Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Ἀδώνιδος, θυμίαμα ἀρώματα

O Αδωνης δεν μπορούσε καθώς υπάρχουν τουλάχιστον 4 εκδοχές για την ιστορία του να μην περάσει και στην λογοτεχνία ή στους ύμνους. 


Ακολουθούν οι ορφικοί ύμνοι Αφροδίτης και Αδώνιδος 





Ες φροδτην

Ορανα, πολυμνε, φιλομμειδς φροδτη,
ποντογενς, γεντειρα θε, φιλοπννυχε, σεμν,
νυκτερα ζεκτειρα, δολοπλκε μτερ νγκης
πντα γρ κ σθεν στν, πεζεξω δ <τε> κσμον
κα κρατεις τρισσν μοιρν, γεννις δ τ πντα,
σσα τ' ν οραν στι κα ν γαίῃ πολυκρπ
ν πντου τε βυθ τε, σεμν Βκχοιο πρεδρε,
τερπομνη θαλαισι, γαμοστλε μτερ ρτων,
Πειθο λεκτροχαρς, κρυφα, χαριδτι,
φαινομνη, τ' φανς, ρατοπλκαμ', επατρεια,
νυμφιδα σνδαιτι θεν, σκηπτοχε, λκαινα,
γεννοδτειρα, φλανδρε, ποθεινοττη, βιοδτι,
ζεξασα βροτος χαλιντοισιν νγκαις
κα θηρν πολ φλον ρωτομανν π φλτρων·
ρχεο, Κυπρογενς θεον γνος, ετ' ν' λμπ
σσ, θε βασλεια, καλι γθουσα προσπ,
ετε κα ελιβνου Συρης δος μφιπολεεις,
ετε σ γ' ν πεδοισι σν ρμασι χρυσεοτεκτοις
Αγπτου κατχεις ερς γονιμδεα λουτρ,
κα κυκνεοισιν χοις π πντιον οδμα
ρχομνη χαρεις κητν κυκλαισι χορεαις,
νμφαις τρπ κυανπισιν ν χθον Δίῃ
θνας π' αγιαλος ψαμμδεσιν λματι κοφ·
ετ' ν Κπρωι, νασσα, τροφι σο, νθα καλα τε
παρθνοι δμηται νμφαι τ' ν πντ' νιαυτν
μνοσιν, σ, μκαιρα, κα μβροτον γνν δωνιν.
λθ, μκαιρα θε μλ' πρατον εδος χουσα·
ψυχ γρ σε καλ σεμν γνοσι λγοισιν.


(55)    LV. Εις ΑΦΡΟΔΙΤΗΝ ύμνος
Τη επουράνια Αφροδίτη, περίφημη,
 πού σκορπίζεις μειδιάμα­τα,
 γεννημένη στή θάλασσα, θεά μητέρα,
 πού αγαπάς τις ολονύ­κτιες διασκεδάσεις, σεβαστή,
νυκτερινή, πού συζευγνύεις (ενώνεις) τούς ανθρώπους εις γάμον,
πού πλέκεις δόλους (δόλια σχέδια), ώ μητέρα τής ανάγκης·
 διότι τά πάντα προέρχονται από σένα,
 και ζεύχθηκες τόν κόσμον και κυριαρχείς σέ τρία μερίδια·
και γεννάς τά πάντα, όσα ευρί­σκονται εις τον ουρανόν
και όσα στην εύφορη γή και όσα στόν βυθό τής θαλάσσης,
σεβαστή συμπαρακαθήμενη τοϋ Βάκχου,
 πού τέρπεσαι στά συμπόσια και παρασκευάζεις τούς γάμους,
ώ μητέρα τών ερώτων.
πού χαίρεσαι στά κρεββάτια μέ την πειθώ και ενεργείς στα κρυφά,
 βασίλισσα πού δίδεις χαρά,
πού φαίνεσαι, αλλά και δεν φαίνεσαι,
πού έχεις μέ αξιέραστες πλεξούδες τυλιγμένα τα μαλλιά σου
και κατάγεσαι άπό καλόν πατέρα, προστάτισσα τών νυμφών,
σύνδειπνε, σκηπτροφόρε τών θεών, λύκαινα-
συ πού δίδεις απογόνους, φίλη των ανδρών, περιπόθητη,
πού παρέχεις τήν ζωήν
σύ πού έζευξες τους ανθρώπους και τό μεγάλο πλήθος τών ζώων
 μέ αχαλίνωτες ανάγκες άπό ερωτομανή φίλτρα έλα,
ώ θεϊκέ γόνε πού έγεννήθης στην Κύπρο, ώ θεά βασίλισσα,
έλα χαρούμενη μέ ωραίον πρόσωπον,
είτε ευρίσκεσαι στόν "Ολυμπον είτε υπηρετείς εις τόν ναόν τής Συρίας,
πού παράγει πολύ λιβάνι,
είτε σύ εις τάς πεδιάδας μέ άρματα κατασκευασμένα από χρυσό
κατέχεις τά γόνιμα λουτρά τής ιεράς Αιγύπτου,
ή και επάνω σέ κυανά οχήματα διερχόμενη τό θαλάσσιον κύμα
 χαίρεσαι μέ τούς κυκλικούς χορούς των υδροβίων ζώων
ή τέρπεσαι μέ τις μαυρομμάτες νύμφες εις τήν Δίαν,
πηδώσα μανιακά μέ ελαφρά πηδήματα στις αμμώδεις ακρογιαλιές·
Είτε, ώ βασίλισσα, ευρίσκεσαι εις τήν Κύπρον, τήν τροφόν σου·
όπου ωραίες παρθένες άγαμες και νύμφες σέ υμνούν καθ' όλον τόν χρόνον,
υμνούν έσέ, ώ μακαρία, κα'ι τόν άθάνατον άγνόν "Αδωνιν.
 έλα, μακαρία θεά, και να έχης πολύ άξιέραστο πρόσωπον
διότι εσένα προσκαλώ με άγια λόγια σεμνής ψυχής.

(Είναι φανερό ότι οι τελευταίοι στίχοι πού ομιλούν εις τον "Υμνον τής Αφροδίτης περί Συρίας και Αιγύπτου έχουν παρεμβληθή (προστεθή) εις μεταγενεστέραν έποχήν, όταν ή λατρεία τής Αφροδίτης, είχεν μεταδοθή άπό τόν Χώρον τού Αιγαίου και εις τάς χώρας αύτάς, αί όποίαι, όταν εγράφησαν οί "Υμνοι πρό τού 2.000 π.Χ. είχαν κυριολεκτικώς μεσάνυχτα από τάς μυστη­ριακός τελετάς πού αναφέρονται εις τούς "Υμνους).




δνιδος, θυμαμα ρματα

Κλθ μου εχομνου, πολυνυμε, δαμον ριστε,
βροκμη, φιλρημε, βρων ιδασι ποθεινας,
Εβουλε, πολμορφε, τροφε πντων ρδηλε,
κορη κα κρε, σ πσιν θλος αἰέν, δωνι,
σβεννμενε λμπων τε καλας ν κυκλσιν ραις,
αξιθαλς, δκερως, πολυρατε, δακρυτιμε,
γλαμορφε, κυναγεσοις χαρων, βαθυχατα,
μερνους, Κπριδος γλυκερν θλος, ρνος ρωτος,
Φερσεφνης ρασιπλοκμου λκτροισι λοχευθες,
ς ποτ μν ναεις π Τρταρον ερεντα,
δ πλιν πρς λυμπον γεις δμας ρικαρπον·
λθ, μκαρ, μσταισι φρων καρπος π γαης

(56) LVI. ΑΔΩΝΙΔΟΣ θυμίαμα, αρώματα
"Άκουσε την προσευχή μου,
ώ ένδοξε, άριστε θεέ, μέ την κομψήν κόμην,
φίλε τής ερημιάς (τής μοναξιάς),
πού είσαι γεμάτος από περιπόθητους καρπούς,
ώ Εύβουλέα μέ τις πολλές μορφές,
 φανερέ ανατροφέα τών πάντων,
 πού είσαι κόρη και παιδί (θηλυκός και αρσενικός)·
 ώ "Άδωνη,
εις όλα είσαι πάντοτε τό ωραίον βλαστάρι,
 σβήνεις και λάμπεις σέ ωραίες κυκλικές εποχές
- βοηθείς εις την αύξησιν τών καρπών,
έχεις δύο κέρατα, είσαι πολυέραστος (πολ, αγαπητός),
 σε τιμούν με δάκρυα, έχεις μορφήν πού λάμπει
χαίρεσαι στό κυνήγι, έχεις πυκνά και μακρά μαλλιά (κόμην)·
 έχεις αξιέραστη ψυχή, είσαι τό γλυκύ τέκνον τής Κύπριδος βλαστάρι τού έρωτος-
και γεννήθηκες στα κρεβάτια τής Περσεφόνης μέ τά έπέραστο πλοκάμια-
συ άλλοτε μεν κατοικείς κάτω από τόν σκοτεινόν Τάρταρον
και άλλοτε αντιθέτως οδηγείς (φέρεις) τό σώμα σου,
όταν ωριμάσει  στόν καιρό του, προς τόν "Ολυμπον.
έλα, ώ μακάριε, και φέρε εις τούς μύστας καρπούς από τήν γήν.



ακολουθούν   ένα απόσπασμα απο τα  ειδύλλια του ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ που αναφέρετε στα Αηδώνια μυστήρια.

XV. ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΑΙ ΑΔΩΝΙΑΖΟΥΣΑΙ 


ΓΟΡΓΩ
ΓΟΡΓΩ
Σγα, Πραξινα· μλλει τν δωνιν εδειν
τς ργεας θυγτηρ, πολϊδρις οιδς,
τις κα πρυσιν, τν ἰάλεμον, ρστευσε.
Φθεγξεται τι, σφ οδα, καλν· διαθρπτεται δη.
Σώπαινε πια· τον Άδωνι θα τραγουδήση τώρα
η τραγουδίστρα η ξακουστή, η κόρη της Αργείας,
εκείνη που την βράβεψαν πέρσι στο μυρολόγι.
Κάτι καλό θε να μας 'πη· νά, τη φωνή ακονίζει.
ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ
ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ
“Δσποιν, Γολγς τε κα δλιον φλασας,
απεινν τ ρυκα, χρυσ παζοισ φροδτα,
οἷόν τοι τν δωνιν π ενω χροντος
μην δυωδεκτ μαλακαποδες γαγον ραι.
Βρδισται Μακρων, ραι φλαι, λλ ποθεινα
Κυρά, που στους Γολγούς ποθείς και στο Ιδάλιον όρος
και στον ψηλό τον Έρυκα να παίζης, Αφροδίτη·
πάντοτ' αλαφροπάτητες, σου φέρνουν κάθε χρόνο,
μέσ' από τον Αχέροντα, τον Άδωνι σου οι Ώρες·
αυτές οι πιο αργοκίνητες από τους αθανάτους,
ρχονται πντεσσι βροτος αε τι φροισαι.
που φέρνουν σ' όλους τους θνητούς κάτι καλό όταν έρθουν.
Κπρι Διωναα, τ μν θανταν π θνατς,
νθρπων ς μθος, ποησας Βερενκαν,
μβροσαν ς στθος ποστξασα γυναικς·
τν δ χαριζομνα, πολυνυμε κα πολναε,
Της Διώνης θυγατέρα εσύ, πεντάμορφη Αφροδίτη,
τη Βερενίκη από θνητήν αθάνατη έχεις κάνει,
σταλάζοντας στα στήθη της τη θεϊκή αμβροσία·
κ' η Αρσινόη η κόρη της, ωραία σαν την Ελένη,
Βερενικεα θυγτηρ, λν εκυα
ρσινα πντεσσι καλος τιτλλει δωνιν.
για χάρη σου, ω ξακουστή και πολυλατρευμένη,
πλούσια, μεγαλόπρεπα τον Άδωνι γιορτάζει.
Πρ μν ο ρια κεται, σα δρυς κρα φρονται,
πρ δ παλο κποι πεφυλαγμνοι ν ταλαρσκοις
ργυροις, Συρω δ μρω χρσει λβαστρα.
Ολόγυρα του απλώνονται όλ' οι καρποί των δένδρων
κι άνθη πανώρηα, δροσερά μέσ' σ' αργυρά καλάθια
και σε λαγήνια ολόχρυσα μύρ' από τη Συρία.
Εδατ θ σσα γυνακες π πλαθν πονονται,
νθεα μσγοισαι λευκ παντοῖ᾽ μ λερ,
σσα τ π γλυκερ μλιτος τ τ ν γρ λαίῳ,
πντ ατ πετεην κα ρπετ τεδε πρεστιν.
Ολόγυρα του λιχουδιές που πλάθουν οι γυναίκες
με τέχνη ανακατεύοντας λουλούδια κι άσπρο αλεύρι
κι άλλα από μέλι γλυκερό κι από καθάρειο λάδι·
κάθε λογής πετούμενα και σερπετά κοντά του.
Χλωρα δ σκιδες, μαλακ βρθοντες νθ,
Το δροσερό γλυκάνισο κιόσκια ανθηρά έχει πλέξει·
δδμανθ· ο δ τε κροι περπωτνται ρωτες,
οοι ηδονιδες εξομνων π δνδρων
πωτνται, πτεργων πειρμενοι, ζον π ζω.
νιογέννητοι έρωτες δειλά τριγύρω φτερουγίζουν,
σαν τ' αηδονάκια τα μικρά, που αρχίζουν να πετάνε
και δοκιμάζουν τα φτερά κλωνάρι σε κλωνάρι.
βενος, χρυσς, κ λευκ λφαντος
αετ, ονοχον Κρονδ Δι παδα φροντες.
Για ιδές χρυσάφια κ' έβενους κι αϊτούς ελεφαντένιους
που φέρνουν στις φτερούγες των τον κεραστή του Δία·
Πορφρεοι δ τπητες νω (“μαλακτεροι πνω”,
Μλατος ρε, χ τν Σαμαν καταβσκων),
στρωται κλνα τ δνιδι τ καλ λλα”·
τν μν Κπρις χει, τν δ οδπαχυς δωνις,
κτωκαιδεκτης ννεακαδεχ γαμβρς.
για ιδές κι απάνω τι χαλιά πιο μαλακά απ' τον ύπνο.
Τώρα θα πη κ' η Μίλητος, τώρα θα 'πη η Σάμος:
«Για το χατήρι του Άδωνι στρώθηκαν δυό κρεββάτια.»
Στώνα πλαγιάζει ο Άδωνις και στάλλο η Αφροδίτη.
Ο κεντε τ φλαμ· τι ο πρι χελεα πυρρ.
Μα δεν κεντούν το φίλημα τ' αχνούδωτά του χείλια.
Νν μν Κπρις χοισα τν ατς χαιρτω νδρα·
ἀῶθεν δ μμες νιν μα δρσ θραι ξω
οσεμες ποτ κματ π ινι πτοντα,
λσασαι δ κμαν κα π σφυρ κλπον νεσαι,
Ας χαίρεται τον άντρα της η Αφροδίτη τώρα·
κ' εμείς ας τόνε φέρομε, πριν καλοξημερώση,
με τη δροσιά της χαραυγής, στο περιγιάλι κάτω,
κ' εκεί, με τα μαλλιά λυτά και με γυμνά τα στήθια,
στθεσι φαινομνοις, λιγυρς ρξμεθ οιδς.
όλες μαζί ας αρχίσωμε το λιγερό τραγούδι.
    “ρπεις, φλ δωνι, κα νθδε, κες χροντα,
μιθων, ς φαντ, μοντατος. Οτ γαμμνων
τοτ παθ, οτ Αας μγας, βαρυμνιος ρως,
οθ κτωρ, κβας γερατατος εκατι παδων,
« Εσ' είσαι ο μόνος, Άδωνι, από τους ημιθέους
» που και στον Άδη κατοικείς κ' έρχεσαι και στον κόσμο.
» Άλλος κανείς τη χάρη σου, μηδέ κι ο Αγαμέμνων,
» μηδέ κι ο Αίας ο ήρωας, μηδέ κι αυτός ο Έκτωρ
» ο πρώτος άπ' τα είκοσι παιδιά πούχε η Εκάβη,
ο Πατροκλς, ο Πρρος π Τροας πανελθν,
οθ ο τι πρτεροι, Λαπθαι κα Δευκαλωνες,
ο Πελοπηϊαδν τε κα ργεος κρα Πελασγο.
λαθι νν, φλ δωνι, κα ς νωτ εθυμσαις.
Κα νν νθες, δωνι, κα, κκ φκ, φλος ξες.”
» μηδέ κι αυτός ο Πάτροκλος, μηδέ κι αυτός ο Πύρρος
» που νικητής εγύρισε πέρ' από την Τρωάδα,
» μηδ' οι παλαιικώτεροι Λαπίθαι, μηδ' εκείνοι
» του Δευκαλίωνος οι γυιοί, μηδέ κ' οι Πελοπίδαι
» και μηδ' ακόμα οι Πελασγοί που κατοικούσαν στο Άργος,
» μηδέ κανένας απ' αυτούς δεν είχε τέτοια χάρη.
» Συμπάθησέ μας, Άδωνι, κ' έλα του χρόνου πάλι
» και δείξου μας χαρούμενος και καλοκαρδισμένος.
» Πάντα καλοδεχούμενος θε νάνε ο ερχομός σου.»
ΓΟΡΓΩ
ΓΟΡΓΩ
Πραξινα, τ χρμα σοφτερον. θλεια
λβα σσα σατι, πανολβα ς γλυκ φωνε.
ρα μως κες οκον. νριστος Διοκλεδας
χνρ ξος παν· πεινντι δ μηδποτ νθς.
Χαρε, δων γαπατ, κα ς χαροντας φκευ.
Άκουσες, Πραξινόη μου, πόσο σοφή είνε η κόρη;
Καλότυχη είνε αληθινά για όσα τραγούδια ξέρει
κι ακόμα πιο καλότυχη για τη γλυκειά φωνή της.
Μάνε καιρός, μου φαίνεται, να πάμε και στο σπίτι.
Ο άντρας μου είνε νηστικός κ' εύκολος στο θυμό του
κι όταν πεινάη, αλλοίμονο σ' όποιον μπροστά του λάχη.
Αγαπημένε μ' Άδωνι, χαίρε! κι όταν ξανάρθης
χαρούμενους κι ολόχαρους όλους μας να μας εύρης.


και τέλος ένα ποίημα του Ναπολέωντος Λαπαθιώτη


Αδώνια

«...Και ανατέλλει ο ήλιος και δύνει ο ήλιος, και εις τον τόπον αυτού έλκει·
αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται προς νότον και κυκλοί προς βορράν·
κυκλοί κυκλών, πορεύεται το πνεύμα, και επί κύκλοις αυτού επιστρέφει το πνεύμα».
Εκκλησιαστής


Είμαι τ’ Αρχαίο το Πνεύμα
Σαρκωμένο – κι είμαι
Ο Στοχασμός ο ανορμήνευτος κι ωραίος.

Φέρνω το χρώμα το παλιό
Το νοσταλγικό. – Βασιλέματα               
Σε θαμπά παραθύρια.

Το τραγούδι ματαλέω
Τ’ Αλησμονημένο. «Στα παλάτια αποκοιμήθη πλια των παραμυθιώνε
Η χλωμή Βασιλοπούλα...».

Η Απόλαψη
Της Ζωής με τα χίλια στόματα· η Απόλαψη
Με τα χίλια στόματα και με τα χίλια μαστά­ρια.

Με δένει ένα Τι,
Μιαν ασύγκριτη Μελαγχολία προς τα Περα­σμένα.
– Οι Διθύραμβοι. Τα Λήναια και τ’ Αδώνια.
Μιαν αδερφικιά Ενατένιση
Προς τα Μακρυνά. Τ’ ό,τι δεν ειπώθη. Ο αιώνιος
Ερχομός κι ο μισεμός – και του μισεμού ο καημός.

Τα ρόδα και τ’ άστρα.
Ο εναρμόνιος κύκλος οπού φέρνει πάντα
Πίσω από μιαν Άνοιξη κι ένα Χινόπωρο – και πάλε απ' την αρχή.

Νυχτοβάτης.
Με πλανέσαν οι σκιές και τα σεληνόφωτα
Κι οι βαθιές Λαχτάρες να βρούμε τ’ ανεύρετο
και να ιδούμε τ’ ανίδωτο

Νυχτοβάτης κι Ανέλπιδος…


Συνεχίζετε

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Ἀδώνι' ἄγομεν καὶ τὸν Ἄδωνιν κλᾴομεν (Σιταρο-θεός)


Οι Θνήσκοντας θεοί» μέ τα μυστήρια για την «εύκαρπία» τής γης υπάρχουν σ' όλους τους Λαούς της Μέσογείου και της Μέσης Ανατολής. Λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους αφού παντού συμβολίζουν τό ίδιο πράγμα καί τα μυστήρια έχουν τον ίδιο σκοπό. Τά δύο βασικά πρότυπα «θνήσκοντα θεού» είναι ο Αδωνης-Ταμμούζ-Θαμμούζ καί ό Όσιρης. Όλοι οι άλλοι «θνήσκοντες θεοί» έχουν δικά τους χαρακτηριστικά αλλά στό βάθος αναγνωρίζεις κοι­νά χαρακτηριστικά με τον έναν από τούς δύο: Άδωνη-Ταμμούζ ή Όσιρη. Έκτος από την Αίγυπτο, όπου γονιμοποιός θεός τής γης είναι ό Νείλος και  ο «θνήσκων θεός» παίρνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όλοι οι άλλοι αναζητάνε τη βροχή τού ουρανού.

Ο Άδωνης πού είναι εραστής της Αφροδίτης ή της Αστάρτης γιά τήν περιοχή της Συρίας. Οί αρχαίοι Εβραίοι πού δέν μπορούσαν νά πιάνουν στό στόμα τους τό όνομα τού Γιαχβέ έδιναν τήν προσωνυμία Άδωνάι στό θεό τους πού σημαίνει Κύριος. Κύριος σημαίνει καί τό Φοινικικό Άδων.
Ό Άδωνης όπως καί ό Ταμμούζ με τον οποίο ταυτίζετε είναι θνη­τός και εραστής της μεγάλης θεάς. Ό μύθος θέλει τον Άδωνη γιό τού βασιλιά των Ασσυρίων Θείαντα ή τού βασιλιά της Φοινίκης, Φοίνικα καί της Μύρρας ή Σμύρνας. Ή λα­τρεία τού Άδωνη έχει αφετηρία τη Συρία -Φοινίκη, αλλά πέρασε στήν Κύπρο όπου αντί της Αστάρτης παρουσιάζεται εραστής της ελληνοποιημένης πιά μορφής της Αστάρτης, της Αφροδίτης πού είναι αντί­στοιχη της Ίστάρ.
 Στήν Κύπρο γίνεται γιός τού Κινύρα και της Σμύρνας πού ήταν κόρη τού Κινύρα.Επειδή ή μάνα της Σμύρνας καυχήθηκε ότι ή κόρη της ήταν πιό όμορφη από τήν Αφροδίτη, ή Αφροδίτη έκανε τή Σμύρνα νά ερωτευθεί τόν πατέρα της καί νά συνευρεθεί μαζί του, αφού τον μέθυσε. Όταν συνήρθε ό πατέρας της την καταδίωξε, αλλά ό Δίας ή ή Αφροδίτη τή λυπήθηκαν καί τή με­ταμόρφωσαν στό ομώνυμο αρωματικό φυ­τό.

Από τον κορμό τού φυτού βγήκε ό Άδω­νης, τόν όποιο μεγάλωσαν οί νύμφες καί τόν ερωτεύθηκε ή Αφροδίτη. Κατά μιά παράδο­ση ό έρωτας τής Αφροδίτης προκάλεσε τήν αντιζηλία τού άλλου της εραστή τού Άρη, ή τού συζύγου της "Ηφαίστου πού έστειλαν εναντίον του αγριόχοιρο, ό όποιος τόν σκό­τωσε. Ή Αφροδίτη τόν θρήνησε πολύ.
Τον Άδωνη τον ερωτεύθηκε και ή Περσε­φόνη και γι' αυτό τόν κρατούσε στόν Κάτω Κόσμο. Μέ παρέμβαση τελικά τού Δία ό Άδωνης έμενε μισό χρόνο μέ την Αφροδίτη καί τον άλλο μισό στόν Κάτω Κόσμο. Έδώ η ιστορία του Αδωνη-Θαμμούζ/Ταμμουζ θυμίζει τήν Περσεφόνη των Ελευσίνιων. Παρόλο πού ό μύθος του είναι απλός, ό Άδωνης έγινε τό κέντρο τής πιό εντυπω­σιακής τελετουργίας «θνήσκοντος θεού».


<Ἄδωνις, Ἀδώνιδος:> ὄνομα κύριον. καὶ πένθος ἦν ἱερόν,
οἷον ἐν Λιβάνῳ τὸ ἐπ' Ἀδώνιδι καὶ Βύβλῳ.( Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)

Στις γιορτές του Άδωνη ή Θαμμούζ  που γίνονταν στη δυτική Ασία και όπως ελληνικές χώρες, θρηνούσαν κάθε χρόνο το θάνατο του θεού μ΄ ένα γοερό θρήνο, κυρίως οι γυναίκες, περιφέροντας είδωλα του χυμένα σαν πτώματα, όπως συμβαίνει στην κηδεία, τα οποία μετά έριχναν στη θάλασσα ή σε πηγές

Ὁ γὰρ ΘαμμοζἌδωνίς ἐστι κατὰ τὴν Ἑλλάδα
φωνήν. (Theodoretus Scr. Eccl., Theol., Interpretatio in Ezechielem
Volume 81, page 885, line 23)

Θρηνοῦσαι τὸ Θαμμούζ. Τὸν λεγόμενον παρ' Ἕλλησιν Ἄδωνιν, Θαμμούζ φασι καλεῖσθαι παρ' Ἑβραίοις καὶ Σύροις. (Origenes Theol., Selecta in Ezechielem (fragmenta e catenis)



Σε μερικά μάλιστα μέρη την επόμενη μέρα γιόρταζαν την ανάσταση του. Αλλά σε κάθε τόπο οι τελετές διέφεραν κάπως στον τρόπο και προφανώς και στην εποχή της τέλεσης τους. Στην Αλεξάνδρεια, εξέθεταν τα είδωλα της Αφροδίτης  του Άδωνη πάνω σε δύο ανάκλιντρα και δίπλα τους τοποθετούσαν ώριμους καρπούς όλων των ειδών, πίτες, δοχεία με καλλιεργημένα φυτά και πράσινες κληματαριές τυλιγμένες με γλυκάνισο. Τη μια μέρα γιόρταζαν το γάμο των εραστών και την επαύριο, γυναίκες ντυμένες πένθιμα, με λυμένα μαλλιά και γυμνά στήθη, μετέφεραν το είδωλο του νεκρού Άδωνη στην ακτή και το έριχναν πια κύματα. Μέσα όμως στη λύπη τους έτρεφαν κάποια ελπίδα, ,γιατί τραγουδούσαν ότι ο πεθαμένος θα γύριζε πίσω στη ζωή.

Cyrillus Theol., Commentarius in Isaiam prophetam
Volume 70, page 441, line 27

                Διαμέμνηται τούτου καὶ ὁ μακάριος
προφήτης Ἰεζεχιήλ· ἔφη γὰρ οὕτως· «Καὶ ἴδον,
καὶ ἰδοὺ ἐκεῖ γυναῖκες καθήμεναι, θρηνοῦσαι τὸν
Θαμμούζ. (Cyrillus Theol., Commentarius in Isaiam prophetam)



                                    
Ἡγοῦμαι τοίνυν
σύμβολον εἶναι τὰς θρηνούσας τὸν Θαμμοζ τῶν τὰ
τοῦ κόσμου νομιζόμενα ἀγαθὰ καὶ τοὺς σωματικοὺς
καρποὺς ποθούντων, καὶ πέρα τῶν ὑλικῶν καὶ αἰ-
σθητῶν μηδὲν ἐπισταμένων, λυπουμένων μὲν ἐπὶ τῇ
τούτων στερήσει, ἡδομένων δὲ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ αὐ-
τῶν καὶ τῇ τῶν τοιούτων κτήσει. (Origenes Theol., Selecta in Ezechielem (fragmenta e catenis)

Η ημερομηνία κατά την οποία γινόταν αυτή η αλεξανδρινή τελετή δεν ήταν καθορίζετε  ακριβώς, αλλά από την αναφορά των ώριμων καρπών συμπεραίνουμε, ότι τελούνταν προς το τέλος του καλοκαιριού. Στο μεγάλο φοινικικό ναό της Αστάρτης στη Βύβλο, θρηνούσαν το θάνατο του Άδωνη κάθε χρόνο υπό τους οξείς θρηνητικούς ήχους του αυλού μι κλάματα, θρήνους και κοπετούς1 αλλά την επόμενη μέρα πίστευαν ότι αυτός γύριζε πάλι στη ζωή και  ανέβαινε στον ουρανό μπροστά στα μάτια των πιστών του. Οι απαρηγόρητοι λατρευτές του που έμεναν πίσω στη γη ξύριζαν τα κεφάλια τους, όπως έκαναν οι Αιγύπτιοι στον θάνατο του θεϊκού ταύρου Απη.  Οι γυναίκες που δε  θυσίαζαν τους όμορφους βοστρύχου τους έπρεπε να κάνουν έρωτα με ξένους μια ορισμένη μέρα της γιορτής και να προσφέρουν στην Αστάρτη τα έσοδα της ντροπής τους.


               Ὡς οὖν ἐπὶ τῇ λέξει, ἑωρῶντο αἱ γυ-
ναῖκες ἐπὶ τὰ πρόθυρα τῆς πύλης οἴκου Κυρίου
βλεπούσης πρὸς βοῤῥᾶν καθήμεναι καὶ κατά τι ἐθνι-
κὸν ἔθος τῶν ἔξω τῆς θεοσεβείας θυρῶν θρηνοῦσαι
τὸν Θαμμούζ· δοκοῦσι γὰρ κατ' ἐνιαυτὸν τελετάς
τινας ποιεῖν, πρῶτον μὲν ὅτι θρηνοῦσιν αὐτὸν ὡς
τεθνηκότα· δεύτερον δὲ ὅτι χαίρουσιν ἐπ' αὐτῷ ὡς
ἀπὸ νεκρῶν ἀναστάντι. (Origenes Theol., Selecta in Ezechielem (fragmenta e catenis)

Αυτή η φοινικική γιορτή φαίνεται ότι ήταν μια εαρινή τελετή,  γιατι η ημερομηνία της καθοριζόταν από τον αποχρωματισμό του ποταμού Άδωνη και αυτό το φαινόμενο, όπως έχουν παρατηρήσει σύγχρονοι περιηγητές, παρουσιάζεται την άνοιξη. Αυτή την εποχή το κόκκινο χώμα, κατεβασμένο από τα βουνά εξαιτίας της βροχής, χρωματίζει το νερό του ποταμού και ακόμη τη θάλασσα σε μεγάλη απόσταση, με μια χροιά κόκκινη σαν το αίμα- γι' αυτό και πίστευαν ότι η κατακόκκινη κηλίδα ήταν το αίμα του Άδωνη που κάθε χρόνο στο όρος Λίβανος πληγωνόταν θανάσιμα από τον κάπρο.

Λέγεται επίσης ότι η άλικη παπαρούνα φύτρωσε από το αίμα του Άδωνη ή κηλιδώθηκε απ΄αυτό· και καθώς η ανεμώνα ανθεί στη Συρία περί­που το Πάσχα, αυτό δείχνει ότι η γιορτή του Άδωνη, ή τουλάχι­στον μία_από τις γιορτές του, γινόταν την άνοιξη. Το όνομα του λουλουδιού βγαίνει μάλλον από τη λέξη Νααμάν («πολυαγαπη­μένος») που φαίνεται ότι ήταν το επίθετο του Άδωνη. Οι Άραβες i εξακολουθούν να ονομάζουν την ανεμώνα «πληγή του Νααμάν».

 Το κόκκινο επίσης τριαντάφυλλο έλεγαν ότι οφείλει το χρώμα του στην ίδια θλιβερή περίπτωση· γιατί η Αφροδίτη σπεύδοντας προς τον πληγωμένο εραστή της πάτησε πάνω σ’ ένα θάμνο από λευκά τριαντάφυλλα- τα σκληρά αγκάθια έσχισαν την τρυφερή της σάρκα και το ιερό τns αίμα έβαψε τα λευκά τριαντάφυλλα για πάντα κόκκινα. Δεν θα ήταν ίσως άσκοπο να δώσουμε μεγάλη βαρύτητα στην απόδειξη που βγαίνει από το ημερολόγιο των λουλουδιών και μάλιστα να επιμείνουμε σ' ένα τόσο αδύνατο επιχείρημα, όπως είναι η άνθιση της τριανταφυλλιάς. Από τις γνώσεις όμως που έχουμε, φαίνεται ότι ο μύθος που συνδέει το δαμασκί τριαντάφυλλο με το θάνατο του Άδωνη οδηγεί μάλλον σε μια καλοκαιρινή παρά σε μια ανοιξιάτικη τελετή των παθών του.

Ο χαρακτήρας του Tammuz (Ταμμούζ) ή Άδωνη όμως και ως πνεύματος του σίτου φαίνεται καθαρά από μια περιγραφή της εορτής του που έκανε ένας Άραβας συγγραφέας του δέκατου αιώνα. Περιγράφοντας τις ιεροτελεστίες και τις θυσίες που τηρούνταν, σε διαφορετικές εποχές του χρόνου από τους ειδωλολάτρες Σύριους της Χαρράν, λέει Ταμμουζ (Ιούλιος) ενώ και ο μήνας  των Εβραίων ονομάζετε  
מוזΤαμμούζ (Ιούνιος-Ιούλιος) από το θεό Ταμμούζ, κύριος βαβυλωνιακός θεός.
  

Στη μέση αυτού του μήνα γίνεται η γιορτή του El-Bugat,  δηλαδή των γυναικών που θρηνούν και αυτή είναι η  γιορτή Ta-uz η οποία τελείται προς τιμήν του θεού Ta-uz. Οι γυναίκες τον κλαίνε, γιατί ο κύριος του τον σκότωσε με τόση αγριότητα, ώστε του άλεσε τα κόκαλα του σ’ ένα μύλο και μετά τα σκόρπισε στον αέρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της γιορτής, οι γυναίκες δεν τρώνε τίποτα από όσα αλέθονται στο μύλο, αλλά περιορίζουν την τροφή τους σε μουσκεμένο σιτάρι, γλυκά μπιζέλια, χουρμάδες, σταφίδες και τα παρόμοια». Ο Ta-uz που δεν είναι άλλος από τον Ταμμούζ, είναι εδώ σαν τον John Barleycorn του Μπερν:

Κι έλιωσαν πάνω σε δυνατή φλόγα
Το μυελό των οστών του
Αλλά ένας μυλωνάς τον μεταχειρίστηκε χειρότερα απ' όλους
 Γιατί τον σύντριψε ανάμεσα σε δυο πέτρες».


Αυτή η συγκέντρωση, για να πούμε έτσι, της φύσης του Άδωνη πάνω στη συγκομιδή σιτηρών είναι χαρακτηριστική του επιπέδου πολιτισμού στο οποίο είχαν φτάσει οι πιστοί του κατά τους ιστορικούς χρόνους. Αυτοί δηλαδή είχαν αφήσει πολύ πίσω τη νομαδι­κή ζωή ή του κυνηγού και του βοσκού που περιπλανιόταν για χρόνια, ήταν εγκαταστημένοι στη χώρα και η συντήρηση τους εξαρτιόταν κυρίως από τα γεωργικά προϊόντα. Τα μούρα, οι ρίζες των ερημότοπων και η χλόη των βοσκότοπων,  που για τους άξεστους προγόνους τους είχαν ζωτική σημασία, γι' αυτούς τώρα ήταν χωρίς αξία· Το κύριο προϊόν της ζωής τους, ο σίτος, απορροφούσε όλο και περισσότερο τις σκέψεις και τις ενέργειες τους- επομένως ο εξιλασμός των θεοτήτων της  γονιμότητας και κυρίως του πνεύματος του σίτου όταν όλο και πιο πολύ το κύριο χαρακτηριστικό της θρησκείας τους. Έτσι ο  σκοπός της τέλεσης των ιεροτελεστιών ήταν καθαρά πρακτικός.  Δεν ήταν ένα ασαφές ποιητικό συναίσθημα εκείνο που τους, παρακινούσε να χαιρετίσουν με χαρά την αναγέννηση της βλάστησης, και να πενθήσουν την παρακμή της. Η πείνα που ένιωθαν ή που φοβούνταν ήταν το κύριο ελατήριο της λατρείας του Άδωνη.

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Παύλος Κυράγγελος : ΟΜΙΛΙΑ 4/4/2001

 Το παρακάτω βίντεο εχει δημιουργηθεί απο τον ΝΕΟ ΕΛΛΗΝ α

 και ειναι αφιερωμένο στην μνήμη του φίλου του Παύλου Κυράγγελου









ένα ευχαριστώ είναι το ελάχιστο που μπορώ να ψελλίσω για τον κόπο του
και για την κοινοποίηση του στο blog 

Σ΄ευχαριστώ ΣΥΝ-ΕΛΛΗΝ-Α

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

H λατρεία της Σύριας Θεάς (Αταργάτιδος) στη Δυτική Μακεδονία / Παύλου Χρυσοστόμου

Το θέμα των ιδιοτήτων, επιθέτων της Μεγάλης Μητέρας Θεάς, σε όλες τις εκφάνσεις τους εμφανίζετε σε λατρείες, ιερά, επιγράμματα, αγάλματα που έχουν αποτυπωθεί και διασωθεί στην Μακεδονία, όπως και σε ολοκληρη την Ελλάδα.


Ετσι μεταφέρω ένα ολοκληρο άρθρο του Αρχαιολόγου Παύλου Χρυσοστόμου που έχει δημοσιευθεί στον τρίτο τόμο του "Αρχαιολογικού έργου στη Μακεδονία και Θράκη κατα το έτος 1989. 'Εκδοση του ΤΑΠ

 Η σύνδεση της Σεμιράμιδος (κόρης της Δερκετούς/Αρτέμιδος/Αταργάτιδος κλπ. και όλο το κείμενο στην μνήμην του Παύλου Κυράγγελου καθώς σαν σήμερα ήταν η μέρα των γενεθλίων του.


Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ ΘΕΑΣ (ΑΤΑΡΓΑΤΙΔΟΣ) ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Η λατρεία της Συρίας Θεάς1 ή Αταργάτιδος2 στη Βοττιαία της Μακεδονίας περιγράφεται με γλαφυρότητα στο μυθιστόρημα «Μεταμορφώσεις» ή «Ο Χρυσός γάιδαρος» του Απουλήιου 3. Την υπόθεση του την πήρε από ένα ελληνικό μυθιστόρημα («Λούκιος ή ‘Ονος»), του οποίου έχουμε μια μεταγενέστερη μεταγραφή, οφειλόμενη όπως γενικά νομίζεται στο Λουκιανό από τα Σαμόσατα της Συρίας. Ο Απουλήιος όμως ισχυρίζεται ότι πρόκειται για έργο του Λευκίου από την Πάτρα. Στα κεφάλαια 35-41 του έργου αυτού του Λουκιανού περιγράφεται διεξοδικά η λατρεία της Συρία: Θεάς στη Βέροια και στη  χώρα της4.
Την ιδιαίτερη λατρεία της Συρίας Θεά στη Μακεδονία ήρθαν να επιβεβαιώσουν στον αιώνα μας οι επιγραφές και τα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ότι στη Βέροια η. θεά λατρευόταν ήδη από τον 3ο αι. π.Χ..      .: αποδεικνύεται από την αναθηματική επιγραφή η οποία βρέθηκε το 1912 κατά την κατεδάφιση σπιτιών Β της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου5. Πρόκειται για μαρμάρινη λΐθόπλινθο. η οποία*· αρχικά έφερε επάνω και κάτω, στην κύρια και στις στενές πλευρές της κυμάτια. τα-οποία απολαξεύτηκαν κατά τη δεύτερη χρήση της (Εικ. ! Η λιθόπλινθος ανήκε σε μια από τις πλευρές ορθογώνιου βάθρου παρά βωμού, γιατί παρατηρούνται δύο πειόμορφοι  τόρμοι συνδέσμων στην επάνω επιφάνειά της, καθώς και αναθύρωση στις τρεις ακμές της πίσω όψης της. Ο αναθέτης είναι ιερέας της θεάς «Αταργάτης» Σώτείρας, ο Απολλωνίδης Δεξιλάου7. Σύμφωνα με την επιγραφή, το ανάθημα χρονολογείται, στο τέλος- του 3ου αι. π.Χ. Επομένως, η Συρία Θεά στη Βέροια είχε ιερό ήδη από τον 3ο αι. π.Χ., το οποίο μπορεί να τοποθετηθεί στην αγορά της πόλης, πιθανότατα στη σημερινή πλατεία του Αγίου Αντωνίου. Η λατρεία της θεάς διατηρήθηκε περισσότερο από μισή χιλιετία, όπως. δηλώνουν oι δύο χρο­νολογημένες απελευθερωτικές επιγραφές, η μία από τις οποίες χαράχτηκε κάτω από την παραπάνω επιγραφή του Απολλωνίδη (Εικ. 1) και η άλλη στη δεξιά πλευρά της λιθοπλίνθου του αναθήματος (Εικ. 2). Η πρώτη επιγραφή αναφέρει ότι η Κορνηλία Διονυσία, στις 17 του μηνός Πανήμου του έτους 239 μ.Χ. ("Ετους ΑΟΣ Σεβαστού και ΖΠΤ, Πανήμου ζι') δυνάμει του δικαίου των τέκνων που κατείχε ως Ρωμαία, απελευθερώνει δι' αφιερώσεως στη θεά Συρία Παρθένο, την τριακονταετή οικογενή δούλη της Σωτηρία. Η δεύτερη επιγραφή αναφέρει ότι η Αππία Παννυχίς  δυνάμει του δικαίου των τέκνων που κατείχε, απελευθερώνει στις 12 του μήνα Ξανδικου  του έτους 261 μ.Χ. ("Έτους TQC Σεβαστού και Θεού, Ξανδικοϋ. λ') δι' αφιερώσεως στη θεά Συρία Παρθένο", το δεκαοκτάχρονο δούλο της Πάννυχό, γιο της δούλης της Νυμφοδώρας. '*
Η λατρεία της Συρίας Θεάς ήτο γνωστή και σ' άλλα μέρη της Μακεδονίας. Στην 'Εδεσσα μαρτυρείτε σε μια αδημοσίευτη επιγραφή του 2ου αι. μ.Χ., που βρέθηκε στην Κάτω πύλη (Εικ. 3)8. Η Ευρυνόα Αριστοκλείδου αφιερώνει τη δούλη της Ευτυχίδα από τη Συρία, στη θεά Παρθένο. Πρόκειται προφανώς για τη Συρία Θεά, που στην 'Έδεσσα, όπως και αλλού, αποκαλούσαν Παρθένο. Η Συρία Θεά φαίνεται ότι συλλατρευόταν μαζί με την Εν(ν)οδία στο ιερό της θεάς. των Φερών κοντά στον αρχαίο οικισμό της Εξοχής Εορδαίας, που βρισκόταν Β από την Κίτρινη Λίμνη («Σαριγκιόλ»). Αυτό διαπιστώνεται από" την εύρεση του πάνω τμήματος μικρού μαρμάρινου ενεπίγραφου ανάγλυφου, που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 3ου αι. μ.Χ.9 Η θεά παριστάνεται όρθια κατενώπιον, με το κεφάλι σε κατατομή προς τα αριστερά, φορώντας χιτώνα και ιμάτιο. Το αριστερό της χέρι είναι τοποθετημένο μπροστά στο στήθος της, κρατώντας κάποιο δυσδιάγνωστο σύμβολο, ενώ με το δεξί κρατάει δέσμη από στάχυα (Εικ. 4). Επειδή δε σώζεται το κάτω μέρος του ανάγλυφου, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα η θεά να στεκόταν επάνω σε θαλάσσιο κήτος, όπως και στο ανάγλυφο της Δημητριάδας, που θα αναφέρουμε παρακάτω. Το ανάγλυφο αφιερώνεται στη Διάσυρο θεά από τη Ματέλα Μενάνδρου, ύστερα από κάποια ευχή της. Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, που αφιέρωσε στο ίδιο ιερό ένα μαρμάρινο ενεπίγραφο ανάγλυφο της έφιππης Εν(ν)οδίας10. Η λατρεία της Συρίας Θεάς στη δυτική Μακεδονία διαπιστώνεται ακόμα από ένα άλλο αδημοσίευτο υστερορωμαϊκό ανάγλυφο11, που βρέθηκε σε χέρια του ιδιώτη Κ. Κογκα κατοίκου Κοζάνης, και το οποίο πιθανότατα προέρχεται από την Εξοχή. Η θεά εικονίζεται να κάθεται με γυναικείο τρόπο επάνω σε θαλάσσιο κήτος προς τα δεξιά. Φοράει χιτώνα και ιμάτιο, ακουμπώντας με το αριστερό χέρι της στη ράχη του ψαριού. Το κεφάλι της θεάς είναι αποκρουσμένο (Εικ. 5).
Η λατρεία της Συρίας Θεάς πιθανότατα ήταν γνωστή και στην Πέλλα, όπως μας  πιστοποιούν τρία τμήματα πήλινων ειδωλίων, τα οποία βρέθηκαν στην περιοχή Ν. της αγοράς κατά τις παλιές ανασκαφές. Στο πρώτο απ' αυτά12 η θεά παριστάνεται καθιστή με γυναικείο με γυναικείο τρόπο επάνω σε θαλάσσιο κήτος, του οποίου τα λέπια αποδίδονται  εγχάρακτα. Φοράει χιτώνα και ιμάτιο, ακουμπώντας με το αριστερό της χέρι τη ράχη του κήτους (Εικ. 6). Στο δεύτερο ειδώλιο13 η θεά παριστάνεται επάνω σε ψάρι (από το οποίο σώζεται το πίσω μέρος του με την ουρά) καθιστή με παρόμοιο τρόπο φορώντας χιτώνα και ιμάτιο. Στο τρίτο ειδώλιο14 παριστάνεται το μπροστινό τμήμα παρόμοιου ψαριού, του οποίου δηλώνονται εγχάρακτα τα λέπια, το στόμα, ή μύτη και το μάτι. Ή Συρία Θεά παριστανόταν καθιστή στη ράχη του. Τα ειδώλια μάλλον προέρχονται από τα εργαστήρια ή τα καταστήματα κοροπλαστικής της αγοράς της Πέλλας και όχι από κάποιο ιερό της θεάς στην περιοχή; αυτή. Η λόγησή τους πριν τις αρχές του 1ου αι. π.Χ. δείχνει ότι η θεά στη Μακεδονία απεικονιζόταν καθιστή σε ψάρι ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια. Η Συρία Θεά δεν αποκλείεται να είχε κάποιο ιερό στο νότιο τμήμα της πόλης Πέλλας, κοντά στη λίμνη Λουδία

 Η λατρεία της Συρίας Θεάς διαπιστώθηκε πρόσφατα στη δυτική όχθης της Λίμνης Λουδία15. Πρόκειται για τη θέση « Άγιος Νικόλαος» Γιαννιτσών, Ν του ποταμού Λουδία, η οποία δημιουργήθηκε από τις επιχώσεις αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης κατοίκησης. Στο βόρειο τμήμα του οικισμού (αγρός Γ. Άκασμου) υπήρχε εκκλησάκι του Αγίου Νικόλαου και νεκροταφείο, τα οποία καταστράφηκαν το 1987, ύστερα από  εργασίες ισοπέδωσης της τούμπας. Στο χώρο αυτό βρέθηκαν και δόθηκαν στην αρχαιολογική υπηρεσία από το χειριστή του μηχανήματος του ΤΕΒ-Αλεξάνδρειας, μια μαρμάρινη ενεπίγραφη - πλάκα (Εικ. 7) και μερικά άλλα αντικείμενα16. Μεταξύ των αντικειμένων περιλαμβάνεται ένα χάλκινο αγαλματίδιο (ύψους 0,045 μ.), το οποίο πιθανότατα παριστάνει τον πάρεδρο της Συρίας Θεάς, το Δία Άδαδο ή Δία της Ηλιουπόλεως (Εικ. 8). Στην ίδια θέση προφανώς υπήρχε από τα ελληνιστικά χρόνια ιερό της Συρίας Παρθένου. Η λατρεία της θεάς διαπιστώνεται από τη χαραγμένη σε μαρμάρινη πλάκα επιγραφή17, από τα γυναικεία ειδώλια και τα άλλα αντικείμενα των ελληνιστικών χρόνων. Η επιγραφή αναφέρεται σε μια απελευ­θερωτική πράξη, που έγινε στις 19 του μήνα Ξανδικού του έτους 205 μ.Χ. ("Ετους ZAC Σεβ{αστοϋ] Ξανδικοϋ θι'). Η Κυρραια Κόϊντα Πορίου (από τη γειτονική πόλη
-Κύρρο, που απέχει 17 χλμ. και τοποθετείται στη θέση «Παλαιόκαστρο» Ν της
Αραβυσσού)18 απελευθερώνει τους δούλους της Λύκο και Ζώσιμο, αφιερώνοντας τους στη Συρία Θεά Παρθένο Γυρβιάτισσα. Η πλάκα με την επιγραφή προφανώς στήθηκε στο ιερό της θεάς. Η προσωνυμία Γυρβιάτισσα, που είναι άγνωστη απ' αλλού, είναι τοπική. Αυτό σημαίνει ότι ο οικισμός με το ιερό της Συρίας Θεάς αποκαλείτοΓυρβιάτισσα19.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1989 στο δυτικό τμήμα της μεταγενέστερης λίμνης των "Γιαννιτσών εντοπίστηκαν ή ερευνήθηκαν με δοκιμαστικές τομές τέσσερις ακόμα αρχαίοι οικισμοί, που η κατοίκηση τους ανάγεται στα κλασικά χρόνια. Πρόκειται: α) για τον οικισμό του «Αγίου Νικολάου», Α της Κρύας Βρύσης, β) για τον οικισμό στη θέση «Κρεβάτια» Γιαννιτσών, στην περιοχή ανάμεσα στο Λουδία, το χωριό Σχοινά και το δρόμο Γιαννιτσών-Αλεξάνδρειας, και δ) για τον οικισμό-στη θέση «Χαλασμένη Γέφυρα», Β από το Παλιό Σκυλλίτσι. Ας σημειωθεί ότι στην πεδινή περιοχή νοτιότερα από τους παραπάνω οικισμούς, έχουν -βρεθεί ή επισημανθεί διάφορες αρχαιότητες και οικισμοί των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, όπως στην Αλεξάνδρεια, στο Νησί, στα Καβάσιλα, στο Σταυρό και στο Μακροχώρι20, που αποδεικνύουν ότι ήδη από την κλασική εποχή το δυτικό και νότιο τμήμα της πεδιάδας της Βοττιαίας-Ημαθίας (μεταγενέστερης Καμπανίας-Γιαννιτσών) ήταν πυκνοκατοι­κημένο. Στα αρχαία χρόνια ο δρόμος Πέλλας-Βέροιας διέσχιζε την πεδιάδα, περνώ­ντας από την περιοχή των προαναφερθέντων οικισμών. Αυτό ενισχύεται ακόμα από την ύπαρξη τύμβου των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων στην περιοχή ΒΔ του Νησιού, καθώς επίσης και από την ύπαρξη αρχαίας γέφυρας, στη σημερινή κοίτη του Λουδία (πριν από τη στροφή προς τα ΝΑ), που εντοπίστηκε πρόσφατα σε απόσταση 3 χλμ. περίπου Α από τη σύγχρονη γέφυρα του «Μηδέν» Γιαννιτσών στον ποταμό, Η γέφυρα αυτή που-αποκαλείται «Γέφυρα του Μ. Αλεξάνδρου»βρίσκεται σε απόσταση. 1 χλμ. Β-ΒΑ της Γυρβιάτισσας και 8 χλμ'. περίπου από την αρχαία Πέλλα. Ο δρόμος που ένωνε τη Βέροια με την Πέλλα, παρακάμπτοντας τη λίμνη Λουδία από Δ και ΒΔ, πιθανότατα ήταν και ο μοναδικός κατά τα κλασικά-ελληνιστικά χρόνια21.
Η παραπάνω πρόταση-ανατρέπει τα ιστορικά και τοπογραφικά δεδομένα της περιοχής και έρχεται σε αντίθεση με τις μέχρι σήμερα γνωστές απόψεις των ερευνητών22. Τη γέφυρα αυτή του Λουδία πέρασε ο Περσέας με το άλογο του, μετά την ήττα του στην Πύδνα (168 π.Χ.), καθώς και ο Αιμίλιος Παύλος με το στρατό του, που τον ακολούθησε. Άλλωστε, αν ο ρωμαϊκός στρατός δεν παρέκαμπτε τη λίμνη από τα Δ-ΒΔ της, δεν θα ήταν δυνατή η στρατοπέδευση του στα Δ της Πέλ­λας, στη θέση της μεταγενέστερης ρωμαϊκής αποικίας της Πέλλας, στην περιοχή Β των «Λουτρών του Μ. Αλεξάνδρου»23.
Η οργιαστική λατρεία της .-Συρίας Θεάς μεταφέρθηκε σε πολλά μέρη της Ελλάδας από τα ελληνιστικά χρόνια. Στην Αστυπάλαια η λατρεία της -μαρτυρείται ήδη από τα τέλη του 3ου - αρχές του 2ου αι. π.Χ.24. Στη Δήλο η θεά ήταν γνωστή ήδη από το πρώτο μισό του 2ου αι.. π.Χ.25. Εδώ ονομαζόταν Ατάργατις,. Ατάργατις Αγνή Θεός, Αγνή Αφροδίτη Ατάργατις, Αγνή Θεός ή Θεά Αγνή,. Αγνή Θεός Αφροδίτη. Αγνή Αφροδίτη, Αγνή Αφροδίτη Συρία Θεός και Αφροδίτη. Η θεά συλλατρευόταν με το Δία- 'Αδαδο (Hadad) και έναν άλλο νεαρό θεό σε μνημειακό ιερό Β του Σεραπείου26. Η λατρεία της θεάς ήταν ακόμα γνωστή στη Νίσυρο27, στη Σκύρο28 και στη Χαλκίδα της Εύβοιας29.


Στην πόλη Φίστυο της Αιτωλίας, που βρισκόταν Ν της λίμνης. Τριχωνίδας, η θεά λατρευόταν ήδη από τις αρχές του.2ου αι. π.Χ. ως Συρία Αφροδίτη Φιστυίς ή ως Συρία Αφροδίτη εν Ίαρίδες30. Επίσης λατρευόταν στον Πειραιά31, στην Αχαΐα32 και στη Θουρία .της Μεσσηνίας33.
Η λατρεία της θεάς ήταν ιδιαίτερα αγαπητή και στη Θεσσαλία, όπως μαρτυρούν οι επιγραφές που βρέθηκαν στη Δημητριάδα, στις Φερές και στην Κραννώνα. Στη  Δημητριάδα η Συρία Θεά λατρευόταν με το όνομα Παρθένος στη θέση της μεταγενέ­στερης Βασιλικής της Δαμοκρατίας, κοντά στο βόρειο λιμάνι της, όπως διαπιστώνε­ται από ένα ενεπίγραφο μαρμάρινο ανάγλυφο, που βρέθηκε στις ανασκαφές του 1970. Χρονολογείται στο τέλος του 3ου αι. μ.Χ. και είχε αφιερωθεί από κάποια ιέρεια της θεάς μετά την ιεροσύνη της34. Η θεά στέκεται όρθια επάνω σε θαλάσσιο κήτος και περιβάλλεται από το Δία της Ηλιουπόλεως- Άδαδο, τον ' Αδωνη-και τον Ερμή. 
Στις Φερές η θεά μαρτυρείται ως Παρθένος,σε μια μικρή μαρμάρινη ενεπίγραφη αετωματική στήλη του τέλους του 3ου - αρχών του 2ου αι. π.Χ., που βρέθηκε στην περιοχή κοντά στην  Υπέρεια πηγή35. Η Φυλακίνη Βαθύλλου αφιερώνει ως ευχαριστήριο στη θεά το ποσό των 50 στατήρων. Στην Κραννώνα η λατρεία της θεάς μαρτυρείται από μια επιγραφή του τέλους του 2ου αι. π.Χ.36. Εδώ η θεά αποκαλείται Παρθένος Βαμβυκία. Η λατρεία της Συρίας Θεάς ήταν γνωστή και στη Φιλιππούπολη της Θράκης, κοντά στον Έβρο37.- -

Στη  Συρία η θεά ονομαζόταν Ατάργατις ή Δερκετώ. Ταυτιζόταν με την ' Ηρα ή την Αφροδίτη Ασσυρία. Το λατρευτικό της κέντρο ήταν η πόλη, που οι Σύριοι αποκαλούσαν «Mabog ή Maambuki» και οι Μακεδόνες Βαμβύκη. Ήταν κτισμένη στη δεξιά όχθη του Άνω Ευφράτη στη βόρεια Συρία (Αραμαία), επάνω στον κύριο εμπορικό δρόμο, που συνέδεε την Αντιόχεια με τη Μεσοποταμία. Μετά την αναδιοργάνωση του ιερού της από τους Σελευκίδες (γύρω στο 300 π.Χ.) μετονομά­στηκε σε Ιεράπολη. Εδώ η θεά λατρευόταν με τον άρρενα πάρεδρο της Hadad και τον 'Αδωνη. Είχε μεγάλο και πλούσιο ιερό στο κέντρο της πόλης, κοντά στο οποίο υπήρχε" τεχνητή λίμνη με μεγάλα ψάρια, που περιγράφει ο Λουκιανός (Περί της Σοριης θεοϋ). Η παλιότερη παράσταση της θεάς χρονολογείται στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ., εποχή των Χαναναίων, επομένως η λατρεία της είναι αρχαιότατη38. Στο εξωτερικό ως θεά της διασποράς αποκαλούνταν Συρία Θεά Παρθένος, Παρθένος, Συρία Αφροδίτη, Ατάργάτις ή Ατάργατις Σώτειρα, Παρθένος Βαμβυκία, Διάσυρος Θεά, Dea "Syria -και συνεκδοχικά «Diasyria (Διασύρια) ή Iasura ή Suria». Ήταν δηλαδή μια θεά που καταγόταν, από τη Συρία, πού η λατρεία της μεταφέρθηκε στα παράλια της Μ. Ασίας39,, στην Αίγυπτο (Μάγδολα και Φιλαδέλφεια)40, στα νησιά του Αιγαίου, στην Εύβοια, στην Πελοπόννησο, στην Αιτωλία, στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και στη Θράκη. Αργότερα μεταφέρθηκε στη Σικελία41, στη Ρώμη42 και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. 


Στη Μακεδονία η λατρεία της θεάς είχε εισαχθεί ήδη από τον 3ο αι. π.Χ. από Μακεδόνες και εξελληνισμένους Σύριους εμπόρους, από Σύριους δούλους, αλλά και από αγύρτες ιερείς. Η λατρεία της γενικά συναντάτε σε νησιά, σε παραλιακές πόλεις, όπου υπήρχαν συντεχνίες εμπόρων, ψαράδων, ή Σύριοι έμποροι και δούλοι, αλλά και στην ενδοχώρα της κυρίως Ελλάδας, όπου υπήρχαν μεγάλες πηγές ή λίμνες. Κατά τις ετήσιες γιορτές της Συρίας Θεάς οι κάτοικοι των πόλεων και κωμών γύρω από τα ιερά της πραγματοποιούσαν καταβάσεις στη θάλασσα ή στις λίμνες. Η θεά δεν είχε πουθενά καθολική λατρεία, αλλά μόνο από θιάσους,- δηλαδή από συλλόγους που δημιουργούνταν χάριν της λατρείας, όπως γίνονταν και με τις άλλες ξενόφερτες λατρείες. .

Η Συρία Θεά, η μητέρα του Ιχθύος43, πολλές φορές παριστάνεται ως ωραία γυναίκα, με χιτώνα και ιμάτιο, με πύργο στο κεφάλι, άλλοτε όρθια επάνω σε θαλάσ­σιο κήτος, άλλοτε καθιστή με γυναικείο τρόπο σ' αυτό. Σύμφωνα με τις. φιλολογικές πηγές αρχικά παριστανόταν ως ψάρι με γυναικείο κεφάλι44 ή με ψαρίσιο το κάτω μέρος του σώματος της45, δηλαδή όπως και η Γοργόνα, η αδελφή του Μ" Αλεξάνδρου. Το ψάρι, όπως το λιοντάρι και το περιστέρι, ήταν τα ιερά της ζώα. Ήταν θεά της γονιμότητας των ανθρώπων, των ζώων, των-ψαριών-και των πουλιών46, αλλά ταυτόχρονα και θεά του θανάτου47. Γι' αυτό με τη διάδοση της λατρείας της σε διάφορους τόπους και λαούς σταδιακά συγκέντρωσε εικονογραφικά χαρακτηριστικά
kαι λατρευτικές υποστάσεις πολλών θεοτήτων, όπως της Αφροδίτης, της ‘Ήρας, της Δήμητρας, της Άρτεμης, της Ρέας-Κυβέλης, της -Ίσιδας, της Σελήνης, της. Νέμεσης, της Τύχης και των Μοιρών48. Σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές και την εικονογραφία τα εμβλήματα της ήταν η άτρακτος, το πηδάλιο, το σκήπτρο, η φιάλη, το κέρας και η δέσμη από στάχυα στα χέρια, ο πύργος, καθώς και ο μηνίσκος και οι ακτίνες στο κεφάλι. _

Κατά τον Αθηναίο (346d-e), κάθε μέρα οι ιερείς έφερναν στη θεά ψάρι που ζούσε στη λίμνη, κοντά στο ιερό της και το τοποθετούσαν σε τράπεζα, μπροστά στο άγαλμα της μέσα στο ναό, ωραία μαγειρεμένο, πρώτα βρασμένο και μετά ψημένο.' Στη συνέχεια οι ιερείς έτρωγαν το ψάρι, που ήταν ιερό ζώο της θεάς, γιατί τρωγόταν σε θυτήριο γεύμα ενώπιον της.


Το ψάρι πιθανότατα προσφερόταν ως τροφή σε ειδικές μυστηριακές τελετές, οπότε οι ιερείς και οι μύστες που τα έτρωγαν έφερναν τη θεά μέσα τους και αναγεννώνταν. Η μύηση κατά τις τελετές της Συρίας Θεάς θα είχε έτσι εσχατολογικές επαγγελίες. Σύμφωνα με τον Παυσανία (VII, 26, 7;), όσοι μετείχαν στη λατρεία της Συρίας Θεάς της Αχαΐας, έπρεπε την καθορισμένη μέρα της μυστηριακής τελετής να είναι «καθαροί», παραμένοντας εγκρατείς και νηστεύοντας. Ο-ίδιος περιηγητής (IV, 31, 2) αναφέρει ιερό της Συρίας Θεάς στην Άνω πόλη της Θουρίας της Μεσση­νίας, που πιθανότατα είχε ιδρυθεί στα ελληνιστικά χρόνια. Αργότερα κτίστηκε στην Κάτω πόλη ναός, όπου στήνονταν τα ψηφίσματα της Θουρίας. Εδώ η μύηση γινόταν μετά την επίσημη πομπή, με μυστηριακή τελετή σε ειδικό χώρο, όπου παρευρίσκο­νταν πολλοί, με τα τιμώμενα πρόσωπα επικεφαλής49. Συνήθως η λατρεία της θεάς στην Ελλάδα γινόταν σε «οίκους», όπως αρχικά στη Δήλο50, δηλαδή σε ειδικούς χώ­ρους για μύηση, γιατί οι συνηθισμένοι ναοί των ελληνικών θεών ήταν ακατάλληλοι; για τις ιδιόμορφες αυτές λατρείες. Όπως προαναφέρθηκε, η Συρία Θεά λατρευόταν . κυρίως από δούλους51, από ψαράδες και εμπόρους, κοντά σε λίμνες ή στη θάλασσα και θεωρούνταν προστάτιδα τους.
Η έντονη και ιδιόμορφη λατρεία της ιχθυόμορφης αυτής θεάς στη Βοττιαία, (την καρδιά του μακεδόνικου κράτους, που στα χρόνια του Λουκιανού (δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ.) χαρακτηριζόταν ως επιχώρια θεός-δαίμων και που επιγραφικά μαρτυ­ρείται με την τοπική προσωνυμία Γυρβιάτισσα, καθώς και η έντονη λαϊκή ανάμνηση των δολοφονιών από τους διαδόχους του μακεδονικού θρόνου των παιδιών του Μ. Αλεξάνδρου (του Ηρακλή και του Αλεξάνδρου Δ'), καθώς και των γυναικών, που σχετίζονταν με το μεγάλο στρατηλάτη (της μητέρας του Ολυμπιάδας, των αδελφών του Κλεοπάτρας και Θεσσαλονίκης, των συζύγων του Ρωξάνης και Βαρσίνης.)52, μπορεί να οδήγησαν στη δημιουργία του αρχικού πυρήνα του μύθου της ιχθυόμορφης-σειρηνόμορφης εναλίας δαίμονος Γοργόνας, .της ωραίας κόρης ή αδελφής του. Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος μας παραδίδεται σχετικά αργά στις πηγές [Ψευδο-Καλλισθένης (300-350 μ.Χ.)]53. Μπορεί να υποστηριχτεί δηλαδή, πρώτον, ότι ο μύθος της Γοργόνας στη Μακεδονία έχει τις ρίζες του στα ελληνιστικά χρόνια54 και δεύτερον, ότι ο μύθος μπορεί να σχετιστεί με τη λατρεία της Συρίας Θεάς55, που διαδόθηκε από τη Συρία, κυρίως μετά την αναδιοργάνωση του ιερού της. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ένας άλλος μύθος του ρομάντζου του Μ. Αλεξάνδρου («Διήγησις περί του Μ. Αλεξάνδρου δια την Σεμίραμιν»)56 έχει πρωταγωνιστές τον Αλέξανδρο και τη Σεμίραμη, βασίλισσα της Βαβυλώνας, η οποία είχε κατακτήσει τις ίδιες περιοχές, που αργότερα κατέλαβε ο Μακεδόνας βασιλιάς. Το ενδιαφέρον είναι ότι η Σεμίραμη θεωρείτο κόρη της' Συρίας Θεάς και συλλατρευόταν μ' αυτήν στα μεγάλα ιερά της στην Ανατολή57.

Έδεσσα,                                                                                                          Παύλος Χρυσοστόμου
Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων


ΣΧΟΛΙΑ
1. Για τη θεά αυτή βλ. P. Lambrechts - P. Noven, Nouvelle Clio 6,-1954, 258-277: Ε. Ο. James, The Cults of Mother-Goddess (1959) 183 κ.ε. PL van Bere. Corpus Cul.'us Deae Sy.-iae I. 1-2 (19721. H" ]. W. Drijvers, «Die Dea. Syria und andere svrisohe Gottheiten im Imperium Rom'anum» στο συλλογικό έργο Μ. J. Vermaseren (έκδ.), Die orientalischen Reliponen im Romerreich (1981) 241-257. με την προγενέστερη βιβλιογραφία.
2. Προτιμήθηκε ο τριτόκλιτος τόπος Ατάργατις, αντί του πρωτόκλιτου Ατάργάτη, που συναντά­ται σπανιότερα (π.χ. σε επιγραφές της Βέροιας και της Ρώμης).
3. Απουλήιο^, Μεταμορφώσεις, VII, 24-30, IX,. 1. 4. 8-10.
4. Για τη χώρα της Βέροιας βλ. Μ. Β. Χατζόπουλος, Μνήμη Δ. Λαζαρίδη (1990) 57-68.
5. Η εκκλησία αυτή, που χτίστηκε το 1859 στη Θέση παλιότερου ναού του Αγίου, είναι η σημερινή μητρόπολη της Βέροιας (Γ. Χ. Χιονίδη, Ο Όσιος Αντώνιος, ο Νέος (1965) 18 κ.ε.). Ο παλιότερος ναός του Αγίου είχε χτιστεί στα Θεμέλια της εκκλησίας- της Παναγίας της Καμαριώτισσας. . .
6. Α. Κ. Ορλάνδος, ΑΔ 1916, 144-148 αριθ. 1-3. Πρβλ. SEG XVI,'392.
, Λ. 7.-Ο Απολλωνίδης ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια της Βέροιας, που πιθανότατα σχετιζόταν με το εμπόριο, μια και. η λατρεία της θεάς καταγόταν από την Ανατολή και ειδικότερα τη Συρία (Β. Αλλαμανή-Σουρή, ΑΔ 39, 1984, Α, 226). Μήπως απόγονος της οικογένεια; αυτής είναι ο Κλαύδιος Απολλώνις, γνωστός από δύο επιγραφές των αρχών του 3ου αι. μ.Χ.; (Α. Β. Tataki, Ancient Beroea: Prosopographv and Societv (1988) 195 αριθ. 711). Η δεύτερη επιγραφή είναι χαραγμένη σε ανάγλυφη επιτύμβια αετωματική στήλη, που παριστάνει τη Ζωσίμη, την κόρη του Κλαύδιου Απολλώνιδος, όρθια, κατενώπιον, γυμνή από τη μέση και πάνω, να κρατάει μεγάλο ψάρι, το ιερό ζώο της Συρίας Θεάς, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
8. Βρέθηκε στις 15.9.1982 στο στρώμα καταστροφής του χώρου 4 κτιρίου, κοντά στη νότια πύλη της Κάτω πόλης και σε βάθος 1,50 μ. Είναι χαραγμένη σε μαρμάρινη πλάκα και η επιγραφή σώζεται ακέραια: ύψος 0,10 μ., πλάτος 0,24 μ., πάχος 0,065 μ., ύψος γραμμ.: 0,015-0,017 μ., διάστιχο: 0,005 μ,).
9. Θ. Ριζάκης - Γ. Τουράτσογλου, Επιγραφές Άνω Μακεδονίας, Α' (1985) 100 αριθ. 102, πίν.
10. Ριζάκης - Τουράτσογλου, ό.π., 97-98 αριθ. 99, πίν. 36. -11. Κατάλογος Αρχαιοτήτων Μουσείου Κοζάνης (Ακατάγραφο. Σωζ. ύψους 0,225 μ., πλάτος 0,17 πάχος 0,075 μ:).
2. Μουσείο: Πέλλας Αρ.Ε 3486 (Σωζ. ύψος 0.11 μ., πάχος 0,065 μ.). '3. Μουσείο Πέλλας Αρ.Ε 3491'.. Βρέθηκε την 1.10.63, Ημερολόγιο Ε 37. 1 Μουσείο Πέλλας Αρ.Ε 1302. Βρέθηκε την 30.8.1961 στον τομέα I (τετράγωνο 2, Θ-Ι/29 ή βάθος 0,40 μ.). Ημερολόγιο Ε 195 (Σωζ. μήκος 0,078 μ., μέγ. πλάτος 0,062 μ.), δ. -Η λίμνη εκτεινόταν στην περιοχή Ν της Πέλλας και ήταν πολύ μικρότερη από τη μεταγενέστε­ρων Γιαννιτσών. Η τελευταία, σύμφωνα με τις γεωλογικές έρευνες (J. Bintliff, The Plain of π Macedonia and the Neolithic Site of.Nea Nikomedeia, Proceeding of the Prehistoric Society, 42, 41-262), αλλά και τις πρόσφατες τοπογραφικές και ανασκαφικές έρευνες στο δυτικό τμήμα της ευρύτερης πεδιάδας των Γιαννιτσών, δημιουργήθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (16ος αιώνας).

16. "Μουσείο Πέλλας ΒΠ αριθ. 1987/αριθ. 4β-η. Πρόκειται για σιδερένιο υνί (σωζ. μήκος 0,39 μ., πλάτος 0,145 μ.) ξύλινου άροτρου, για πέντε κεφάλια πήλινων γυναικείων ειδωλίων, για μικρή βάση χάλκινου αγγείου (διάμετρος 0,09 μ., ύψος 0,03 μ.), για πήλινο μελαμβαφές λυχνάρι των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, για δύο σφοντύλια, για μια πήλινη κωνική αγνύθα, για όστρακα ομηρικών σκύφων και για κεραμική ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.
17. Μουσείο Πέλλας ΒΠ. 1988/αριθ. 4α. ύψος 0,51 μ., πλάτος 0,33-0,37. μ., πάχος 0,055 μ., ύψος γραμ.: 0,015-0,025 μ., διάστιχο 0,020-0*025 μ.
18. F. Papazoglou, Les villes de Macedoine a l'epoque Romaine (1988) 152-154.
19. Η πιο κοντινή πόλη ήταν αυτή της αποικίας της Πέλλας, που απείχε γύρω στα 7,5 χλμ., γι' αυτό πιθανότατα η Γυρβιάτισσα στα ρωμαϊκά χρόνια ανήκε σ' αυτήν. Στα ελληνιστικά χρόνια μάλλον ήταν δορυφορικός οικισμός της Πέλλας, παρά της Βέροιας. Η κατάληξη (-ισσα) θυμίζει την πόλη Τύρισσα, που τοποθετείται ανάμεσα στις χώρες της Κύρρου και της αποικίας της Πέλλας, στον αρχαίο οικισμό Δ του Πενταπλάτανου Γιαννιτσών (Π. Χρυσοστόμου, Μνήμη Δ. Λαζαρίδη, 213-214).
20. Μ. Hatzopoulos, Two studies of ancient Macedonia, Μελετήματα 3 (1987) 30 κ.ε., σημ. 24. Του •ίδιου. Μνήμη Δ. Λαζαρίδη (1990) 59 κ.ε.
21. Ένας άλλος δρόμος που ερχόταν από την Πιερία, περνούσε τον Αλιάκμονα στο" Νησέλι και ενωνόταν βορειότερα μετά την Αλεξάνδρεια (πρώην Γιδάς) με το δρόμο Βέροιας-Πέλλας. Κατά τα ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά χρόνια ο δρόμος ρωμαϊκής Πέλλας-Βέροιας ήταν 30 ρωμαϊκά μίλια, δηλαδή 44,4 χλμ. Η απόσταση όμως ρωμαϊκής Πέλλας-Βέροιας σε ευθεία γραμμή είναι γύρω στα 36 χλμ. Υπάρχει δηλαδή μια διαφορά 8,5 χλμ. Αυτό πιθανότατα σημαίνει ότι ο δρόμος δεν ήταν ευθύς, αλλά ακολουθούσε τη διαμόρφωση του εδάφους, λαμβάνοντας υπόψη τη λίμνη, τα έλη και τα ποτάμια, όπως ο σημερινός δρόμος Βέροιας-Σταυρού-Γιαννιτσών. ,
22. Μ. Hatzopoulos. ό.π., 34 κ.ε. Οι απόψεις αυτές είχαν ακαδημαϊκό χαρακτήρα και είχαν διαμορ­φωθεί, χωρίς τη γνώση του χώρου και χωρίς τοπογραφική και ανασκαφική έρευνα της περιοχής. Ή άποψη μας, που θα τεκμηριωθεί σε άλλη μελέτη, λύνει τα τοπογραφικά και τα ιστορικά προβλήματα της Βοττιαίας, που δεν είχαν βρει ικανοποιητική ερμηνεία.
23. L. Gounaropoulou - Μ. Β. Hatzopoulos, Les Milliaires de la Voie egnatienne entre Heraclee des Lyncestes et Thessalonique, Μελετήματα 1 (1985) 52. Πρβλ. Hatzopoulos, Μελετήματα 3 (1987) 43-44..
24. IG, XII, 3, 178 και 188.
25. Rh. Bruneau, Recherches sur les Cultes de Dilos a I'epoque hellenistique et a I'epoque imperiale (1970) 466-473.
26. Ph. Bruneau, ό.π., 467 κ.ε.
27. Α. Κοντολέων, AM 15, 1890, 134. Πρβλ. IG, XII, 3, 104.
28. W. Peek, AM 59, 1934, 72.
29. Α. Καραπασχαλίδου, Ανθρωπολογικά και Αρχαιολογικά Χρονικά 2, 1987, 173-174.
30. IG, IX, 2, 95-110. ΠΑΕ 1908, 95 κ.ε. Πρβλ. Lambrechts - Noyen, ό.π., 266-268.
31. Lambrechts - Noyen, ό.π. 273.
32. Παυσανίας, VII, 26, 7. .      .
33. Lambrechts - Noyen, ό.π., 268-270. . "
34. V. Von Graeve, Idl 87, 1972, 336 κ.ε., πίν. 19. Του ίδιου. Demetrias I (1976) 145-156. Πρβλ. SEG 1976-1977 αριθ. 646.
35. Υ. B6quignon, Recherches areheologiques a Pheres de Thessalie (1938) 91 αριθ. 64.
36. Δ. Θεοχάρης, ΑΔ 17, 1961/62, Χρον. Β2, 179. Πρβλ. Bull. Epigr. 1964, αριθ. 223.
37. REG 15, 1902,-32.
38. Lambrechts - Noyen, ό.π., 259-260.
39. Για τη λατρεία της θεάς στη Λυδία και στην Καρία ήδη από τον 5ο αι. π.Χ., βλ. W. Burkert, Homo Necans (1983) 204 κ.ε. Πρβλ. Lambrechts - Noyen, ό.π. 274.
40. Ε. Visser, Gotter und Kulte in plolemaischen Alexandrien (1938) 44 κ.ε.;·98.
41. G. Sfameni Gaspare I culti in Sicilia (1973) 162-164, 295.
42. Von Graeve, ό.π. 314-347. ο.   .
43. P.-L. Van Berg, CCDS I, 16-48, II, 37-96. Για την προσφορά ψαριού στη λατρεία της Συρίας Θεάς βλ. F. J. Doelger, IX0TC, II, Der heilige Fisch in den antiken Religionen und in Christentum (1922) 175 κ.ε. Του ίδιου, Das Fisch-Synibol (1928) 121 κ.ε.
44. Διόδωρος, II, 4, 1: αυτή (Δερκετώ) δε το μεν πρόσωπον έχει γυναικός, το δ'άλλο σώμα πάν ιχθύος διά τινας τοιαύτας αιτίας.
45. Λουκιανός, «Περί της Συρίης θεού 14»: Δερκετούς δε είδος εν Φοινίκη έθεησάμην, θέημα ξένον, ήμισέη μεν γυνή, το δε ύκόσον εκ μηρών ες άκρους πόδας ιχθύος ούρή αποτείνεται, ή δε έν τη ίρή πάλι πάσα γυνή έστί. Και παρακάτω: ότι Δερκετώ μορφήν ιχθύος έχει. Scholia Basileensia in Germanici Aratea (Breysing, 98-99): hie prima memoria κατά Βαμβύκην fuisse fertui, in quod Derceto decidens in piscem est transfigurata. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μαρτυρία του Παυσανία (VIII, 41, 4-6), για ένα πανάρχαιο ιερό της θεάς Ευρυνόμης στη συμβολή των ποταμών Λύμακος και Νέδα κοντά στη Φιγάλεια της Αρκαδίας, στο οποίο υπήρχε λατρευτικό ξόανο της θεάς, δεμένο με χρυσές αλυσίδες. Η θεά είχε μορφή γυναίκας μέχρι τους γλουτούς και μορφή ψαριού-στο κάτω μέρος.
46. Πλούταρχος, Κράσσος, 17: σΐ δε την αρχάς και σπέρματα πάσιν εξ υγρών παρασχοΰσαν αΐτίαν και φύσιν νομίζουσιν και την πάντων είς ανθρώπους αρχήν αγαθών καταδείξασαν.
47. Von Graeve, ό.π., 342 κ.ε.
48. Ψευδο-Ερατοσθένης, Καταστερισμοί 9 (Olivieri, 11-12). Κορνούτος, Επιδρομή των κατά τήν έλληνικήν θεολογίαν παραδεδομένων, 6. Πλούταρχος, Κράσσος, 17. Λουκιανός, Περί της Συρίης θεοϋ, 32.
49. Ν. S. Valmin, Inscription de la Messenie 1928/29, 108 κ.ε. Πρβλ. Lambrechts - Noyen, ό.π. 268-270. Von Graeve, ό.π. 342. Ν. Δ. Παπαχατζής, Μεσσηνιακά και Ηλιακά (1979) 102-104.
50. Bruneau, ό.π. 467-468.
51. Αυτό διαπιστώνεται από τις απελευθερωτικές επιγραφές της Βέροιας, της Έδεσσας και της Γυρβιάτισσας της Βοττιαίας. Η Θεά Θεωρείτο προστάτιδα των δούλων της Σικελίας, που επαναστά­τησαν (136-132 π.Χ.) με αρχηγό το δούλο Αντιγένη Ενιαίου (που μετονομάστηκε σε Αντίοχο), από την Απάμεια της Συρίας (P.-L. Van Berg, ό.π. 100-101).
52. L. L. Gunderson, Early Elements in the Alexander Romance, Αρχαία Μακεδονία Α', 359 κ.ε.
53. Γ. Κ. Σπυριδάκης, Παραδόσεις και δοξασίες περί του Μ. Αλεξάνδρου, Γέρας Α. Κεραμόπου-λου (1953) 401 κ.ε.
-54. Το. πρότυπο του ρομάντζου του Μ. Αλεξάνδρου θεωρείται γενικά ότι είχε γραφτεί στα ελληνιστικά χρόνια (3ος-1ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με τον Α. Ausfeld, Der griechische Alexanderroman (1907) 237, που.έχει κερδίσει την υποστήριξη και των περισσότερων ερευνητών, το αρχικό ρομάντζο πρέπει να είχε γραφτεί στην Αλεξάνδρεια, στο τέλος ταυ 3ου - αρχές του 2ου alt π.Χ. Αντίθετα ο Ross journal of the Warburg and Courtauld Institutes 26, 1963, 2, υποστηρίζει ότι-δύσκολα μπορεί να αναχτεί στα χρόνια πριν από τον 3ο αι. μ.Χ. Η πρώτη άποψη έχει ενισχυθεί αποτελεσματικά από τη μελέτη, του Gunderson, ό.π., Αρχαία Μακεδονία, Α', 353-375.
55. Η Ατάργατις μετά το βιασμό της από το Μόψο το Λυδό, έπεσε στη λίμνη της Ασκαλώνας με το γιο της Ιχθύ και φαγώθηκε από ψάρι (Ξάνθος ο Λυδός/FGrHisi 765 17 = Αθηναίος 346e) ή ακόμη η Δερκετώ μετά τη γέννηση της Σεμίραμης από παράνομο δεσμό, έπεσε ντροπιασμένη στη θάλασσα, όμως δε φαγώθηκε από ψάρι, αλλά μεταφέρθηκε απ' αυτό στην ξηρά και η ίδια, ως θεά πλέον, παριστανόταν από τη μέση και κάτω με μορφή ψαριού (Κτησίας από τα Πάταρα, FGrHist 688 F 1 = Διόδωρος II, 4. Στράβων, 16, 785. Λουκιανός, «Περί της Συρίης Θεού, 14»). Στη μυθιστορία του Ψευδο-Καλλισθένη, παρατηρείται το ίδιο μοτίβο του μύθου. Ο πονηρός μάγειρας Ανδρέας, ο οποίος βρήκε το αθάνατο νερό, αλλά το έκρυψε, κατά το ταξίδι του Μ. Αλεξάνδρου στον Κάτω Κόσμο, διέφθειρε την Καλή, την κόρη του Αλεξάνδρου και της παλλακίδας του Ούνας, δίνοντας της στη συνέχεια ως δώρο, να πιει το αθάνατο νερό. Ο Αλέξανδρος ζήλεψε την αθανασία της κόρης του και αφού την κάλεσε κοντά του. την καταράστηκε: Λαβοΰσα τον ΐματισμόν σου άπελθε άπ ' εντεύθεν Ιδού γαρ γέγονας δαίμων ώς άθανατισθεϊσα εση δε καλούμενη Νηρεΐς, ώς ύπό τοΰ ΰδατος τό άϊδιον αχούσα και ένταΰθα κατοικήσεις.- "Η δ'ε κόρη του κλαίουσα και όδυρομένη εξήλθε τοΰ προσώπου αύτοΰ και απήλθε έν έρήμοις τόποις μετά των δαιμόνων. (Ψευδο-Καλλισθένης, II, 39-40, έκδοση Meusel)." Ot πλέον διαδεδομένες στον ελληνικό λαό παραδόσεις του. μυθικού κύκλου του Μ. Αλεξάνδρου είναι οι αναφερόμενες στην αναζήτηση του για το αθάνατο νερό και τη μεταμόρφωση της κόρης ή αδελφής του σε ιχθυόμορφη δαίμονα, τη Γοργόνα [ή τις αδελφές του σε Γοργόνες ή Νεράιδες (Σπυριδάκη, ό.π., 401 κ.ε.)].
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι παραστάσεις της Γοργόνας ή της Παναγίας της Γοργόνας ή της Θάλασσας σε υστεροβυζαντινές τοιχογραφίες (π,χ. στο βόρειο τοίχο του Αγίου Προκοπίου στη Λειβάδα Σελίνου Χανίων) ή σε μεταβυζαντινές τοιχογραφίες [π.χ. στην τράπεζα της Μονής Παντοκρά­τορα (I. Α. Παπάγγελος, Χαλκιδική (1988) 272), στη στοά του καθολικού της Μονής Βατοπεδίου (I. Παπάγγελος, Το 'Αγιον Όρος ως Αρχαιολογικός χώρος, Περιοδικό «Μήκος και Πλάτος» 4/1990, 67), στον εξωνάρθηκα του Αγίου Νικολάου στη Μαυριώτισσα Καστοριάς ή στο νάρθηκα του ναού του Ταξιάρχου Μιχαήλ στην Αιανή (Κ. Ε. Σιαμπανόπουλου, Αιανή (1974) 129-131, εικ. 79), καθώς και σε μια εικόνα του 19ου αι. (Ε. Vermeule, Aspects of Death in Early Greek Art and Ptfetry (1979) 196, εικ. 20)]. Στην τοιχογραφία της μονής Παντοκράτορα παριστάνεται η Γοργόνα, ως ωραία γυναίκα-πριγκίπισσα καθιστή προς τα αριστερά πάνω σε «άρμα» που το σέρνουν δύο κήτη. Κρατάει.με το δεξί χέρι της ομοίωμα καραβιού. Στην τοιχογραφία της μονής Βατοπεδίου εικονίζεται η Θάλασσα ως ωραία γυναίκα καθιστή σε «άρμα» που το σέρνουν δύο κήτη. Κρατάει ομοίωμα καραβιού με το δεξί χέρι και ανασύρει γυμνό νέο από τη θάλασσα. Στην εικόνα απεικονίζεται επάνω δεξιά η Γοργόνα με ψαρίσιο το κάτω μέρος του σώματος της να κρατάει με το δεξί της χέρι κεφάλι πνιγμένου. Στο κέντρο παριστάνεται η Παναγία η Γοργόνα ως ωραία γυναίκα-πριγκίπισσα καθιστή σε κήτος προς τα αριστερά, κρατώντας με τα χέρια της μπροστά στο στήθος της ομοίωμα πλοίου. Το κήτος, όπως και το ψάρι που εικονίζεται επάνω αριστερά, εξεμούν ανθρώπους που είχαν πνιγεί και είχαν φαγωθεί από αυτά. Η σκηνή των τοιχογραφιών αυτών, όπως και των υπόλοιπων τοιχογραφιών με το ίδιο θέμα, βρίσκεται ανάμεσα στις άλλες σκηνές, που εικονογραφούν την Αποκάλυψη του Ιωάννη.

Η Γοργόνα ή η Παναγία η Γοργόνα ή η Θάλασσα είναι η προσωποποίηση της θάλασσας, που ανασύρει από το υγρό στοιχείο τα καράβια και ανασταίνει τους πνιγμένους, "όπως και η προσωποποίηση της Γης, για την κρίση της Δευτέρας Παρουσίας. Σύμφωνα με τα παραπάνω μπορεί να υποστηριχτεί ότι, η σκηνή αυτή της Αποκάλυψης εμπνέεται από το ρομάντζο του Μ. Αλεξάνδρου. Η Παναγία η Γοργόνα, η οποία σήμερα λατρεύεται σε παραλιακές θέσεις του Αιγαίου (π.χ. της Σκάλας Συκαμινιάς στη Λέσβο) μπορεί να υποστηριχτεί ότι είναι η διάδοχη λατρεία της ειδωλολατρικής Συρίας Θεάς.
56. Κ. Mitsakis, The Tradition of the Alexander Romance in Modern Greek Literature. Αρχαία Μακεδονία, A, 380-382.
57. Van Berg, CCDS I, 7 κ.ε., II, 13 κ.ε.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη ...

Η έρευνα για τους Λεξάριθμους της Σεμιράμιδος συνεχίζονται παρακάτω

Οι αντιστοιχίες και τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους και δεν μας αφήνουν καμία αμφιβολία.
Για μια ακόμα φορά το Ελληνικό Αλφάβητο φανερώνει τις «ΘΕΙΕΣ» ιδιότητες και τις ΔΥΝΑΜΕΙΣ του


406 = ΣΕΜΙΡΑΜΙ

      = ΣΠΕΙΡΑΙ  (Σπείρα , ελικοειδής συστροφή, δίχτυ, κοτσίδα, πλέγμα κεφαλής για εναπόθεση βάρους, βάση αγάλματος, ελικα, οι συνεστραμμένες πτυχές του όφεως, οι ελιγμοί του όφεως, είλιξ [Ιων. τύπος έλιξ], ελίκη, έλιξ, εργαστήριον, σημαία, έλικας, τύλιγμα, κύκλος, περίοδος, ρωμαϊκή σπείρα (δύναμη 30 άντρων )


606 = ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ
       =  ΒΙΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ (βίος σημαίνει, αιών, βιοτή, βιότης, βίοτος, βίωσις, ζωή, ζήσις, ύπαρξις, διάρκεια της ζωής, επίπονοι ημέραι, ημέρα, ενέργεια της ζωής, ο κόσμος. Οπου και ΒΙΟΣ είναι το ΤΟΞΟΝ
        = ΕΠΙΠΟΝΤΙΑ (επίθετο της Αφροδίτης, Θεά της Θάλασσας )
        = Η ΝΕΦΕΛΗ ( Κύφελλα = τα σύννεφα, αλλα κι ενας πολύ κοντινός συννειρμός με την                   ΚΥΒΕΛΛΗ !!! Νεφος, σύννεφο, αντάρα, ζάλη, αλλα και η Νεφέλη – Νεφεληγερέτης ο ΔΙΑΣ
 Γνωστή και η Νεφέλη ως μητέρα του Φρίξου και της Ελλης.

606 =  ΚΛΙΜΑΚΑ ΘΕΟΥ (την συγκεκριμένη έννοια την έχουμε ερμηνεύσει και στα πρώτα κείμενα οπου η ΘΕΑ γίνεται η κλίμακα μεταξύ Ουρανού και ΓΗΣ  επίθετο που χρησιμοποιειται και για την Παν-Αγία

     = ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ (βασιλιάς και νομοθέτης στην Κρήτη αδερφός του Μινωα- δικαστής στον ΑΔΗ) με την ευρύτερη του έννοια ΔΙΚΑΙΟΣ  και ΕΥΓΕΝΗΣ
     = ΣΤΕΑΡ ( πάχος, λίπος αλλα και ζυμάρι σταρένιο και ζύμη από στάρι …



420 = ΣΕΜΙΡΑΜΙΔΙ (Σεμίραμις )

 = ΓΟΝΟΕΙΔΗΣ (γονοειδής, όμοιος με τον γόνο, τη σπορά, σπερματοειδής)
  
 =  ΔΕΣΠΟΙΝΑ (επίθετο της  Περσεφόνης αλλα και το όνομα της Παναγίας μας

  = ΙΣΙΣ (Ίσιδα η θεά των Αιγυπτίων που ταυτίζεται  με την δική μας ελληνική ΔΗΜΗΤΡΑ  )
 
  = ΣΕΜΙΔΑΛΙΟΝ (σεμιδάλιον, σεμίδαλις σιμιγδάλι, σεμιγδάλι, αλεύρι από σκληρό στάρι πολύ λεπτό),


456 = ΣΕΜΙΡΑΜΙΝ
        = ΑΡΤΕΜΙ
        = ΕΥΑΝ (επ. Διονύσου)
        =  ΚΑΡΝΕΙΟΣ
        =  ΛΕΟΝΤΑ (η ερμηνεία θα δοθεί αναλυτικά περί των λεόντων κάποια στιγμή)
        =  ΜΗΤΗΡ
        =  ΣΠΟΡΕΑ (σπορεύς, αυτός που σπέρνει, σπορευτής, γεωργός, αροτρεύς, αροτρευτήρ, αροτρητής, επ. Απόλλωνος, Δήμητρος και Τριπτολέμου),
        = ΤΕΡΑΝ,
        = ΥΑΔΑΝ (Υάδες, εφτά αστέρια στο μέτωπο του Ταύρου στο ζωδιακό κύκλο που η εμφάνιση τους σήμαινε βροχερό καιρό ήσαν στη μυθολογία οι τροφοί του Διονύσου // οι Υάδες πιθανόν να είναι τά 7 αστέρια πού βλέπουμε στους διάφορους συμβολισμούς [εσταυρωμένος Ορφέας] και όχι οι 7 πλανήτες του Ηλιακού μας συστήματος)


        =  ΑΕΙΡΟΟΣ (Αείροος αείροους -ουν ο συνεχώς ρέων απο τις ιδιότητες και η ταύτιση με την ΡΕΑ και τον Κρόνο/Χρόνο που αέναα ρέει )

Τα κείμενα όπως και οι Λεξάριθμοι επιβεβαίωνουν τις ιδιότητες της Σεμιράμιδος ως Μεγάλης  Μητέρας Θεάς. Ονομασίες και έργα της αποτυπώνονται στα κείμενα καθως και η σύνδεση της με αντίστοιχες ιδιότητες των φεγγαροθεών  ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ, ΡΕΑΣ, ΔΗΜΗΤΡΑΣ και ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ κλπ

Η συνδεση των λεξαρίθμων μας δίνει ένα στοιχείο κοινό σε όλα τα παραπάνω την σύνδεση του ΑΡΤΟΥ με τις γυναικείες θεότητες καθώς και τον ΣΤΑΧΥ

Μονάχα η Παναγία Μαριάμ ή η αποκατεστημένη Εύα στην θεϊκή της θέση πριν το προπατορικό αμάρτημα είναι αυτή που έρχεται να καταλύσει τον θεσμό του αίματος.
 

Ένα σύμβολο της Παρθένου, είναι η γυναίκα με το στάχυ του σίτου ή το δεμάτι του σίτου ή ο κλάδος με τους καρπούς στην αγκαλιά της.

Ίσως να το ξέρετε, ίσως και όχι αλλά στον «Κρατύλο» ο Πλάτωνας αναφερόμενος στην θεά Δήμητρα γράφει:
«ΣΩ. Η Δήμητρα φαίνεται ότι ονομάστηκε από τη δόση (δόσιμο) της τροφής, γιατί μας τη δίνει σα μητέρα (δίδουσα ως μήτηρ = Δήμητρα).

Λέγεται δε ότι, από κάποια άποψη, η Παρθένος είναι το πιο αρχαίο από τα Ζωδιακά σημεία. Από τα βάθη των αιώνων, είναι η Λίλιθ, η Ίσις, η Εύα ή η Παρθένος Μαρία, όλες απεικονίζουν τη Μητέρα του κόσμου, που κρατάει το βρέφος στην αγκαλιά της. Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο η Χριστιανική συνείδηση συλλαμβάνεται και εκτρέφεται με την περίοδο της κυοφορίας, μέχρις ότου επί τέλους στους Ιχθύς, το αντίθετο σημείο, γεννιέται ο Σωτήρας του κόσμου». (Μπέιλυ).


«Η ίδια η Παρθένος είναι ένας αστερισμός σε σχήμα κυπέλλου, με τρεις κύριους αστέρες, που σκιαγραφούν – το ποτήρι της Αγίας Κοινωνίας, για το οποίο ο Χριστός είπε: «Πίετε εξ αυτού πάντες» στην ανωτάτη του έννοια συνδέεται με το ιερό Gral. Ο λαμπρότατος αστέρας είναι ο Spica, που σημαίνει ο στάχυς του σίτου. Ο Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ, που σημαίνει «ο οίκος του άρτου».

Η Βηθλεέμ, Αραβ. بيت لحم (Μπαΐτ-Λαμ), Εβρ. בית לחם‎‎ (Μπέιτ-Λεχέμ, δηλ. «Οίκος Άρτου»), είναι πόλη που ανήκει στα εδάφη της Παλαιστινιακής αρχής  

Στον αρχαίο Ισραήλ υπήρχαν δύο πόλεις με το όνομα Βηθλεέμ. Η μία ανήκε στην εδαφική κληρονομία της φυλής Ζαβουλών ενώ η άλλη στην περιοχή της φυλής Ιούδα που ονομαζόταν και Ιουδαία. Πολύ αργότερα συστάθηκαν με το όνομα «Βηθλεέμ» τρία Ιπποτικά Τάγματα (τα Βηθλεεμιτικά) χωρίς όμως να έχουν ιδιοκτησιακή σχέση με τον τόπο αυτό.

Η Βηθλεέμ υπήρξε πόλη της Παλαιστίνης, επονομαζόμενη άλλοτε Εφραθά (δηλ. «γόνιμος») ενώ σήμερα από τους Άραβες Μπέϊτ-ουλ-λαμ (δηλ. «Οίκος Κρέατος») εκ της ανεπτυγμένης κτηνοτροφίας, απέχουσα 10 χλμ. ΝΝΔ της Ιερουσαλήμ και 110 χλμ. Ν. της Ναζαρέτ. Πατρίδα του γαιοκτήμονα Βοόζ και σύζυγος της Ρουθ, προγόνου του Δαβίδ, αλλά και τόπος γέννησης του Βασιλιά Δαβίδ. Σε αυτή την πόλη σύμφωνα με τις αφηγήσεις του Λουκά και του Ματθαίος στην Καινή Διαθήκη, γεννήθηκε σε φάτνη ο Ιησούς Χριστός.
Σήμερα, ελάχιστοι από τους περίπου 22.000 κάτοικους της Βηθλεέμ είναι Χριστιανοί. Ο αριθμός τους έχει μειωθεί σημαντικά στο πέρασμα του χρόνου και υπολογίζεται ότι ανέρχεται σε 2.000 κατοίκους. Στη διάρκεια του αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1948 υπέστη πολλές καταστροφές από το πυροβολικό αλλά και άλλες μικρότερης κλίμακας το 1967 και το 1973. Στη πόλη υφίστανται εκτός του Ιερού Ναού της Γέννησης με το «Θεοδέγμον Σπήλαιον» και άλλα προσκυνήματα όπως το χωριό των Ποιμένων, το οποίο σήμερα είναι συνδεδεμένο με τη πόλη, το κάθισμα της Παναγίας, καθώς και άλλες μικρότερες τοποθεσίες που συσχετίζονται παραδοσιακά με την νηπιακή ζωή του Χριστού.


Εσωτερικό από τη Βασιλική της Γεννήσεως όπως ονομάζετε το Σπήλαιο της Γέννησης.


Συνεχίζετε