Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

ἕλιξ: νέος κλάδος ps μέλας




Είδαμε σε προηγούμενα κείμενα την σύνδεση της Σεμέλης με τον αιθέρα καθώς και την σύνδεση του Διονύσου ως φυλακισμένου στον αιθέρα από τον Δία για να κατευνάσει την οργή της Ηρας, καθώς και τον μύθο του  Διόνυσου που μεγαλώνει στο Κέρας της Αμάλθειας . Να υπενθυμίσω ότι ως «έσπερος θεός» χαρακτηριζόταν από τους αρχαίους ο Αδης.
Και ότι Εσπέρου Κέρας, ονομάζει ο Πτολεμαίος,  ένα ακρωτήριο της δυτικής Αφρικής.
Και ότι ο πλανήτης της Αφροδίτης όταν αυτός εμφανίζεται μετά τη δύση του Ήλιου (την «εσπέρα»), ονομάζεται και Από-σπεριτης. Ενδεικτικό κείμενο 

Ο Διόνυσος θεωρείτε λατρεμένος θεός και αντιγραφή του μύθου του αιγυπτιακού θεού ‘Οσιρη, στους ‘Ελληνες. O παρ΄ όλιγον καμμένος υιός- θεός που γλυτώνει μέσα από τις στάχτες και την φωτιά. Και είναι ο μοναδικός που θα κρατήσει το σκήπτρο του ιδίου του Διός. Σκήπτρο της απόλυτης εξουσίας του Πατέρα των θεών και των ανθρώπων. Όμως και ο Όσιρης όμως θεωρείτε μελάγχροος, μελας την όψη και «καμμένος»


 Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon
Alphabetic letter alpha, page 68, line 2

Αθαλώδης>. σκοτώδης.
<Αθήρ>. ν ψει ἀὴρ, πάνω το έρος, καιό-
 μενος κ το λίου. παρ τ αθω αθήρ. πυ-
 ρώδης γρ τόπος περάνω τν αθέρα. κα
 λέγεται θηλυκν αθήρ. τ παράγωγον α-
 θέριος. κα αθερία κα τς αθέρος, αθερί-
 της. στροειδέα ντα διφρεύουσ' αθέρος ερς….
θιοπεύς>. π Αθιοπίας. [ ατιατικ τν
 πληθυντικν Αθιοπας.]
θίοψ>. μέλας.
θος>. κκαύστης· αθων κα καίων. παρ
 τ αθω τ καίω. [αθς δ αθόμενος κα
 καιόμενος.]
θωνας>. λαμπρος, πυροειδες καυστικούς.
θοπα>. μέλανα, διάπυρον τν ποιοντα
 ρυθρος, τν καυστικν, ς τό·    – αθοπα ονον.
  εθεα αθοψ.
θων>. βίαιος λιμός. [π το αθωνος λίου  τινός.]
θονίδης>. κύριον.
θριαίνης· Αθριξ>. νόματα κύρια.
[<Αθριος>. π τν αθέρα.]

Suda, Lexicon
Alphabetic letter alpha iota, entry 126, line 1


<Αθεροβατεν:> ες τν αθέρα βαίνειν. κα δοκν αθερο-
βατεν κα ατς φθαι τς ορανίας ψδος κα συμπεριπολεν τος
στροις γνόησε τ κρεουργηθναι, κα ς μύσος κριφναι.
alpha iota.118.1
<Αθεσι:> λαμπρος.
<Αθειν:> καίειν. ς δ νέβαλεν ες τν πολεμίαν, παρεκελεύετο
αθειν κα φθείρειν τν χώραν.
θη:> νομα θηλείας ππου. μηρος· Αθην τν γαμεμνονέην.
θήρ:> ν ψει ήρ, πάνω το έρος καιόμενος κ το
λίου.
θρ> θηλυκς μηρος· αθέρος κ δίης. κα Πίνδαρος· φρήμας
δι' αθέρος. διότι πυρώδης ν ο τρέφει. κα αθις· στεροειδέα
ντα διφρεύουσ' αθέρος ερς…
θίοπα σμήχειν:> π τν μάτην πονούντων.
θιοπες> καθιοπας.
Αθιοπία:> χώρα.
θιόπιον:> τς Εβοίας στ χωρίον.
θίοψ:> μέλας. κα ζήτει ν τ πλ λόγ.
θλη:> Χίος.
θόμενος:> καιόμενος.
θοπα:> ντ το διάπυρον, φλεγμαίνουσαν. ν πιγράμμασι·
μέχρι κα ατο βλέμματος νστήσας αθοπα βασκανίην.
θοπος:> διαπύρου. θερμο ν τας μάχαις. δ Σοφοκλς  
π το παρακεκινηκότος χρήσατο. οαν δήλωσας νδρς αθοπος
γγελίαν τλατον οδ φευκτόν.
θος:> κκαύστης.
θός:> καιόμενος….
θοψ:> μέλας.
θουσα:> στοά.
θω:> τ καίω.

Ενώ ο ‘Οσιρης θεωρείτε κι εκείνος μελάγχροος – δηλαδή μελαχρινός, μαυριδερός ή ο έχων μελανή χροιά/επιδερμίδα.

Plutarchus Biogr., Phil., De Iside et Osiride (351c-384c)
Stephanus page 359, section E, line 4

                          
στοροσι γρ Αγύπτιοι τν μν
ρμν τ σώματι γενέσθαι γαλιάγκωνα, τν δ Τυφνα
τ χρό πυρρόν, λευκν δ τν ρον κα μελάγχρουν τν  
σιριν, ς τ φύσει γεγονότας νθρώπους.

Plutarchus Biogr., Phil., De Iside et Osiride (351c-384c)

Stephanus page 364, section B, line 4

 
τν δ' σιριν α πάλιν μελάγχρουν γεγονέναι μυθολογοσιν,
τι πν δωρ κα γν κα μάτια κα νέφη μελαίνει
μιγνύμενον, κα τν νέων γρότης νοσα παρέχει τς
τρίχας μελαίνας, δ πολίωσις οον χρίασις π
ξηρότητος πιγίνεται τος παρακμάζουσι.

Eusebius Scr.
Eccl., Theol., Praeparatio evangelica
Book 3, chapter 3, section 16, line 3

       “
στοροσι γρ Αγύπτιοι τν μν ρμν τ σώματι γενέσθαι γα-
λιάγκωνα, τν δ Τυφνα τ χροι πυρρόν, λευκν δ τν ρην κα μελάγ-
χρουν τν σιριν, ς τ φύσει γεγονότας νθρώπους.

Ο Οσιρης όμως λατρεύεται και ως ο Απις ή Σεραπις, και σύμβολο του ο μελανός ταύρος με το λευκό τρίγωνο στο κεφάλι…

Plutarchus Biogr., Phil., De Iside et Osiride (351c-384c)
Stephanus page 362, section B, line 12


τι πρτος ες Αγυπτον ξ νδν Διόνυσος γαγε δύο
βος, ν ν τ μν πις νομα τ δ' σιρις· Σάραπις
δ' νομα το τ πν κοσμοντός στι παρ τ σαί-
ρειν, καλλύνειν τινς κα κοσμεν λέγουσιν.

Herodotus Hist., Historiae
Book 2, section 154, line 1

 
δ πις κατ τν λλήνων γλσσάν στι παφος.

Herodotus Hist., Historiae
Book 3, section 27, line 2

πιγμένου δ Καμβύσεω ς Μέμφιν φάνη Αγυπτίοισι
πις, τν Ἕλληνες Ἔπαφον καλέουσι· ἐπιφανέος δὲ
τούτου γενομένου αὐτίκα οἱ Αἰγύπτιοι εἵματά τε ἐφόρεον
τὰ κάλλιστα καὶ ἦσαν ἐν θαλίῃσι.

Herodotus Hist., Historiae
Book 3, section 28, line 5

                                   
δὲ Ἆπις οὗτος
Ἔπαφος γίνεται μόσχος ἐκ βοὸς ἥτις οὐκέτι οἵη τε
γίνεται ἐς γαστέρα ἄλλον βάλλεσθαι γόνον· Αἰγύπτιοι δὲ
λέγουσι σέλας ἐπὶ τὴν βοῦν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατίσχειν καί
μιν ἐκ τούτου τίκτειν τὸν Ἆπιν.

Herodotus Hist., Historiae
Book 3, section 28, line 10

                                       
Ἔχει δὲ μόσχος οὗτος
Ἆπις καλεόμενος σημήια τοιάδε, ἐὼν μέλας ἐπὶ μὲν τῷ
μετώπῳ λευκόν τι τρίγωνον, ἐπὶ δὲ τοῦ νώτου αἰετὸν
εἰκασμένον, ἐν δὲ τῇ οὐρῇ τὰς τρίχας διπλάς, ὑπὸ δὲ τῇ
γλώσσῃ κάνθαρον


Ο Απις ή Σέραπις είναι ο Θεός Οσιρης . Από  Άσερ-χαπι, δηλαδή ‘Οσιρις-Άπις ή Σάραπις (Σέραπις) που θεωρήθηκε πως ήταν η πλήρης μορφή του Όσιρι και όχι απλώς η ζωική του δύναμη (το Κα ).
Ο ποταμός δε ο Νείλος ονομάζεται και Μέλας
Flavius Arrianus Hist., Phil., Bithynicorum fragmenta
Fragment 61, line 3

<Eustath. ad Dionys.> 222, p. 256, 45.

 Τινὲς δὲ Νεῖ-
λόν φασιν ὠνομάσθαι ἀπὸ Νείλου τινὸς ἀπογόνου Ἄτ-
λαντος, βασιλεύσαντος τῶν ἐκεῖ· ἄλλοι δὲ ὅτι Μέλας
πρότερον καλούμενος μετεκλήθη Νεῖλος ἀπό τινος Νεί-
λου βασιλικοῦ παιδὸς ἐκεῖ ῥίψαντος ἑαυτόν· τινὰς μέν-
τοι ἀπό τινος Νειλασίου κεκλῆσθαι οὕτως αὐτὸν εἰπόντας
οὐκ εὖ λέγοντας ἀπελέγχει <Ἀρριανός.
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 2, page 310, line 5

(v. 266)
Αἶθοψ δὲ οἶνος μέλας θερμός, ὡς ἐν ἄλλοις εἴρηται.
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Odysseam
Volume 2, page 312, line 11
                                                                                      (Vers. 11.)
Ἰστέον δὲ ὅτι
Λευκάδα μὲν πέτραν μῦθος πρὸς τῷ Ἅιδῃ πλάττει κατὰ ἀντίφρασιν, μέλας γὰρ ἐκεῖ σκότος, καὶ διὰ τοὺς ἐσχάτους τῆς ἐκεῖ γῆς τόπους, οὓς εἰκὸς τὸν ἥλιον ἔτι διαλευκαίνειν δυόμενον.
Η σύνδεση με την Πελοπόννησο και τους εκεί ποταμούς της καθώς ένας είναι και ο Μέλας ως άλλος Νείλος της Πελοποννήσου !!! Και ως Απια ή Απίη και η Πελοπόννησος  από τον μυθικό βασιλέα της τον ‘Απι, πριν την έλευση του Πέλοπα.

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarium in Dionysii periegetae orbis descriptionem
Section 414, line 4
Ὅτι Ἀρκάδες περὶ μέσην τὴν Πελοπόννησον
κοίλην χθόνα ναίουσιν ὑπὸ τὸ ὄρος τὸ Ἐρύμανθον, ἐν
ᾧ κάπροι πολλοὶ, ὅθεν καὶ ὁ Ἐρυμάνθιος κάπρος, ὃν
ἔκτανεν Ἡρακλῆς· ἔνθα Μέλας καὶ Κρᾶθις καὶ Λάδων
ῥέουσιν.


Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidem (scholia vetera)
Vita-argumentum-scholion sch Ph, section 651, line 8

<κισσὸς ὃν περιστεφής>: ὁ πανταχόθεν αὐτὸν στέψας. τοῦ
γὰρ οἴκου κεραυνωθέντος ἐξήμβλωσεν αὐτὸν ἡ μήτηρ φοβηθεῖσα, κισσὸς
δὲ περιέλιξεν:  – MTAB
<ἄλλως>: ὅντινα, Διόνυσον, κισσὸς ἔξωθεν περιπλακεὶς ἔτι βρέφος
ὄντα κατὰ τοῦ νώτου ἐκάλυψεν. ἱστορεῖ γὰρ Μνασέας [frg. 18] ὅτι τῶν
Καδμείων βασιλείων κεραυνωθέντων κισσὸς περὶ τοὺς κίονας φυεὶς ἐκά-
λυψεν αὐτὸν, ὅπως μὴ αὐθημερὸν καὶ ἐν μηδενὶ τὸ βρέφος διαφθαρῇ
 [καλυφθέν κισσῷ]· διὸ καὶ περικιόνιος ὁ θεὸς ἐκλήθη παρὰ Θηβαίοις:  –  
MTAB

Όμως δεν φτάνουν οι παραπάνω αναφορές, όπου ο θεός καλύπτετε από τον κισσό που καλύπτει, όχι μόνο τους κίονες, αλλά και τον ίδιο για να μην καταστραφεί ή αφανισθεί ο νέος ΥΙΟΣ , κι έτσι ονομάζεται και Περικιόνιος από τους Θηβαίους,  Μπορούμε να συνδέσουμε την ΕΛΙΞ/ΚΑ και με τις έλικες του κισσού αλλά και του αμπελιού καθως και  με την παρακάτω παραπομπή, εξάλλου ο νέος κλάδος συχνά εννοείτε ως ο Υιός που «φυτρώνει» φύεται εκ του πατρός, ο καρπός και ο σπόρος που αναδύεται.  Γι αυτό και στις Βάκχες αλλά και στα σχόλια του Ευριπίδη, οι ‘Ελικες, τα νεαρά βλαστάρια  περικυκλώνουν και σώζουν τον υιό από την φωτιά αλλά με την παρουσία τους δηλώνουν ταυτόχρονα και την γέννηση του Νέου Κλάδου/Υιού.

Euripides Trag., Bacchae
Line 12
ὁρῶ δὲ μητρὸς μνῆμα τῆς κεραυνίας
 τόδ' ἐγγὺς οἴκων καὶ δόμων ἐρείπια
 τυφόμενα Δίου πυρὸς ἔτι ζῶσαν φλόγα,
 ἀθάνατον Ἥρας μητέρ' εἰς ἐμὴν ὕβριν.
 αἰνῶ δὲ Κάδμον, ἄβατον ὃς πέδον τόδε
 τίθησι, θυγατρὸς σηκόν· ἀμπέλου δέ νιν
 πέριξ ἐγὼ 'κάλυψα βοτρυώδει χλόηι.

Και της κεραυνοσκοτωμένης μου της μάνας
 βλέπω το μνήμα, εδώ κοντά στου παλατιού της
τα γκρεμισμένα αποκαΐδια, που καπνίζουν ακόμα,
από την άσβηστη του Δία φλόγα,
-σημάδι αιώνιο οργής στη μάνα μου απ΄ την Ηρα_
Μα εύγε στον Κάδμο που έκαμε σ΄ αυτόν τον τόπο
Ιερό στην κόρη του, κι απάτητο να ΄ ναι
Κι εγώ τον έζωσα χλωρά αμπελιού βλαστάρια …
Ενώ κόρυμβοι λέγονται και οι βοτρυώδεις καρποί του κισσού

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarium in Dionysii periegetae orbis descriptionem
Section 566, line 19

 
Κόρυμβοι δὲ νῦν οἱ βοτρυώδεις λέγονται καρποὶ τοῦ κισσοῦ.
Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)
Alphabetic letter epsilon, entry 2098, line 1

<ἕλιξ>· νέος κλάδος ps μέλας.

<ἕλικας βοῦς>· ἤτοι ἀπὸ τῶν κεράτων, ἢ ἀπὸ τῶν ποδῶν
 ἑλικοειδεῖς. <ἑλικὸν> γὰρ τὸ συνεστραμμένον (Φ 448)
<ἑλικοί>· οἱ ἀσφοδελοί
<ἑλικόν>· ὀρθόν. καὶ ⌊μέλαν r περιφερές
<ἕλικος βοὸς ἀμφὶ φονῆισι>· περὶ βοὸς φόνοις ἐκκειμένης
Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)
Alphabetic letter epsilon, entry 2098, line 1

<ἕλιξ>· νέος κλάδος ps μέλας. καὶ αἰγίλωψ. καὶ κατάγραφος
 καὶ ἀναγλυφὴ παρὰ τοῖς ἀρχιτέκτοσι. [καὶ καρπός]. καὶ
 ψέλιον. καὶ τοῦ ὠτὸς περιοχή. καὶ δεσμός τις. τύλιγμα.
 ἢ †παράκλησις
*<ἑλιξάμενος>· ἐπιστραφείς (Μ 408) An
<ἑλίξας>· πλέξας. ⌊κάμψας S, στρέψας (Ψ 466)
<ἑλιξόκερως>· στρεβλόκερως...
<πέρκανα>· τὰ ἱστοῦ περιπλέγματα
<περκνόν>· μελανόν. ποικίλον
<περκνός>· γλαυκός. μέλας. καὶ τὰ ὅμοια


συνεχίζετε ...

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Χαῖρ' ὦ ἄνα κισσεῦ Διόνυσε



Ο τάφος του Διόνυσου βρίσκεται στους Δελφούς, βλεπ. προηγούμενα κείμενα, ενώ η Ιέρεια των Δελφών είναι η Μέλισσα ή Μέλιττα, αλλά συγχρόνως οι Μέλισσες θεωρούνται και ιέρειες της Κυβέλης, αλλά και της Μύλιττας της Αφροδίτης των Ασσυρίων,  της Εφέσιας Αρτεμιδος, της Ρέας,  της Δήμητρας και της Περσεφόνης.
Melitta δε σημαίνει «Η Μεσίτρια», η θηλυκή μορφή του Melitz, του "μεσολαβητή", η οποία γίνεται στην Χαλδαική melitt.

Η melitz λέξη που χρησιμοποιείται στο βιβλίο του Ιώβ και έχει μεταφραστεί και σημάνει το διερμηνέα και τον απεσταλμένο..

Ιώβ. 33,23       ἐὰν σι χίλιοι γγελοι θανατηφόροι, ες ατν ο μ τρώσ ατόν…

 Melitta είναι ένας τίτλος βάσει του οποίου η Σεμίραμις λατρευόταν στη Βαβυλώνα σε αναίμακτη θυσία.  (περί Μέλι, Μέλισσας αναλυτικότερα σε μελλοντικά κείμενα)

Ενώ η σύνδεση της Κυψέλης ως κοίλου δοχείου-αγγείου παραπέμπει στο κιβώτιο, θήκη και την λάρνακα καθώς «τας λάρνακας οι τότε εκάλουν Κορίνθιοι Κυψέλας» Παυσανίας  5,17,5

Το ποτό κράμα μέλιτος και γάλακτος που προσφέρεται ως σπονδή στους καταχθόνιους θεούς ονομάζεται Μελίκρητον… Όμως υπάρχουν και Χοές που περιέχουν οίνο, αλλά και οι Νηφάλιες Χοές που περιέχουν μόνο νερό.

Ο Διόνυσος είναι κατά κύριο λόγο ο κρατών το ποτήρι/κύπελο  ή Δίνο,  (δείτε σχετικά παλαιότερα κείμενα), λατρεύεται ως Κίσσιος ή Κισσεύς αλλά ταυτόχρονα δηλώνει και τον γιο του Ποτηριού ή  του όρου και της γής του Χους.
 Ενώ ο Απόλλων ονομάζετε κι εκείνος Χουσαίος ή Χουσεύς

Aelius Aristides Rhet., ερο λόγοι δʹ
Jebb page 330, line 26

                     κε δ κα παρ' θηνς ναρ μνον χον
τς θεο κα ρχν τοιάνδε κεσθε Περγάμ νέοι, κα
τερον κ Διονύσου, ο τ πδόμενον ν Χαρ' να
κισσε Διόνυσε.

Aelius Aristides Rhet., Fragmenta poetica
Fragment 4, line 2

κεσθε Περγάμ νέοι,
Χαρ' να κισσε {Διόνυσε}.

Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)
Alphabetic letter kappa, entry 2786, line 1

*<κιρν>· ονοχοε A ..
<Κισσθήνη>· πόλις κα ρος ν Θρκ
<Κίσσιοι>· θνος Περσν (Aesch. Pers. 119) …
<Κισσοέντιοι>· ο Κνώσιοι
<κισσός>· εδος φυτο r *βλάστημα λισσόμενον AS
<Κισσος>· ρος ν Μακεδονί. κα πόλις Θρκης
<Κισσηΐς>· Κισσέως θυγάτηρ (Ζ 299)

Ο Χους είναι μονάδα μέτρησης των υγρών και ισοδυναμεί με μονάδα όγκου υγρών ίση με 3.2832 λίτρα ή 6 ξέστας.

Αλλά συγχρόνως ο ΧΟΥΣ είναι και το ΧΩΜΑ, αλλά και η σταγόνα του ΡΟΔΕΛΑΙΟΥ…
 Ηράκλειτος FRAG. 15" Άδης και Διόνυσος έν και ωυτό"

 Ο Άδης, ως  θάνατος, και ο Διόνυσος, ως έρωτας, είναι το ίδιο.

Οι Χόες αλλά και Χοές (εκ του χέω = χύνω, αφήνω να ρεύσει, διασκορπίζω, ραντίζω, πετώ, εκχέω κλπ,)  το υγρό στοιχείο των Χοών  που καταλήγει στον Χού/χώμα αλλά Χόες είναι και η ομώνυμη γιορτή της δεύτερης μέρας των Ανθεστηρίων, (γιορτή λουλουδιών τριήμερη που ετελείτο από τις 11 έως τις 13 του Ανθεστηριώνος ή στις 26-29 Φεβρουαρίου της Μεγάλης Αρχαίας Ελληνικής ετήσια εορτή προς τιμήν του Θεού Διονύσου,  τελούμενη στην  Αττική και σε πολλές Ιωνικές πόλεις. Τα Ανθεστήρια φέρονται επίσης με τη γενικότερη ονομασία Διονύσια.)
Ο Ανθεστηριών είναι ο όγδοος αττικός μήνας που θεωρείτε ότι διαρκεί από τις 15 Φεβρουαρίου έως τις 15 Μαρτίου.

Ο εορτασμός των Ανθεστηρίων στην Αρχαία Αθήνα τελούνταν την 11η ως και την 13η του μηνός Ανθεστηριώνος. Η πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν «πιθοίγια». Ονομάστηκε έτσι από το γεγονός ότι την ημέρα αυτή ανοίγονταν και δοκιμάζονταν για πρώτη φορά οι πίθοι με τον οίνο της χρονιάς.
 Η δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων λεγόταν «Χόες», από το ομώνυμο οινοδοχείο και η τρίτη μέρα των Ανθεστηρίων ονομάζονταν «Χύτροι», επειδή την ημέρα προσφέρονταν αγγεία με άνθη, μαγειρεμένα λαχανικά και πανσπερμία σιτηρών. Επίσης, την τρίτη και τελευταία ημέρα εορτάζονταν τα Υδροφόρια προς τιμήν όσων χάθηκαν στον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα ή Λευκαρίωνα – δείτε προηγούμενα σχετικά κείμενα, περί Κατακλυσμού, Ιωνά, Νώε, Σεμιράμιδος κλπ

 Χόες όμως και ο πληθυντικός αριθμός της λέξης Χούς, ενώ οι χόες θαλάσσης είναι το αμέτρητο πλήθος.
Χόω = σωριάζω, επισωρεύω, επιχωματώνω, σκεπάζω με χώμα, θάβω…


Όμως Χους ή  Κους ή Cush  ( στα εβραικά כּוּשׁ Kus) ήταν, σύμφωνα με τη Βίβλο, ο μεγαλύτερος γιος του  Χαμ, ο αδελφός του Mizraim, Χαναάν και ο πατέρας των Βιβλικών χαρακτήρων του  Nimrod, και Raamah.
Θεωρείτε ότι είναι ο πρώτος πρόγονος των ανθρώπων του Χούς, (Χουσαίων)  αυτών που έχουν σκουρόχρωμο δέρμα, των ανθρώπων που κατοικούν τη χώρα που περιβάλλεται από τον ποταμό Γιών ή Γεών ή Γηών( Gihon) που θεωρείτε ότι είναι ο «κυκλών πάσαν την γήν Αιθιοπίας» ή της χώρας των Χουσσιτών ή Κουσσιτών, Κασσιτών (Χους) και εντοπίζονται στην αρχαιότητα με την ονομασία της Arabia Felix (δηλ. Υεμένη) και Aethiopia (Αιθιοπία δηλαδή όλη την  Υπο-Σαχάρια Αφρική, κυρίως την περιοχή του  Άνω Νείλου).

Σήμερα το ποτάμι αυτό ονομάζεται Καρούν, και πηγάζει από τα βουνά τού Ιράν, Ανατολικά τού Περσικού Κόλπου όπου αδειάζουν τα νερά τους, ο Τίγρης, ο Ευφράτης και ο Καρούν. Ο Γιών έρεε από τη χώρα τού Χους, δηλαδή έξω από τη χώρα τών αρχαίων Κασσιτών οι οποίοι ήταν μεταξύ των βουνών τού Ιράν και τής χώρας τής Ασσυρίας (μεταξύ τού Τίγρη και τού Ευφράτη, και στον χώρο που θεωρείτε ότι φιλοξενούσε τον Παράδεισο- δες προηγούμενα κείμενα περί Σεμιράμιδος.

Το όνομα του Χους ή Κους δηλώνει συγχρόνως και το μαύρο χρώμα. Υπενθυμίζω ότι ο Διόνυσος θεωρείται «καμμένος» καθώς έχει γλυτώσει από τον κεραυνό που σκότωσε και κατέκαψε την μητέρα του. Έχει φιλοξενηθεί στο Μηρό του Διός κατά κάποια αρχαία κείμενα, είναι δηλαδή ένας μηρο-τραφής…

Όμως στην βίβλο ο Χους ή Κους θεωρείται γιος του Χαμ ενός εκ των γιών του Νώε ερμηνεύεται ως Χαμ ή Cham δηλαδή  ως Ζαμπόν (;) στα Εβραικά ως חָם, στα ελληνικά Χαμ, Kham? Αραβικά  حام, ζαμπόν, "ζεστό" ή "καεί ως κάτι ζεστό, ή κάτι καμμένο …

Το όνομα που εμφανίζεται στην αγγλική Βίβλο ως Χαμ είναι πραγματικά δύο εντελώς διαφορετικά ονόματα εβραϊκά, ένα ως  Χαμ (Ham) και το άλλο ως Cham, με δύο τελείως διαφορετικές έννοιες. Αλλά δεδομένου ότι οι αναγνώστες στ’ αγγλικά, χρησιμοποιείται το όνομα ζαμπόν όμως δεν σημαίνει μόνο αυτό αλλά παίρνει και τις έννοιες των :

Χαμ 1 = όλυρα  όπου Όλυρα το αγριοσίταρο… (Triticum spelta, Σίτος η σπέλτα)  Η όλυρα μερικές φορές θεωρείται υποείδος του συγγενούς κοινού σίτου (T. aestivum, Σίτος ο μαλακός ή Σίτος ο κοινός).
Η λέξη Ham είναι ταυτόσημη με το επίθετο Ζαμπόν χλιαρό, θερμό από το ρήμα χαμάμ(Χαμάμ) την έννοια του ζεστού, αλλά και ως αναζωπύρωση της ζέστης. Για την έννοια του παρόντος ονόματος Χαμ, σημαίνει : την Θερμότητα, το μαύρο χρώμα, και τελειώνει με την δοκιμασμένη σύνδεση της θερμότητας με την μαυρίλα και στη συνέχεια με την αμαρτία. Ο Jones μάλλον απρόθυμα παραδέχεται ότι Χαμ ήταν ο παππούς του πρώτου αυτοκράτορα του κόσμου Νimrod, αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί και δηλώνει ότι, «χωρίς καμία αμφιβολία ο [Χαμ] ήταν ο μοναδικός εισηγητής της λατρείας του ήλιου, και βροντή," ακόμη και ενώ το χέρι του Θεού θα τον φέρει με ασφάλεια στην κιβωτό από ξύλο, το προζύμι της φρικτή ειδωλολατρία του δούλευε στο στήθος του. "

Δεν ξεφεύγει από τον κατά τα άλλα μεγάλο μελετητής ότι αυτή η εκδοχή του Χαμ ως όνομα είναι ταυτόσημο Ζαμπόν, με τον πατέρας-του-δικαίου, από την αχρησιμοποίητη ρίζα  HMH(HMH) εκ των οποίων η έννοια του συγγενεύει και δηλώνει προστασία, Το θηλυκό ουσιαστικό Ζαμπόν(Hamot) σημαίνει τη μητέρα-του-δικαίου, και το θηλυκό ουσιαστικό HOMA(Homa) σημαίνει το τοίχωμα, με την έννοια της προστασίας που σε περιβάλλει.

Η τελευταία αναφερθείσα ρίζα με τη σειρά της είναι παρόμοια με HMH(Hamma), ήλιο, ζέστη? HMH(ΗΕΜΑ), θερμότητα, αγανάκτηση, οργή, από τη ρίζα yaham(Yaham), είναι ζεστό. Η κατώτατη γραμμή είναι μια σύνδεση με το πολύ δυνατό συναίσθημα, αλλά όχι κατ 'ανάγκη  αρνητικό.

Από το NOBS Κατάλογο Μελέτης της Αγίας Γραφής  
το όνομα διαβάζετε ως απλά ζεστό, αλλά εν όψει των ανωτέρω, μια πιο προσεκτική απόδοση θα ήταν η έννοια του πάθους και της έντασης.

Χαμ 2,
το οποίο είναι γραμμένο Ζαμπόν και προφέρεται όπως η λέξη ζαμπόν, στο
Λεξικό Jones της Παλαιάς Διαθήκης δηλώνει ότι το σωστό Όνομα Χαμ προέρχεται από το ρήμα HAMA (HAMA), που σημαίνει κραυγή δυνατά, θρηνώ, οργή, βρυχηθμός, κλπ.
Σε Θεολογικό λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης  σημειώνετε ότι σχετικά με αυτή τη λέξη:  «Είναι μια ισχυρή λέξη, τονίζοντας αναταραχή, αναστάτωση, ισχυρό αίσθημα, ή θόρυβο", το οποίο ταυτόχρονα δημιουργεί  έναν τυχαίο συνδυασμό ίσως με τη λέξη ζαμπόν.
Άλλες ερμηνείες του NOBS  δίνουν την ερμηνεία του Χαμ ως ΗΟΤ – καυτός, ένθερμος, θαλπερός (ήλιος) σφοδρός, σεξουαλικά ερεθισμένος, καυτός ή ως Νoisy.- θορυβώδης, πολύβουος, φασαριόζικος κλπ
Ηam όμως στα αγγλικά ερμηνεύεται ως κοιλότητα γονάτου, χοιρομέρι, ζαμπόν, γλουτός και μπούτι μαζί, ηθοποιός, υπερβολικός κλπ
Στο Λεξικό των Αγίων Γραφών του Γ. Κωνσταντίνου, το όνομα ΧΑΜ ερμηνεύεται ως « φλογόπληκτος,  μέλας», ως  υιός του Νώε, και ως ποιητικό όνομα της Αιγύπτου.
Έτσι ο μύθος του Διός, ως τον πατέρα που θρέφει και μεγαλώνει στον Μηρό του τον Διονύσου δίνεται καλυμμένη μέσα και από τα ονόματα της Παλαιάς Διαθήκης και της σύνδεσης τους με τον υιό του Νώε…
Joannes Zonaras Gramm., Hist., Epitome historiarum (lib. 1-12)
Volume 1, page 23, line 28

…  
κα προήλθοσαν κ μν Χος Χουσαοι· Αθίοπες οτοί εσι.
Eustathius Scr. Eccl., Theol., Commentarius in hexaemeron [Sp.]
Page 756, line 20

  
Εσ δ υο το Χμ οδε· Χος, ξ ο Χουσαοι, ο νν Αθίοπες

Ο Χούς είναι ένας γιος του Χαμ, και ο πατέρας του Nimrod του μεγάλου κυνηγού.
H  Γη του Χους ή του όρους Χους στην Παλαιά Διαθήκη δηλώνει το νότιο όριο της Αιγύπτου την Αιθιοπία ή Cush με την οποία συνδέεται…Ενώ Αιθιοπία ή Χους ονομάζεται γενικότερα από τους Έλληνες η Ασία αλλά και η γνωστή σε μας ως Νουβία και την Αβησσυνία.
 Στις αρχαίες αιγυπτιακές επιγραφές η Αιθιοπία ονομάζεται Kesh.

Book 1, chapter 132, line 1

             τεσσάρων γρ Χάμου παίδων γενομένων Χουσαον μν  
οδν βλαψεν χρόνος· Αθίοπες γρ ν ρξεν τι κα νν π
αυτν τε κα τν ν τ σί πάντων Χουσαοι καλονται. 

Όμως οι Χουσαίοι ονομάζονται και Κισσίτες ή Κουσίτες, ή Κασσίτες…ή Κασσαίοι ή Κοσσαίοι ήταν αρχικά ένας νομαδικός λαός. Κατά την πτώση τής Βαβυλωνιακής αυτοκρατορίας, κατέλαβαν την  Βαβυλώνα και εγκαθίδρυσαν, για τέσσερεις αιώνες, την δική τους αυτοκρατορία Μετά το τέλος τής Κασσιτικής περιόδου, το όνομά τους λησμονήθηκε.. Ενώ η αρχική πατρίδα των Kassites είναι ασαφής, αλλά φαίνεται να θεωρούν ότι βρίσκεται στο βουνό του Ζάγρου που φέρει το όνομα του πρώτου Διονύσου / Ζαγρέα…

Paraphrases In Dionysium Periegetam, In Dionysii periegetae orbis descriptionem
Section 1001-1016, line 18

                                           περάνω δ τς
Βαβυλ
νος π τν πνον το βορρ ο τε Κισσο κα
ο
Μεσαβάται κα ο Χαλωνται κατοικοσιν, τινά εσιν θνη Συρίας.


Aeschylus Trag., Fragmenta
Tetralogy 10, play B, fragment 86, line 4
       
  ’ κισσες πόλλων, βακχ<ε>ι{ος}όμαντις .

κισς-εύς, , the ivy-crowned, κ. πόλλων, βακχεύς, μάντις A. Fr.341.

Κισσήεις οι στεφανωμένοι με κισσό

Κισσηρεφής ο σκεπασμένος με κισσό

Κισσοδέτας – στεφανωμένος με κισσό, επίθετο του Βάκχου, Διονύσου

Κισσοχίτων ντυμένος με κισσό, επίθετο του Βάκχου, Διονύσου

Κισσών ο τόπος ο κατάφυτος από κισσούς/κιττούς

Κισσός ή κιττός ή ιψός, ή καγχαμος, ή κισσαρος, ή κλύμενον ή ΧΕΝ-ΟΣΙΡΙΣ (ο)

Ενώ ο Κισσός (Χέδερα η έλιξ -Hedera helix), ονομάζεται και ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ, γιατί είναι αφιερωμένο στον Διόνυσο, αφού τον στεφάνωσε κατά την πρόωρη γέννηση του με τα κλαδιά του και τον έσωσε δροσίζοντάς τον. Θεωρείτε φυτό-σύμβολο της αθανασίας και αντίδοτο για τον πονοκέφαλο από την μέθη.