλισσα Αδράστεια και την Ίδη. Όμως θεωρώ ότι τ΄ονομα της Μέλισσας είναι ιδιότητα η οποία κατέχει ως ιέρεια της Αρτέμιδος, ενώ σε άλλα κείμενα βρίσκουμε και την ιστορία της Μέλισσας ως ιέρειας της Δήμητρας. 
Γενικότερα ως ιέρεια της Πότνιας θηρών αναφέρετε η Μέλισσα κι ως κόρη του Μελισσέως ενός Κορύβαντα ή Δάκτυλου. Ο δεσμός είναι σαφής με τους Εσσήνες ιερείς και ιεροπράκτες. Ίσως και ο πρώτος «βασιλεύς» ιδρυτής των ιεροπραξιών και των ιερειών που φέρουν την ονομασία της Μέλισσας. Ο πατέρας της Μέλισσας της πρώτης ιέρειας που εμφανίζεται στην Κρήτη ως τροφός του θείου βρέφους.

Οι μέλισσες είναι χαραγμένες σε νομίσματα πόλεων και η ιέρεια της Εφέσου είναι ενθύμιον εκείνης της πρώτης Μέλισσας, στην οποία η Πότνια Θηρών ενσωμάτωσε τον εαυτό της.

Πολύ πιθανή η ύπαρξη γνωστής ιερατικής γυναικείας ομάδας σε αντιστοιχία με την  αντίστοιχη αρσενική ομάδα των Εσσήνων.

Οι μυημένοι φέρουν αργοτερα το όνομα του Εσσήνα για να μπορέσουν να σταθούν δίπλα στις ιέρειες Μέλισσες. Ο Κρητικός μύθος αναφέρει τον Μελισσέα ως Κορύβαντα, ή Κουρήτα, ή Δάκτυλο καθώς οι έννοιες αυτές συγχέονται μεταξύ τους. Στους κορύβαντες λοιπόν πρωτοστατεί ο Μελισσεύς. Στόχος τους και κοινό τους λειτούργημα η διάσωση του θειου βρέφους.
Οι μεν Κορύβαντες κάνουν θόρυβο ή καλύτερα βόμβο όμοιο με του μελισσιού- χτυπώντας τα σπαθιά και τις ασπίδες τους,  για να ξεγελάσουν τον Κρόνο έτσι ώστε να μην ακούσει το κλάμα του νεογέννητου βρέφους. Οι μέλισσες ως ιέρειες με πρωταρχική ηγέτιδα την Μέλισσα είναι αυτές που τρέφουν και φροντίζουν το ιερό βρέφος. Ένας θεσμός που αρχικά φαίνεται να πρωτοεμφανίσθηκε στην Φρυγία και την Έφεσο και μεταφέρθηκε στην Κρήτη και στο Ιδαίο άντρο. Συνδέεται άμεσα και με την λατρεία της μητέρας θέας Κυβέλης/Ρέας/Δήμητρας κλπ ακόμα και με την λατρεία της Πότνιας Θηρών και της Αρτέμιδος.


Ο Μελισσεύς φαίνεται ότι υπήρξε ο επικεφαλής εκείνων των Κορυβάντων –Χορυβάντων –χοροβατών που βοήθησαν  και υποστήριξαν ως πάρεδροι την θείας Μέλισσα.

 Η τροφός και θεά Μέλισσα στην οποία ως αρχική μορφή της  Πότνια των θηρών ενσωματώνονται και αποδίδονται ιδιότητες «τροφού» και στοργικής  μητέρας ή μητέρας παντός ζώντος που φροντίζει για την ζωή και την επιβίωση όχι μόνο θεών και ανθρώπων αλλά ακόμα εξημερωμένων και μη θηρίων.

Όμως, οι Κορύβαντες, που ναι μεν βρίσκονται με τους Κουρήτες  στην Μικρά Ασία αλλά με καθήκοντα εξόχως μαιευτικά, ανεξάρτητοι  επομένως από το ιερατείο της Μέλισσας η οποία διαδίδεται με την ιδιότητα της Πότνιας μελισσών και ανθέων, παραμένουν στη γη της καταγωγής τους για να ξαναζήσουν σε κείνα τα σπήλαια και σε κείνα τα δάση τον ωραίο τους θρύλο. Σε αντικατάσταση του σώματος της Εφέσου, θα ιδρυθεί ένα νέο ιερατικό σώμα: αυτοί οι ιερείς θα φέρουν το όνομα Εσσήνες. Για τη μέλισσα απλώς μπορούμε να πούμε ότι Κορύβαντες, Κουρήτες και Δάκτυλοι, Εσσήνες σημαίνουν στην ουσία  το ίδιο πράγμα!

Η Πότνια θηρών και ως Ορεία Μήτηρ εικονίζεται ανάμεσα σε λιοντάρια ή κρατώντας φίδια ή με σφιγμένες γροθιές, η Δέσποινα η Έντιμος με τα φτερά της μέλισσας και της φροντίδας, ακοίμητη και πανταχού παρούσα βοηθός σε πάσα μορφή ζωής.. 


Πότνια είναι επίθετο που αναφέρετε στις Ήρα, Αθηνά, Δήμητρα, Περσεφόνη, Αρτέμιδα, η Λητώ, η Νύχτα, η Ήβη  κλπ .

Suda, Lexicon
Alphabetic letter pi, entry 2138, line 1

Πότνια; δέσποινα.
Πότνια: σέμνη, ἔντιμος.
Ποτνιᾶσθαι: παρακαλεῖν, ἐπικαλεῖται θεούς.


Πότνια Βελέων η Αφροδίτη,
Πότνια Μάτερ η σεβαστή μητέρα γη.
Πότνια Θηρών η Αρτέμιδα
Πότνιάδες οι Ευμενίδες, οι Ερινύες, αλλά και οι Μαινάδες
Πότνιαι η Δήμητρα και η Περσεφόνη μαζί
Πότνιαι δεινώπες οι Ερινύες…




 Euripides Trag., Phoenisae
Line 296

ἰὼ ἰώ· πότνια πότνια, μόλε πρόδομος,  
 ἀμπέτασον πύλας.

Άπλωσε, πετά προς τα πάνω, αναπετώ, ξεπέταξε τις  πύλες.= άνοιξε τις πύλες.
Ο Μελισσεας αποτελεί τον πρώτο θα λέγαμε θρησκευτικό βασιλέα ή τον πρώτο Rex sacrorum κατά τους ρωμαίους. Ο Ιερός βασιλεύς, και η ιερή βασιλεία μια θρησκευτική και πολιτική έννοια  με την οποία ένας ηγέτης θεωρείται ως ενσάρκωση, εκδήλωση, μεσολαβητής του θείου και του Θεού. Κάποτε, όταν η θρησκεία συνδέθηκε πλήρως με ολόκληρη την ύπαρξη τόσο του ατόμου όσο και της κοινοτητα και όταν τα βασίλεια ήταν σε διαφορετικό βαθμό συνδεδεμένα με θρησκευτικές δυνάμεις ή θρησκευτικούς θεσμούς, δεν θα μπορούσε να υπάρξει βασίλειο που να μην ήταν με κάποιο τρόπο ιερό .

Μεταξύ των πολλών δυνατών ειδών ιερών βασιλείων στις οποίες ο αρχηγός θεωρείται θεϊκός. Ήδη οι Ιδαίοι Δάκτυλοι θεωρούνται «δαίμονες» με την έννοια του όρου όπου δαίμονας είναι είδος θεού. Η ιερότερη λέξη των αρχαίων έγινε συνώνυμο του διαβόλου και των δαιμόνων … η πιο ευσεβής λέξη
Παράγεται από το ρ. δαίω (μοιράζω στον καθένα την τύχη του). Αν και συνυπήρχε με τη λέξη Θεός, εντούτοις ο δαίμων αναφερόταν στην απρόσωπη και απροσδιόριστη δύναμη, ενώ ο θεός στην ανθρωπόμορφη θεϊκή οντότητα. Η έννοια του δαίμονος ισοδυναμούσε με την Μοίρα, την Ειμαρμένη .

Επίσης, στη λ. Δαίμονα απέδιδαν την έννοια του φύλακα αγγέλου «κατά φύλακα δαίμονα». Απ' εδώ και η λέξη ευδαιμονία (: ευτυχία, προσδιόριζε τον έχοντα την εύνοια του Δαίμονος)
Δείτε και την έννοια του Δαήμων  όπου δαήμων αυτός που γνωρίζει σε βάθος και έχει πείρα και την παραπάνω έννοια του Ειδήμωνα – Ιδήμων των Ιδαίων δακτύλων
Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (ΑΔ)
Alphabetic letter delta, entry 7, line 1

<Δαιμονν>· τ π δαίμονος κατέχεσθαι κα πλήρη εναι δαί-
μονος, ς <κορυβαντιν> τ π τν Κορυβάντων κατέχεσθαι.
<Δαίμονα>· κστατικόν.
<Δαιμόνιε>· μακάριε.

Και την έννοια της Δάειρας ως τηη θηλυκή μορφή του <δαήμων>· εδήμων,
πιστήμων r *μπειρος. Η θεά της φώτισης, της γνώσης- που προέρχεται από την ηλιακή φώτιση  που φέρει μαζί της και το «κάψιμο» αλλά και το «μελάνιασμα» για τον α-δαή. Αλλά που φέρει και την μάθηση, την θεία γνώση, την επιστήμη μέσω της εμ-πυρίας- την μάθηση μέσω της ηλιοφωτήσεως, που λαμβάνει το χρίσμα μέσω της βαπτίσεως εν πυρί, μέσα στην φωτιά της μάχης,  για να μετατραπεί η γνώση σε εμπειρία, σοφία, φώτιση, που μοιράζεται όμως και δίδεται σε όσους την αναζητήσουν.

Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)
Alphabetic letter delta, entry 23, line 1

<δαείω>· οδα, πίσταμαι (Φ 61 ..)
<δαείς>· μαθών (δ 396?) S
<δάειρα>· δαέρα γρ εναι .... τν το νδρς δελφν δηλο.
 [κα <δαήμων> μπειρος.]
*<δαείω>· μάθω (Κ 425) AS
(*)<δαήμων>· μπειρος τεχνίτης
*<δαήμονος>· μπείρου τεχνίτου (Ο 411) S
<δαήμων>· εδήμων, πιστήμων r *μπειρος Σ
*<δαναι>· μαθεν (δ 493) g
*<δαίδαλα>· κατασκευάσματα ποικίλα (Ε 60) vgAS
*<δαΐα>· μεγάλη, πειρος s σεμνή, φοβερά
†<δαΐαν>· τν ρουμένην σεμνήν


συνεχίζεται …